Φαινομενικά, αυτό που ενώνει τους τρεις ήρωες του ντοκιμαντέρ της Ειρήνης Βουρλούμη είναι ότι είναι και οι τρεις οδηγοί ταξί.

Ο Κωνσταντίνος που πλησιάζει τη σύνταξη μετά από μισό αιώνα στο τιμόνι, ο Σάνι από τη Νιγηρία που οδηγεί στους νυχτερινούς δρόμους της Αθήνας σαν κάτοικος της από πάντα και ο Γιώργος που αφιερώνει άσματα της καψούρας και του καημού σε κάθε του κούρσα.

Φαινομενικά, όμως, γιατί αυτό που δένει τις ιστορίες αυτών των τριών άγνωστων μεταξύ τους ανθρώπων είναι αυτό που ο καθένας έχει εναποθέσει πίσω από τη ζωή στο τιμόνι: μια μυστικιστική σχέση με την πόλη για τον Κωνσταντίνο, οι ενσαρκώσεις ενός διαρκώς εν τη γενέσει ηθοποιού για τον Σάνι, ο δίσκος που δεν έβγαλε ποτέ ο Γιώργος. Χαμένα όνειρα, απωθημένα, μια βαθιά αγάπη για τις μικρές ώρες της μέρας και μια πόλη που τη γνωρίζουν και τους γνωρίζει σαν τόπος λατρείας, ιερός και αισθηματίας μαζί, ένα συνονθύλευμα από σκιές, φώτα και ρίμες για μια ζωή ορατή και αόρατη μαζί.

Φαινομενικά, το ντοκιμαντέρ της γνωστής μέχρι σήμερα ως φωτογράφου Ειρήνης Βουρλούμη, εδώ στην πρώτη της σκηνοθετική απόπειρα και με διακριτή την «φωτογραφική» της ματιά, ακολουθεί τις διαδρομές των τριών ταξί. Τρία κίτρινα φωτάκια μέσα στο μεγάλο γαλαξία μιας πόλης που γοητεύει, τρομάζει και επιβιβάζεται ξανά και ξανά προς προορισμούς δύσκολα να εντοπίσεις ακόμη και στην εποχή των GPS και των Google Maps.

Διαβάστε ακόμα: Η Ειρήνη Βουρλούμη αγόρασε υποσυνείδητα ένα κίτρινο αυτοκίνητο για να θυμίζει ταξί

Φωτογραφημένο με περισσή γοητεία από τον Μιχάλη Γκατζόγια και με μια τεχνική επάρκεια που το βοηθάει να ξεχωρίζει όσο ιδιαίτερη είναι και η φτιαξιά του, το "Αλλού ο Δρόμος" είναι αυτό που φαίνεται κάτω από αυτό που δείχνει. Μια στρώση καθημερινότητας που όσο μοιάζει με αυτή των άλλων, τόσο διαφέρει σε εκτόπισμα ανθρώπινης κατάστασης.»

Φαινομενικά, όμως, γιατί το ντοκιμαντέρ της γοητεύεται διαρκώς από την μυθοπλασία και το στιλιζάρισμα, μεταπράττει την εμπειρία μιας αστικής ονείρωξης στη συσκευασία μιας ταινίας που ενώ πατάει στην άσφαλτο ίπταται διαρκώς στο ύψος ενός υπερρεαλισμού, που ενώ τρέχει με τέσσερις τροχούς πατάει pause στην κεκτημένη ταχύτητα και στέκεται απέναντι στους ήρωές της, όχι για να φτιάξει τα πορτρέτα τους αλλά για να αφηγηθεί τρεις ιστορίες που διασχίζουν κοινές διαδρομές προς κάτι πιο μεγάλο από αυτόν τον κόσμο, είτε αυτό είναι η τέχνη είτε ένα μαγικό δάσος κάτω από την Ακρόπολη. Φωτογραφημένο με περισσή γοητεία από τον Μιχάλη Γκατζόγια και με μια τεχνική επάρκεια που το βοηθάει να ξεχωρίζει όσο ιδιαίτερη είναι και η φτιαξιά του, το «Αλλού ο Δρόμος» είναι αυτό που φαίνεται κάτω από αυτό που δείχνει. Μια στρώση καθημερινότητας που όσο μοιάζει με αυτή των άλλων, τόσο διαφέρει σε εκτόπισμα ανθρώπινης κατάστασης: και οι τρεις ήρωες της ταινίας κλέβουν την παράσταση, από την ανώνυμη περιήγηση τους μέσα στη πόλη, δίνοντας της τελικά και όνομα και ουσία. Και (κυριολεκτικά) ένα τραγούδι για το δρόμο.

Φαινομενικά θα μιλάγαμε για ένα road movie. Στην πραγματικότητα το «Αλλού ο Δρόμος» είναι ένα τέτοιο. Οπου δρόμος ανοίξτε την έννοια στις ματαιωμένες ή και ελπιδοφόρες ανθρώπινες διαδρομές και όπου movie σκηνοθετήστε μόνοι σας ο καθένας την ταινία της ζωής του.