Αυτό που ενώνει τους τρεις ήρωες του πρώτου ντοκιμαντέρ της φωτογράφου Ειρήνης Βουρλούμη, «Αλλού ο Δρόμος», είναι ότι είναι και οι τρεις οδηγοί ταξί.
Ο Κωνσταντίνος που πλησιάζει τη σύνταξη μετά από μισό αιώνα στο τιμόνι, ο Σάνι από τη Νιγηρία που οδηγεί στους νυχτερινούς δρόμους της Αθήνας σαν κάτοικος της από πάντα και ο Γιώργος που αφιερώνει άσματα της καψούρας και του καημού σε κάθε του κούρσα.
Φαινομενικά, όμως, γιατί αυτό που δένει τις ιστορίες αυτών των τριών άγνωστων μεταξύ τους ανθρώπων είναι κάτι περισσότερο από το ταξί: είναι αυτό που ο καθένας έχει εναποθέσει πίσω από τη ζωή στο τιμόνι. Ελπίδες, όνειρα, μια ζωή σε αναμονή αλλά και μια επαφή με μια πνευματικότητα που μέσα από τη ματιά της Ειρήνης Βουρλούμη και το διακριτό «φωτογραφικό» της βλέμμα μετατρέπεται σε μια αποκαλυπτική εμπειρία για το κυνήγι της ευτυχίας στις αθέατες διαδρομές της Αθήνας.
Στο Flix, η Είρήνη Βουρλούμη μιλάει για την αφετηρία και τον προορισμό ενός ντοκιμαντέρ που μοιάζει και με οδηγό επιβίωσης.
Με ενδιέφερε αυτή η ιδέα του να είσαι διαρκώς σε κίνηση, αλλά να μην ξέρεις απαραίτητα αν πηγαίνεις κάπου και ο ίδιος. Το ταξί γίνεται ένας τρόπος να παρατηρείς την πόλη, αλλά και να σκέφτεσαι τη δική σου ζωή, τις επιλογές σου και το πού θα ήθελες να βρίσκεσαι. Νομίζω ότι υπάρχει κάτι πολύ ανθρώπινο σε αυτή την αντίφαση.»
Πως ξεκίνησε η ιδέα του «Αλλού ο Δρόμος»; Ηταν από την αρχή ντοκιμαντέρ ή φλέρταρε ποτέ και με το fiction;
Παίρνω ταξί από την εφηβεία μου και πάντα μου άρεσε να πιάνω κουβέντα μαζί τους, να χάνομαι στους κόσμους τους, να μαθαίνω πράγματα και να ακούω τις συμβουλές τους. Τους βλέπω σαν τη λυρική φωνή της πόλης - σαν αφηγητές του ρυθμού, του αγώνα και της ψυχής της.
Η ιδέα ξεκίνησε πριν από μια δεκαετία, την περίοδο της οικονομικής κρίσης, όταν δούλευα ως φωτορεπόρτερ καλύπτοντας τα γεγονότα. Ηθελα να εξερευνήσω τι βίωναν οι οδηγοί ταξί, οι οποίοι βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της καθημερινότητας. Από την αρχή το έβλεπα ως ντοκιμαντέρ, αλλά ήξερα ότι ήθελα να είναι υβριδικό. Ηθελα να έχει στοιχεία μυθοπλασίας, μαγικού ρεαλισμού και να καθοδηγείται έντονα από τη μουσική, θυμίζοντας λίγο μιούζικαλ. Μετά από δύο χρόνια γυρισμάτων και δύο χρόνια μοντάζ, η ταινία ξέφυγε από την απλή καταγραφή της κρίσης και εστίασε στην ευθραυστότητα, αλλά και στην τρομερή ανθεκτικότητα αυτών των ανθρώπων να κυνηγούν τα όνειρά τους.
Πώς επέλεξες αυτούς τους τρεις ήρωες;
Πέρασα έξι μήνες γυρίζοντας όλη την Αθήνα, πηγαίνοντας σε πιάτσες από τον Πειραιά μέχρι το αεροδρόμιο και κάνοντας πάνω από 50 συνεντεύξεις μέχρι να καταλήξω. Μαζί με αυτό, μάζευα και τηλέφωνα από ενδιαφέροντες οδηγούς που πετύχαινα τυχαία στις δικές μου καθημερινές διαδρομές όλα αυτά τα χρόνια.
Hξερα από την αρχή ότι ήθελα τρεις χαρακτήρες με τελείως διαφορετικά πάθη, ώστε να δημιουργηθούν ξεχωριστές καλλιτεχνικές και δημιουργικές διαστάσεις στην ταινία. Eτσι βρέθηκαν ο Κωνσταντίνος, ο Σάνι και ο Γιώργος. Hθελα αυτή την πολυφωνία γιατί ο καθένας τους κουβαλάει μια άλλη πτυχή της πόλης: ο Κωνσταντίνος με τη βαθιά, σχεδόν μεταφυσική του σχέση με τη φύση, ο Σάνι που ισορροπεί ανάμεσα στην οικογένεια, τον αγώνα της καθημερινότητας και το πάθος του για την υποκριτική, και ο Γιώργος που ζει για τη μουσική και το τραγούδι.
O Πούμα
Ο Σάνι
Ο Γιώργος
Τι εκπροσωπεί ο καθένας για την πολυμορφία της ανθρωπογεωγραφίας που ήθελες να δείξεις;
O Σάνι αντιπροσωπεύει την αφρικανική κοινότητα και τους μετανάστες στην Αθήνα. Μέσα από αυτόν δείχνω τη σκληρή πραγματικότητα του δρόμου, αλλά και το πώς η αγάπη για την οικογένεια λειτουργεί ως ασπίδα, δίνοντας μια εσωτερική δύναμη.
O Γιώργος την αυθεντική, νυχτερινή Αθήνα των μικρών λαϊκών μαγαζιών. Σπάει το στερεότυπο του «σκληρού άντρα» (alpha male), δείχνοντας έναν άνθρωπο που δεν φοβάται να μιλήσει ανοιχτά για τον πόνο, τον έρωτα και εκφράζεται μέσα από τα τραγούδια του.
Ο Πούμα (Κωνσταντίνος) συνδέεται με τη μεταφυσική πλευρά και την ιστορία. Αντιπροσωπεύει τη σχέση της πόλης με το παρελθόν της και τη φύση που οι Αθηναίοι συχνά αγνοούν. Η κουκουβάγια (το αρχαίο σύμβολο της Αθήνας) που την ακολουθεί, συμβολίζει μια πνευματική καθοδήγηση, μια πίστη ότι υπάρχει κάτι μεγαλύτερο από εμάς που μας κρατάει όρθιους στις δυσκολίες.
Πώς τους έπεισες να σε εμπιστευτούν; Τι χρειάστηκε να υπερπηδήσεις ως εμπόδιο για να σε βάλουν μέσα στο «ταξί» τους; Τι ήταν το πιο δύσκολο στη διαδρομή που έκανες με τον καθένα ξεχωριστά;
Η εμπιστοσύνη ήρθε με τον χρόνο. Πέρασα έξι μήνες μαζί τους χωρίς να κάνω γυρίσματα, απλώς για να γνωριστούμε. Ημουν μήνες στο αεροδρόμιο με τον Πούμα και την παρέα του, πήγαινα στα μαγαζιά που τραγουδούσε ο Γιώργος και περνούσα χρόνο με τον Σάνι και την οικογένειά του στο σπίτι. Με τον Πούμα, το δύσκολο ήταν να κερδίσω την εμπιστοσύνη της οικογένειάς του. Πήρε καιρό αλλά τώρα είμαστε όλοι πολύ κοντά. Με τον Σάνι, το πρόβλημα ήταν ο χρόνος, η κούραση και η εκκλησία του. Πέρα από την εξαντλητική του καθημερινότητα, έπρεπε να ξεπεράσουμε τα στερεότυπα που υπήρχαν στην εκκλησιαστική του κοινότητα για τα γυρίσματα. Με τον Γιώργο, η δυσκολία ήταν να προσαρμοστούμε στην ρουτινα του. Είναι άνθρωπος της νύχτας, οπότε δυσκολευόταν να προσαρμοστεί στο στο πρωινό πρόγραμμα.
Ηθελα από την αρχή να προσπαθήσω να φέρω μια πιο λυρική και εσωτερική αίσθηση στην ταινία. Δεν ήταν κάτι που προσπάθησα να επιβάλω στους ήρωες, αλλά κάτι που υπήρχε ήδη μέσα τους. Η ταινία δεν εστιάζει τόσο στο πώς άλλαξαν οι ζωές τους, αλλά περισσότερο σε ένα εσωτερικό μήνυμα και από τους τρεις, το οποίο πιστεύω ότι θα κάνει τους ίδιους τους θεατές να αναλογιστούν τη δική τους ζωή.»
Πως δούλεψες μαζί τους; Τους ακολούθησες ταυτόχρονα; Ξεχωριστά; Πότε έβαλες τελεία στην ιστορία του καθενός;
Τους ακολούθησα την ίδια χρονική περίοδο, αλλά στον καθένα έκανα γυρίσματα ξεχωριστά. Μετά από 3 χρόνια γυρισμάτων με διαλείμματα, καταλάβαμε ότι είχαμε πλέον αρκετό υλικό για να περάσουμε το μήνυμα που θέλαμε. Οπότε, η τελεία μπήκε μόνο για τις ανάγκες της ταινίας, γιατί ως άνθρωποι συνεχίζουν να εξελίσσονται και οι διαδρομές τους παραμένουν ανοιχτές.
Εψαχνες σε όλους ένα άγγιγμα ποίησης, τέχνης, πνευματικότητας; Ηταν ζητούμενο από την αρχή;
Ναι, ήθελα από την αρχή να προσπαθήσω να φέρω μια πιο λυρική και εσωτερική αίσθηση στην ταινία. Δεν ήταν κάτι που προσπάθησα να επιβάλω στους ήρωες, αλλά κάτι που υπήρχε ήδη μέσα τους. Αυτά τα στοιχεία ήταν απαραίτητα για να μπορέσουμε να πάμε πιο πέρα από την τυπική εξέλιξη και δομή μιας ταινίας. Παρόλο που όλο αυτό πήρε έξι χρόνια, η ταινία δεν εστιάζει τόσο στο πώς άλλαξαν οι ζωές τους, αλλά περισσότερο σε ένα εσωτερικό μήνυμα και από τους τρεις, το οποίο πιστεύω ότι θα κάνει τους ίδιους τους θεατές να αναλογιστούν τη δική τους ζωή.
Το βίντεο κλιπ για το τραγούδι του Γιώργου πώς προέκυψε;
Hξερα από την αρχή ότι ήθελα η ταινία να έχει στοιχεία μιούζικαλ. Μου αρέσουν πολύ τα ελληνικά βίντεο κλιπ και η αρχική ιδέα ήταν να παίξουμε με αυτό το cult ύφος. Ηθελα να είμαι πιο παιχνιδιάρικη σε αυτό το κομμάτι, φτιάχνοντας έναν παράλληλο ονειρικό κόσμο για τον Γιώργο, σχεδόν στα όρια του μαγικού ρεαλισμού αλλά μέσα στο δικό του σύμπαν. Ηταν από τα αγαπημένα μου γυρίσματα. Ηταν μάλιστα από τις λίγες σκηνές που κάναμε storyboard μαζί με τη βοηθό μου και σύμβουλο σεναρίου, Τερέζα Γκριμάνι. Σε αυτό το κομμάτι δουλέψαμε πάρα πολύ στενά και με τον ίδιο τον Γιώργο - από τα ρούχα και το στιλ του, μέχρι την επιλογή του τραγουδιού, το οποίο αντανακλά το δικό του συναισθηματικό ταξίδι και τη μεγάλη του αγάπη για τον Βασίλη Καρρά. Με αυτό το κλιπ ήθελα να δώσω μια μικρή ανάσα στον θεατή, αλλά και να προσθέσω ακόμα ένα επίπεδο, μια άλλη διάσταση στην ταινία.
Για την Ελλάδα συνειδητοποίησα ότι είμαστε όλοι συνδεδεμένοι μέσα από τα όνειρά μας και συνεχίζουμε να προχωράμε μπροστά, παρόλο που έχουμε περάσει τόσα πολλά σαν χώρα. Η Ελλάδα και οι άνθρωποί της έχουν μια απίστευτη ανθεκτικότητα, κάτι που αποδείχθηκε ξεκάθαρα μέσα από τη δική μου εμπειρία με τους τρεις ήρωες της ταινίας.»
Η Ειρήνη Βουρλούμη μαζί με τον Πούμα
Η εικόνα των Αθηναίων για τους ταξιτζήδες είναι μπερδεμένη. Τι ανακάλυψες για τους οδηγούς ταξί μέσα από την εμπειρία σου και θα ήθελες να το μοιραστείς;
Ο οδηγός ταξί είναι μια γνώριμη φιγούρα, αλλά ξέρουμε ελάχιστα γι’ αυτόν. Συχνά μένουμε στο επάγγελμα χωρίς να βλέπουμε τον άνθρωπο πίσω από το τιμόνι. Αυτό που με εντυπωσίασε στα γυρίσματα ήταν το πόσο εξαντλητική είναι η καθημερινότητά τους - σωματικά και ψυχικά. Μέσα από την ταινία απέκτησα τεράστιο σεβασμό για την προσπάθειά τους. Ηθελα να αναδείξω τις επιθυμίες, τα όνειρα και τις ευαισθησίες τους, γιατί κανένας άνθρωπος δεν περιορίζεται απλώς στην επαγγελματική του ιδιότητα. Αυτή η αθέατη πλευρά τους είναι που με ενδιαφέρει περισσότερο.
Τι ανακάλυψες για την Αθήνα, την Ελλάδα σήμερα μέσα από την εμπειρία της έρευνας για το ντοκιμαντέρ και των γυρισμάτων στη συνέχεια;
Μέσα από την έρευνα και τα γυρίσματα, είδα πλευρές της Αθήνας που δεν είχα ξανά ζήσει. Μπήκα σε νυχτερινά μαγαζιά και κλαμπ στο Μπουρνάζι, όπως το «Δικαστήριο» και σε σκυλάδικα, τα οποία μάλιστα μ άρεσαν πολύ, αν και δεν άκουγα πολύ λαϊκή μουσική. Τώρα ακούω full. Πήγα στην πανέμορφη εκκλησία του Σάνι στην Κυψέλη, όπου κατάλαβα πολλά περισσότερα για την αφρικανική κοινότητα και το πόσο δεμένοι είναι μεταξύ τους. Παράλληλα, ανακάλυψα έναν ολόκληρο, ξεχωριστό κόσμο των οδηγών ταξί στο αεροδρόμιο, με τη δική τους ιδιαίτερη κουλτούρα και τους δικούς τους κώδικες. Τελικά, για την Ελλάδα συνειδητοποίησα ότι είμαστε όλοι συνδεδεμένοι μέσα από τα όνειρά μας και συνεχίζουμε να προχωράμε μπροστά, παρόλο που έχουμε περάσει τόσα πολλά σαν χώρα. Η Ελλάδα και οι άνθρωποί της έχουν μια απίστευτη ανθεκτικότητα, κάτι που αποδείχθηκε ξεκάθαρα μέσα από τη δική μου εμπειρία με τους τρεις ήρωες της ταινίας.
Είναι αλλιώς η Αθήνα αν τη βλέπεις μέσα από ένα ταξί;
Το να βλέπεις την Αθήνα από ένα παράθυρο ή ένα παρμπρίζ είναι σαν να την κοιτάζεις μέσα από ένα κάδρο, και ίσως μ' αρέσει αυτό γιατί είμαι φωτογράφος. Είναι σαν μια κινούμενη ταινία από μόνο του. Νομίζω ότι οι οδηγοί ταξί βιώνουν την πόλη σαν ένα διαρκές πέρασμα από τη μία ζωή στην άλλη. Κάθε διαδρομή τούς φέρνει σε επαφή με διαφορετικούς ανθρώπους, γειτονιές και πραγματικότητες. Ταυτόχρονα, όμως, οι ίδιοι παραμένουν μέσα στο αυτοκίνητο, σε έναν δικό τους, σχεδόν προστατευμένο χώρο. Με ενδιέφερε αυτή η ιδέα του να είσαι διαρκώς σε κίνηση, αλλά να μην ξέρεις απαραίτητα αν πηγαίνεις κάπου και ο ίδιος. Το ταξί γίνεται ένας τρόπος να παρατηρείς την πόλη, αλλά και να σκέφτεσαι τη δική σου ζωή, τις επιλογές σου και το πού θα ήθελες να βρίσκεσαι. Νομίζω ότι υπάρχει κάτι πολύ ανθρώπινο σε αυτή την αντίφαση.
Τι είναι για σένα η Αθήνα; Τι είναι το πιο όμορφο και το πιο άσχημο της; Τι θα ήθελες να αλλάξει τώρα;
Η Αθήνα είναι το σπίτι μου, και για μένα είναι η καλύτερη πόλη στον κόσμο και θα είναι πάντα. Το πιο όμορφο στοιχείο της είναι ότι είναι άγρια και αυθόρμητη. Το πιο άσχημο, όμως, είναι ο τρόπος με τον οποίο αλλάζει, καθώς γίνεται όλο και πιο mainstream και χάνει αυτό το edginess και τον αυθεντικό της χαρακτήρα. Αυτό που θα ήθελα να αλλάξει τώρα αμέσως είναι να σταματήσουμε να την ξεπουλάμε, να σταματήσει όλο αυτό το gentrification και να γίνει ξανά μια πόλη για τους κατοίκους της.
Είμαι μισή Ινδονήσια, και μέσα από την επιλογή μου να έχω έναν ξένο οδηγό ταξί, ήθελα να μιλήσω για την ξενοφοβία που υπάρχει σε αυτή τη χώρα. Νομίζω ότι κάποιοι άνθρωποι εξακολουθούν να μην έχουν συνειδητοποιήσει πόσο διαδεδομένη είναι και πως έχει επηρεάσει ακόμα και τη δική μου ζωή. Η ξενοφοβία δεν είναι πάντα μια ανοιχτή επίθεση· είναι κάτι πολύ πιο καθημερινό και ύπουλο, ένας διαρκής διαχωρισμός σε "δικούς μας" και "ξένους". Ήθελα, λοιπόν, να δείξω πώς αυτή η νοοτροπία δημιουργεί αόρατους τοίχους και επηρεάζει τις ζωές των ανθρώπων γύρω μας, κάνοντάς τους να νιώθουν ξένοι στην ίδια τους την πόλη.»
Η ταινία πως έρχεται και συναντάει την πλευρά σου ως φωτογράφο;
Η φωτογραφία έπαιξε τεράστιο ρόλο, γιατί αυτή ήταν η μόνη εμπειρία που είχα. Δεν είχα κάνει ποτέ ξανά ταινία, οπότε με αυτή την εμπειρία ξεκίνησε για μένα όλο το πρότζεκτ. Δούλευα ως φωτορεπόρτερ για 15 χρόνια και αυτό το δημοσιογραφικό υπόβαθρο με βοήθησε να ψάχνομαι και να ερευνώ τα πράγματα σε βάθος. Παράλληλα, η δική μου δουλειά ως εικαστικός φωτογράφος επηρέασε πολύ το ενδιαφέρον μου να εξερευνήσω σύγχρονα κοινωνιολογικά ζητήματα μέσα από μια δημιουργική σύλληψη.
Πόσο σε βοήθησε η εμπειρία σου ως φωτογράφος στην ταινία; Τι στοιχείο έδωσε που αλλιώς δεν θα υπήρχε;
Υπάρχουν θεματικές του δικού μου φωτογραφικού έργου που είναι πολύ εμφανείς στην ταινία. Για παράδειγμα τους εσωτερικούς χώρους, οι οποίοι αντανακλούν τα ίχνη των ανθρώπων. Αυτό είναι κάτι που είχα κάνει και στη φωτογραφική μου σειρά «In Waiting», και το συνεχίζω στην ταινία δείχνοντας τα εσωτερικά των σπιτιών των ηρώων. Και επίσης υπάρχει σίγουρα και η επιρροή από τον παππού μου, τον ζωγράφο Ανδρέα Βουρλούμη. Εκείνος σχεδίαζε διαρκώς την Αθήνα, τα μπαλκόνια της και την καθημερινή ζωή των Αθηναίων, στην οποία εστιάσαμε κι εμείς στην ταινία. Είναι προφανώς μια ταινία που καθοδηγείται από την οπτική της αισθητική.
Ο Μιχάλης Γκατζόγιας δεξιά στα γυρίσματα
Πώς συνεργάστηκες με τον Μιχάλη Γκατζόγια στην υπέροχη φωτογραφία της ταινίας; Ηταν από την αρχή ζητούμενο η αντίθεση ανάμεσα στο ρεαλισμό όσων βλέπουμε και σε μια φωτογραφία που μοιάζει με νεο-νουάρ ή φέρει ακόμη και ιμπρεσιονιστικές διαθέσεις;
Πρώτον, σε ευχαριστώ πολύ! Θέλαμε να δημιουργήσουμε κατά κάποιον τρόπο δύο διαφορετικούς κόσμους: την πραγματικότητα της καθημερινής ζωής και, από την άλλη, την πιο φαντασιακή και μαγική πτυχή των ονείρων των χαρακτήρων.
Σίγουρα δεν πρέπει να ήταν εύκολο για τον Μιχάλη να συνεργαστεί με μια σκηνοθέτιδα που είναι η ίδια φωτογράφος αυτό έχει τα θετικά του αλλά και τα αρνητικά του. Ομως καταφέραμε να συνδυάσουμε το όραμά μας για την ταινία. Δεν θα μπορούσα να το έχω κάνει αυτό χωρίς εκείνον. Είναι ο καλύτερος, πολύ καλός άνθρωπος και με πάρα πολύ υπομονή - την οποία, τη χρειάζεσαι όταν δουλεύεις μαζί μου…
Θέλαμε να δημιουργήσουμε μια διαφορετική οπτική γλώσσα για καθέναν από τους τρεις χαρακτήρες μας. Και μάς επηρέασε πολύ η ίδια η Αθήνα, η οποία από μόνη της σε παρασύρει σε μια νεο-νουάρ ατμόσφαιρα, ειδικά τις βραδινές ώρες. Παράλληλα, οι ιμπρεσιονιστικές διαθέσεις προέκυψαν πολύ φυσικά, καθώς κουβαλάω μέσα μου τις καλλιτεχνικές επιρροές από τον παππού μου.
Η καταγωγή σου πόσο μπήκε μέσα στην ταινία; Πόσο σε ενδιαφέρει το θέμα των ξένων - κυριολεκτικά και μεταφορικά - μέσα στο σινεμά που κάνεις;
Πάρα πολύ. Είμαι μισή Ινδονήσια, και μέσα από την επιλογή μου να έχω έναν ξένο οδηγό ταξί, ήθελα να μιλήσω για την ξενοφοβία που υπάρχει σε αυτή τη χώρα. Νομίζω ότι κάποιοι άνθρωποι εξακολουθούν να μην έχουν συνειδητοποιήσει πόσο διαδεδομένη είναι και πως έχει επηρεάσει ακόμα και τη δική μου ζωή. Η ξενοφοβία δεν είναι πάντα μια ανοιχτή επίθεση· είναι κάτι πολύ πιο καθημερινό και ύπουλο, ένας διαρκής διαχωρισμός σε «δικούς μας» και «ξένους». Ηθελα, λοιπόν, να δείξω πώς αυτή η νοοτροπία δημιουργεί αόρατους τοίχους και επηρεάζει τις ζωές των ανθρώπων γύρω μας, κάνοντάς τους να νιώθουν ξένοι στην ίδια τους την πόλη. Ειδικά αν κοιτάξεις πώς κινείται ο κόσμος σήμερα και με όλα όσα συμβαίνουν διεθνώς, φαίνεται πως η κατάσταση πηγαίνει προς το χειρότερο. Γι' αυτόν τον λόγο, πρέπει να είμαστε πολύ πιο ευαισθητοποιημένοι, να μιλάμε πιο ανοιχτά για όλα αυτά και να έχουμε μεγαλύτερη επίγνωση.
Πιστεύεις πώς μέσα από τις ανθρώπινες ιστορίες μαθαίνουμε να γίνουμε πιο ανεκτικοί με τον διπλανό μας;
Το ελπίζω πραγματικά. Αυτό είναι άλλωστε που αγαπώ περισσότερο στη ζωή. Το να γνωρίζω νέους ανθρώπους και να βυθίζομαι σε καινούργιους κόσμους. Μέσα από αυτές τις συναντήσεις μπορείς να εξελιχθείς, να αλλάξεις τον τρόπο που βλέπεις τα πράγματα και να μεγαλώσεις ως άνθρωπος. Για μένα η τέχνη είναι η ιδανική προέκταση αυτής της ανάγκης.
Ο κόσμος αυτή τη στιγμή πηγαίνει κατά διαβόλου, οπότε είναι δύσκολο να απαντήσεις σε τέτοιες ερωτήσεις χωρίς να αναφερθείς σε όσα τραγικά συμβαίνουν στην Παλαιστίνη, στην Αμερική και στην Αφρική. Μέσα σε αυτή την πραγματικότητα, είμαστε απλώς τυχεροί που έχουμε ακόμα επιλογές για να δούμε πού θα μας βγάλει η ζωή μας. Ο δρόμος κρύβεται στο να εκτιμάς αυτές τις επιλογές, να παραμένεις περίεργος για τον κόσμο και να μη φοβάσαι να κάνεις αυτό που πραγματικά θέλεις.»
Η εποχή μας ευνοεί την ελπίδα και το όνειρο στα οποία πιστεύουν οι ήρωες σου;
Οχι, καθόλου. Αντίθετα, η εποχή μας κάνει τα πράγματα ακόμα πιο δύσκολα, ειδικά εδώ στην Ελλάδα. Εχουμε περάσει τόσα πολλά τα τελευταία χρόνια και ακόμα προσπαθούμε να συνέλθουμε από ένα συλλογικό τραύμα που ξεκίνησε από την οικονομική κρίση και συνεχίστηκε με την πανδημία. Την ίδια στιγμή, βλέπουμε ότι ο κόσμος γύρω μας γίνεται όλο και πιο σκληρός.Γίνεται όλο και πιο δύσκολο, αλλά ταυτόχρονα όλο και πιο επιτακτικό, όλο και πιο απαραίτητο να κρατηθούμε από κάπου. Γι' αυτόν τον λόγο, η ελπίδα και το όνειρο δεν είναι απλώς μια πολυτέλεια· είναι μια πράξη αντίστασης. Το γεγονός ότι αυτοί οι τρεις άνθρωποι βρίσκουν τη δύναμη να ονειρεύονται κόντρα σε όλα, είναι αυτό που κάνει την προσπάθειά τους τόσο συγκινητική και απαραίτητη.
Η πρόσβαση των θεατών στο ντοκιμαντέρ έχει γίνει πιο εύκολη τα τελευταία χρόνια, αλλά παραμένει περιορισμένη. Τι θα έλεγες σε κάποιον για να τον πείσεις να δει το «Αλλού ο Δρόμος»;
Θα του έλεγα απλώς ότι είναι ένα διαφορετικό είδος ντοκιμαντέρ, που στο τέλος της ημέρας αποτελεί ένα γράμμα αγάπης για την Αθήνα. Προσπαθήσαμε να βάλουμε χιούμορ, συναίσθημα και έχει και γαμάτη μουσική! Μάλιστα, γράψαμε ένα original τραγούδι για τον Γιώργο, το «Δεν με νίκησε η πόλη», το οποίο κυκλοφορεί τώρα από τη Minos EMI. Και το πιο σημαντικό, οι τρεις χαρακτήρες μας είναι υπέροχοι! Ελπίζω απλώς οι Αθηναίοι να βγουν από την αίθουσα έχοντας δει μια άλλη πλευρά της πόλης τους, παίρνοντας μαζί τους μια θετική ματιά και για τους ταξιτζήδες, αλλά και τη διάθεση να πάρουν τη δική τους ζωή στα χέρια τους και να έχουν ελπίδες για τα όνειρά τους.
Χρησιμοποιείς ταξί στην καθημερινότητά σου; Παίρνεις από το δρόμο, από εφαρμογές ή όπου προκύψει
Μάλιστα, παρόλο που έχω και η ίδια ένα κίτρινο αυτοκίνητο-το οποίο μάλλον αγόρασα υποσυνείδητα πριν καν ξεκινήσω την ταινία, χαχα - παίρνω πολλά ταξί. Οταν δεν σταματάω κάποιο στον δρόμο, χρησιμοποιώ πολύ και το FREENOW, καθώς οι περισσότεροι οδηγοί ταξί δουλεύουν πλέον με αυτές τις εφαρμογές, για καλό ή για κακό. Ακόμα λατρεύω να μιλάω με τους οδηγούς ταξί και κάθε διαδρομή παραμένει αυθόρμητη και ένα μυστήριο.
Τελικά ο δρόμος (του καθενός) που είναι;
Ο κόσμος αυτή τη στιγμή πηγαίνει κατά διαβόλου, οπότε είναι δύσκολο να απαντήσεις σε τέτοιες ερωτήσεις χωρίς να αναφερθείς σε όσα τραγικά συμβαίνουν στην Παλαιστίνη, στην Αμερική και στην Αφρική. Μέσα σε αυτή την πραγματικότητα, είμαστε απλώς τυχεροί που έχουμε ακόμα επιλογές για να δούμε πού θα μας βγάλει η ζωή μας. Ο δρόμος κρύβεται στο να εκτιμάς αυτές τις επιλογές, να παραμένεις περίεργος για τον κόσμο και να μη φοβάσαι να κάνεις αυτό που πραγματικά θέλεις. Για να είμαστε ευτυχισμένοι και ολοκληρωμένοι, το πιο σημαντικό είναι να προσπαθούμε να οδηγούμε τη ζωή μας με αγάπη, όπως πιστεύει και ο αγαπημένος μου ο Στίβι Γουόντερ και δεν σταματάει να μιλάει για αυτό δημόσια και στη μουσική του, όπως λέει ο τίτλος από ένα από τα πιο σημαντικά κομμάτια του, «Love's in Need of Love Today».
Το «Αλλού ο Δρόμος» της Ειρήνης Βουρλούμη θα προβάλλεται από τις 22 Οκτωβρίου στον Δαναό.
