«Sirât» είναι μια λέξη αραβικής προέλευσης (الصراط) που, στην ισλαμική παράδοση, περιγράφει τη γέφυρα που ενώνει τη ζωή με το επέκεινα. Ενα εξαιρετικά λεπτό και επικίνδυνο πέρασμα («πιο λεπτό από τρίχα, πιο κοφτερό από ξίφος»), μια πορεία όπου κάθε βήμα μετρά και σε οδηγεί στη λύτρωση, ή την κόλαση σου.
Το «Sirât», η νέα ταινία του Ολιβερ Λάσε («Θα Ερθει η Φωτιά») καταφέρνει να διασχίσει αυτό το μονοπάτι της Κρίσης - και στην ουσία της, και και στη φόρμα της. Τόσο οι υπαρξιακές θεματικές που αναλύει, όσο και το τολμηρό σινεμά που προτείνει κατασκευάζουν μία στιβαρή κινηματογραφική γέφυρα ανάμεσα στην πραγματικότητα και το αόρατο, τον πόνο και τη λύτρωση, τον ρεαλισμό και το μεταφυσικό.
Η ιστορία ακολουθεί τον μεσήλικα Λουίς και τον 12χρονο γιο του Εστέμπαν στην έρημο του Μαρόκο. Η 17χρονη κόρη του έχει εξαφανιστεί και κάποιοι του είπαν ότι βρίσκεται εκεί στα μεγάλα rave parties που στήνονται παράνομα από διεθνείς κολεκτίβες, νομάδες με αντισυμβατικές φιλοσοφίες και κουλτούρες. Ομως είναι δύσκολο να τα ανακαλύψει κανείς - λειτουργούν με προσκλήσεις, στόμα με στόμα, μέσα από κλειστά κυκλώματα, με τις τοποθεσίες να αλλάζουν τελευταία στιγμή για λόγους ασφαλείας. Στην περιπλάνησή του, ο Λούις θα γνωρίσει μία παρέα από ravers που προθυμοποιούνται να τον οδηγήσουν στο επόμενο πάρτυ. Μόνο που στη διαδρομή θα συμβούν πολλά. Ενας πόλεμος ξεσπά, τα σύνορα κλείνουν, το ύφασμα του κόσμου όπως τον ξέρουμε αρχίζει να ξηλώνεται. Το ταξίδι τους μετατρέπεται σιγά σιγά σε κάτι που μοιάζει με μετωπική σύγκρουση με τον εαυτό και τις αντοχές τους, με μια προσπάθεια επιβίωσης μέσα σε μια πραγματικότητα που θυμίζει μετα-αποκαλυπτικό όνειρο.
Σε μια εποχή που η πραγματικότητα γύρω μας -εντός κι εκτός των συνόρων μας- διαβάζει τον Οργουελ ως εγχειρίδιο, το «Sirât» μοιάζει να εγείρει ερωτήσεις, ακόμα κι όταν αποφεύγει τις απαντήσεις. Είναι μία εμπειρία που μοιάζει πολύ με το αγωνιώδες και το εκστατικό ταξίδι των ηρώων της: κι ο θεατής περνά από την Κόλαση με ελπίδα τη λύτρωσή του.
Κι όλα αυτά σε κάνουν να θέλεις να χωθείς σ' ένα δωμάτιο με τον Ισπανό σκηνοθέτη και τον πρωταγωνιστή του (τον πάντα υπέροχο Σερζί Λοπέζ) και να συζητάς σε βάθος, έτσι όμως μόνο το μεγάλο σινεμά εμπνέει. Είχαμε την τύχη να τους συναντήσουμε στα πρόσφατα Ευρωπαϊκά Βραβεία Κινηματογράφου του Βερολίνου (όπου η ταινία κατέληξε να συγκεντρώσει 5 βραβεία) κι ό,τι ακολουθεί ήταν κάτι που ξέφευγε από την τυπική συνέντευξη - κανείς δεν ήταν εκεί για οτιδήποτε τυπικό.
Μία από τις σημαντικότερες ταινίες της χρονιάς — κατά την ταπεινή μου γνώμη η καλύτερη του Φεστιβάλ Καννών — είναι ταυτόχρονα πολύ απαιτητική κι επώδυνη εμπειρία. Σε σπρώχνει σε συναισθηματικό ινφέρνο, και με τις θεματικές που διαχειρίζεται αλλά κι ως κατασκευή. Είναι το σινεμά ένα «Sirat»; Ενα μονοπάτι προς την κάθαρση, την μεταφυσική αντίληψη - ακόμα κι αν δεν καταλαβαίνεις τι βλέπεις, έχει τη δύναμη να σου επικοινωνήσει κάτι υπερβατικό;
Ολιβερ Λάσε: Συγκεντρώνω με μεγάλο ενδιαφέρον τις αντιδράσεις των θεατών σε όλο τον κόσμο. Κι εκτιμώ τη δική δική σας που έρχεστε από την Ελλάδα. Φυσικά και δεν είναι εύκολη ταινία, δεν είναι διασκέδαση. Ομως δεν πιστεύω ότι ο στόχος του κινηματογράφου, του θεάτρου, της τέχνης είναι να σε διασκεδάσει. Οι αρχαίοι Ελληνες δεν πήγαιναν στο θέατρο για να διασκεδάσουν. Δεν έλεγαν οι παρέες «πάμε να δούμε ένα Σοφοκλή και μετά για ποτάκι;» Πήγαιναν στο θέατρο για να κάνουν δουλειά με τον εαυτό τους, να σκάψουν μέσα τους, να φτάσουν στην κάθαρση.
Πάντως, τι σημαίνει δύσκολη ταινία; Ο κόσμος κουράστηκε να βλέπει τα ίδια και τα ίδια. Το παρατήρησα και στις προβολές που κάνουμε τώρα στην Αμερική. Μας το επικοινωνούν στα q n a, «πόσο διαφορετική είναι αυτή η ταινία», και καταλαβαίνεις ότι υπάρχουν θεατές που έχουν μεγαλώσει με ταινίες του Netflix. Ομως όσο ζορίζει η ζωή εκεί έξω, τόσο περισσότερο δεν τους καλύπτει αυτό το ευκολόπιοτο, επιφανειακό είδος - δεν τους αφήνει τίποτα στο τέλος. Οπότε να ευχαριστήσουμε εδώ το Netflix: όσο συνεχίζουν να προσφέρουν εύκολη τροφή, αφήνουν χώρο για εμάς.
Μπορεί να σας φανεί παράξενο αλλά με αυτή την ταινία ήθελα να σας φροντίσω. Ναι, ο θεατής πρέπει να περάσει μέσα από το σοκ και τον πόνο, αλλά ο σκοπός ήταν να πάει κάπου καλύτερα μετά. Ηθελα τον θεατή να ζήσει το θάνατο του. Πεθαίνει ο θεατής βλέποντας την ταινία. Περνάει όμως από την άλλη μεριά.
Δεν μπορώ να πω ότι είμαι θρήσκος, αλλά έχω μελετήσει όλες τις θρησκείες, έζησα και 12 χρόνια στο Μαρόκο και είδα, για παράδειγμα, τους ανθρώπους στις κηδείες των αγαπημένων τους ανθρώπους να χαμογελάνε. Με βαθιά πίστη ότι πέρασαν στην άλλη πλευρά. Για μένα, αυτός δεν είναι ο Παράδεισος. Είναι η αποδοχή της θνητότητας μας. Κι αυτό φέρνει ανάσα, ελευθερία. Ηθελα ο θεατής να έρθει αντιμέτωπος με το θάνατο, οπότε με τη ζωή του. Τι κάνει; Πώς ζει; Τι έχει σημασία; Με τι είναι συνδεδεμένος; Αυτό κάνει το σινεμά: μάς συνδέει.
Δεν πιστεύω ότι ο στόχος του κινηματογράφου, του θεάτρου, της τέχνης είναι να σε διασκεδάσει. Οι αρχαίοι Ελληνες δεν πήγαιναν στο θέατρο για να διασκεδάσουν. Δεν έλεγαν οι παρέες "πάμε να δούμε ένα Σοφοκλή και μετά για ποτάκι;" Πήγαιναν στο θέατρο για να κάνουν δουλειά με τον εαυτό τους, να σκάψουν μέσα τους, να φτάσουν στην κάθαρση.» | Ολιβερ Λάσε
Σερζί Λοπέζ: Αυτό κάνει το σινεμά, ναι. Εγώ ήρθα σίγουρα αντιμέτωπος με το θάνατο. Ξέρετε συνέπεσε η ταινία με τα γενέθλια των 60 μου χρόνων. Είναι περίεργος σταθμός τα 60. Σε βάζει να ανασύρεις πολλά από μέσα σου. Πάντως δεν ξέρω αν σκέφτηκα τόσο πολύ το δικό μου θάνατο, όσο τον πόνο της ζωής όσων μένουν πίσω. Πόσο σκληρό, αλλά και πόσο αληθινό είναι το «η ζωή συνεχίζεται». Η μόνη μου αντίρρηση στο σενάριο, το μόνο που διαφώνησα αρχικά με τον Ολιβερ είναι ότι αυτός ο πατέρας συνεχίζει με το καραβάνι, μετά από ό,τι συμβαίνει. Κι εκείνος μου είπε «μα αυτό είναι η ζωή - συνεχίζεται». Οχι, όχι εγώ θα έμενα εκεί. Επέμενα, χτυπιόμουν. Μέχρι που κατάλαβα ότι η αντίρρησή μου ήταν κομμάτι του πένθους μου. Ομως, όντως, η ζωή συνεχίζεται. Μπαίνεις ξανά στην πορεία της και προχωράς. Οπως μπορείς. Οσο άδικο κι αν είναι.
Ολιβερ Λάσε: Ομως, ξέρεις, η έννοια της «αδικίας» του θανάτου είναι κάτι που επινοήθηκε στις μοντέρνες κοινωνίες. Οι αρχαίες κοινωνίες δεν αναρωτιόντουσαν «γιατί». Ο άνθρωπος γεννιέται και πεθαίνει. Δεν υπάρχει γιατί. Γιατί έτσι είναι η φύση. Αυτό που είχε σημασία είναι πώς ζει και πώς επιλέγει να πεθάνει. Να πεθάνει με αξιοπρέπεια. Και οι ήρωες μου πεθαίνουν με αξιοπρέπεια - βοηθούν ο ένας τον άλλον. Πεθαίνουν χορεύοντας. Αν μπορούσα να επιλέξω το θάνατο μου θα ήταν χορεύοντας σ’ ένα rave party!
Σερζί Λοπέζ: Η αλήθεια είναι ότι είχα μία πολύ παρεξηγημένη εικόνα για τα rave parties. Θεωρούσα ότι ήταν χιλιάδες ανεγκέφαλοι που παίρνουν ναρκωτικά και χορεύουν με άδειο μυαλό. Λόγω της ταινίας ανακάλυψα ότι είχα πολύ λάθος εικόνα. Εζησα από κοντά την κοινότητα των ravers, πόσο ισχυρό κοινωνικό ιστό έχουν - πολιτικό, οικολογικό, φεμινιστικό. Τελειώνει το πάρτυ και μετά από λίγες ώρες δεν υπάρχει ούτε ένα σκουπιδάκι στο χώρο. Χιλιάδες κόσμου σε αυτά τα πάρτι - ούτε ένας καβγάς. Ούτε ένα επεισόδιο. Στην Ισπανία, ένα πάρτι σπίτι σου με 50 άτομα και κάποιοι θα βρουν λόγο να πλακωθούν (γελάει).
Πρέπει να σας πω ότι δεν μου αρέσει ο όρος «ερμηνεία». Δεν θέλω σε μία ταινία να προβάλεται η συνθήκη μου ως ηθοποιός. Η επιτυχία για μένα, η "καλή ερμηνεία" αν θέλετε, είναι να εξαφανίζεσαι, να γίνεσαι αόρατος. Να μην "παίζεις". .Να "είσαι"...» | Σερζί Λοπέζ
Για εμάς αυτή είναι η μεγαλύτερη ερμηνεία της καριέρας σας. Ηταν για εσάς η πιο απαιτητική, νιώσατε κι εσείς ότι είναι μία ερμηνεία-ζωής;
Σερζί Λοπέζ: Σας ευχαριστώ πολύ. Δεν ξέρω πώς να απαντήσω γιατί πρέπει να σας πω ότι δεν μου αρέσει ο όρος «ερμηνεία». Δεν θέλω σε μία ταινία να προβάλεται ο ρόλος μου ως ηθοποιός. Η επιτυχία για μένα είναι να εξαφανίζεσαι, να γίνεσαι αόρατος. Κι αυτή η ταινία αποτελεί ένα πολύ καλό παράδειγμα - καθώς όλοι οι υπόλοιποι δεν είναι επαγγελματίες ηθοποιοί. Ο Μπρούνο Νούνιες Αρχόνα, που ερμηνεύει τον γιο μου, κι εγώ ήμασταν οι μόνοι επαγγελματίες. Κι όμως συνυπάρχουμε όλοι, δίπλα δίπλα, ισάξια στις σκηνές μας. «Είμαστε», δεν «παίζουμε». Αυτό. Καταλαβαίνω ότι το κοινό έχει μάθει να χαρακτηρίζει αυτό που βλέπει ως ερμηνεία. Εγώ προσπαθούσα απλώς να νιώθω, να είμαι, να υπάρχω σε αυτό που ζούσε ο Λουίς, εξαφανίζοντας τον Σερζί.
Ηταν πρόκληση, είχε μεγαλύτερο βαθμό δυσκολίας, να σκηνοθετείτε ένα υβριδικό κάστ- επαγγελματιών ηθοποιών και ερασιτεχνών;
Ολιβερ Λάσε: Περισσότερο δυσκολεύτηκε ο Σερζί, τον καταλαβαίνω - οι ηθοποιοί έρχονται με εκπαίδευση, με ένα συγκεκριμένο σετ εργαλείων, κι είναι δύσκολο να αφήσουν πίσω όσα ξέρουν. Για τους ravers ήταν πιο απλό, ήταν ήδη κοντά σε αυτό τον κόσμο. Ο Σερζί έπρεπε να αφομοιωθεί. Ομως, μπορεί να μην το ξέρει, αλλά είναι κι αυτός raver. Ημουν μέρος της κοινότητας για χρόνια και ξέρω. Είναι ένας άνθρωπος με τα δικά του τραύματα. Το ένστικτό του τον οδηγούσε σωστά.
Πάντως δεν με δυσκόλεψε να σκηνοθετώ ερασιτέχνες και επαγγελματίες. Για μένα δεν υπάρχει διάκριση. Μου αρέσουν οι άνθρωποι. Για αυτό σπουδάζω και ψυχολογία - με ενδιαφέρει να μάθω γιατί ήρθες στο δρόμο μου, τι έχω να μάθω από σένα. Προσπαθώ να σε ανακαλύψω, ενώ ταυτόχρονα σκάβω μέσα μου. Οπότε δεν με νοιάζει αν ένας ηθοποιός είναι ερασιτέχνης ή επαγγελματίας. Ο τρόπος μου είναι να πλησιάζω τους ανθρώπους, να περνάω χρόνο μαζί τους. Ετοιμάζαμε πολύ καιρό την ταινία - ερχόντουσαν όλοι σπίτι, μαγειρεύαμε, συζητούσαμε, κάναμε πρόβες ή απλώς πηγαίναμε βόλτες στο δάσος. Ο τρόπος μου είναι αργός - για αυτό κάνω μία ταινία κάθε 5 χρόνια.
Σερζί Λοπέζ: Είναι μία μεγάλη αντίφαση η δουλειά μας. Φυσικά κι απαιτεί και εκπαίδευση και εμπειρία και διάβασμα. Ομως όταν φτάνεις στο σετ, όταν πρέπει να γλιστρήσεις κάτω από το δέρμα του χαρακτήρα, οφείλεις να ξεχάσεις τα κόλπα. Να αφεθείς, να εμπιστευτείς το ένστικτό σου. Να ακολουθήσεις μία αλήθεια που έχεις αναγνωρίσει στο σενάριο. Εκεί σε βοηθάει το σώμα σου. Αν εγκαταλείψεις το αναλυτικό σου μυαλό που σκέφτεται συνεχώς, αν αφήσεις το τιμόνι στο σώμα σου, αυτό ξέρει τι να κάνει.
Είναι μία πολύ επώδυνη ταινία, σίγουρα, αλλά εγώ από την πρώτη στιγμή που διάβασα το σενάριο αισθάνθηκα χαρά. Ενας τόσο καλογραμμένος, υπέροχος ρόλος είναι ευλογία, είναι χαρά, είναι έκσταση. Γιατί αυτή η ταινία δεν μιλά μόνο για την ιστορία ενός πατέρα και της οικογένειάς του, αλλά για την οικογένεια που δημιουργείται εκεί στην έρημο. Μιλά για τη ζωή και την ανθρωπότητα. Είμαστε μέσα στο ναρκοπέδιο και το μόνο που έχουμε είναι ο ένας τον άλλον.» | Σερζί Λοπέζ
Αυτό θυμίζει λίγο και τις δύο μεγάλες σκηνές της ταινίας: το rave party και το ναρκοπέδιο. Αναρωτιέμαι, τι από τα δύο θα χρησιμοποιούσατε ως συμβολισμό και της δημιουργικής κινηματογραφικής διαδικασίας -είτε μπροστά, είτε πίσω από την κάμερα. Είναι για εσάς σαν ένα rave party, όπου κάποιος μπαίνει σε τρανς και απελευθερώνεται, ή σαν ναρκοπέδιο όπου η κάθε απόφαση έχει μεγάλο ρίσκο; Πώς αισθάνεται κανείς γυρίζοντας μία ταινία; Εκσταση ή αγωνία;
Σερζί Λοπέζ: Από την πρώτη στιγμή που διάβασα το σενάριο αισθάνθηκα χαρά. Είναι μία πολύ επώδυνη ταινία, σίγουρα, όπως και μία ρισκέ ταινία για να την προωθήσεις - είναι ταινία δράσης, είναι γουέστερν, είναι μεταφυσικό δράμα, τι είναι; Και πώς θα σηκώσει κανείς όλο αυτό τον πόνο; Το πρώτο πράγμα που είπα στον Ολιβερ ήταν ότι μία συγκεκριμένη σκηνή, καταλαβαίνετε ποια, δεν ξέρω αν μπορώ να την αντιμετωπίσω. Κανένας δεν θα μπορούσε, του είπα. Οπότε είχα μεγάλη αγωνία για το πώς θα τα βγάλω πέρα. Και δεν ξέρω αν τα κατάφερα. Δεν είμαι ηθοποιός μεθόδου, δεν σκέφτηκα το δικό μου γιο, δεν έκανα τίποτα από όλα αυτά. Προσπάθησα απλώς να ζήσω τη στιγμή. Να είμαι μέσα, να μην κοιτάξω τα γεγονότα απέξω. Δεν ήμουν σίγουρος ότι τα κατάφερα. Δεν ξέρω αν μπορεί κανείς να μετουσιώσει αυτό τον αβάσταχτο πόνο. Πρέπει να σας πω όμως ότι ταυτόχρονα, από το σενάριο κιόλας, αναγνώρισα το μεγαλείο της ταινίας. Γιατί αυτό που θέλει να μεταδώσει, μέσα από τον πόνο, είναι κάτι πολύ ανθρώπινο και κάτι που έχουμε ξεχάσει. Πάει πολύ βαθιά κι αγγίζει κάτι οικουμενικό. Οπότε αυτό με βοήθησε να διασχίσω κι εγώ μέσα από τον πόνο.
Αλλά για να επιστρέψω σε αυτό που είπα πρώτο, δεν ξέρω πώς σας ακούστηκε (και σίγουρα δεν με βοηθούν τα μέτρια αγγλικά μου) ένιωσα μεγάλη χαρά με την ταινία. Ενας τόσο καλογραμμένος, υπέροχος ρόλος είναι ευλογία, είναι χαρά, είναι έκσταση. Η έκσταση ότι είμαι εκεί, κομμάτι μίας τέτοιας εμπειρίας. Κι αυτό το συναίσθημα ξεπερνά όλα τα υπόλοιπα.
Οικολογικά, πολιτικά, κοινωνικά έχουμε έρθει στο χείλος του γκρεμού. Ο κόσμος μοιραία οδηγείται σε reset. Tο νιώθουμε ότι όλα βράζουν γύρω μας, δεν το νιώθουμε;» | Ολιβερ Λάσε
Ολιβερ Λάσε: Κι εγώ αισθάνομαι πρώτα από όλα ενθουσιασμό, γιατί εμπιστεύομαι το θεατή. Δεν τον υποτιμώ. Συνήθως οι σκηνοθέτες συμβιβάζονται, δεν έχουν ελευθερία στις αποφάσεις τους, γιατί είτε οι ίδιοι, είτε οι παραγωγοί τους δεν εμπιστεύονται το θεατή. Και καταλήγουν με μια ταινία που έχει συρρικνωθεί. Ενα όραμα κουτσουρεμένο. Η δική μου έκσταση ήταν έφτιαχνα κάτι που αισθανόμουν ότι θα αγγίξει τον κόσμο.
Γιατί ο κόσμος κουράστηκε να βλέπει τα ίδια και τα ίδια. Το παρατήρησα και στις προβολές που κάνουμε τώρα στην Αμερική. Μας το επικοινωνούν στα q n a, «πόσο διαφορετική είναι αυτή η ταινία», και καταλαβαίνεις ότι υπάρχουν θεατές που έχουν μεγαλώσει με ταινίες του Netflix. Ομως όσο ζορίζει η ζωή εκεί έξω, τόσο περισσότερο δεν τους καλύπτει αυτό το ευκολόπιοτο, επιφανειακό είδος - δεν τους αφήνει τίποτα στο τέλος. Οπότε να ευχαριστήσουμε εδώ το Netflix: όσο συνεχίζουν να προσφέρουν εύκολη τροφή, αφήνουν χώρο για εμάς.
Ομως, ναι αυτό πάντα συνοδεύεται και με πολύ μεγάλη αγωνία - κάθε φορά που γυρίζω μία ταινία, υποφέρω πολύ. Γιατί η δημιουργία περνάει από μέσα σου. Δεν γίνεται αλλιώς. Πρέπει να αφεθείς να νιώσεις τα πάντα, αν θες να τα νιώσει κι ο θεατής σου. Πρέπει να δωρίσεις το σώμα σου στην επιστήμη (γελάει). Η αγωνία για αυτή ειδικά την ταινία ήταν μεγάλη γιατί δεν ήταν όλοι συνοδοιπόροι στη δική μου βεβαιότητα. Οι περισσότεροι μάς έλεγαν ότι δε θα επικοινωνήσει, θα φεύγουν από την αίθουσα, θα πατώσει. Ονόμαζαν το «Sirat» - αποστολή αυτοκτονίας. Κι αν για ένα πράγμα είμαι περήφανος είναι ότι δεν υποκύψαμε. Βουτήξαμε στο κενό. Δεν μας παρέλυσε ο φόβος. Αποφασίσαμε ότι, ακόμα κι αν ήταν η τελευταία ταινία που κάνουμε, θα την κάνουμε όπως ακριβώς θέλουμε. Είπαμε: θάνατος, αλλά με αξιοπρέπεια.
Μπορεί να σας φανεί παράξενο αλλά με αυτή την ταινία ήθελα να σας φροντίσω. Ναι, πρέπει να περάσετε μέσα από το σοκ και τον πόνο, αλλά ο σκοπός πάντα ήταν να πάτε κάπου καλύτερα μετά. Ηθελα τον θεατή να ζήσει το θάνατο του. Πεθαίνει ο θεατής βλέποντας την ταινία. Περνάει όμως από την άλλη μεριά.» | Ολιβερ Λάσε
Πώς ήταν να κάνει κανείς γυρίσματα στην έρημο;
Σερζί Λοπέζ: Η έρημος είχε μία πολύ μεγαλύτερη επίδραση πάνω μου, πολύ πιο ουσιαστική από ό,τι φανταζόμουν. Συμβαίνει κάτι πραγματικά μεταφυσικό όταν βρίσκεσαι εκεί - όχι μόνο όσο ρολάρει η κάμερα, αλλά και στα διαλείμματα και πριν και μετά το γύρισμα. Αντιλαμβάνεσαι τα μεγέθη αλλιώς. Είσαι πολύ μικρός. Είσαι πολύ ασήμαντος. Ακόμα και στο γύρισμα, ο Όλιβερ τοποθετούσε την κάμερα πολλές φορές στα 200-300 μέτρα μακριά. Δεν τη βλέπαμε. Ημασταν μόνοι μας κάτω από έναν τεράστιο ουρανό. Αυτό κάνει κάτι στο μυαλό του ανθρώπου. Πραγματικά μπαίνεις σε τρανς.
Ολιβερ Λάσε: Τα αυτοκίνητα που τρέχουν στην έρημο ήταν η πρώτη εικόνα που είχα στο μυαλό μου όταν «συνέλαβα» την ιδέα της ταινίας. Από τα χρόνια που ζούσα στο Μαρόκο, η επαφή με την έρημο είχε κάτι το μυστήριο και ακραία μεταφυσικό. Κάτι παρόμοιο με το σινεμά - μία αίσθηση ότι επισκέπτεσαι κάτι, το σώμα σου βρίσκεται κάπου, αλλά παράλληλα κάνεις ένα σημαντικότερο ταξίδι μέσα σου.
Πιστεύετε ότι φτάσαμε στο τέλος του κόσμου; Είναι η ερημιά, ο θάνατος, η εικόνα που έχετε για το παρόν της ανθρωπότητας;
Ολιβερ Λάσε: Νομίζω ότι το νιώθουμε εδώ και καιρό. Οικολογικά, πολιτικά, κοινωνικά έχουμε έρθει στο χείλος του γκρεμού. Το ακούγαμε, το διαβάζαμε, το βλέπαμε. Ο κόσμος μοιραία οδηγείται σε reset. Πότε ακριβώς και πώς θα γίνει αυτό, δεν το γνωρίζω. Αλλά, το νιώθουμε ότι όλα βράζουν γύρω μας, δεν το νιώθουμε;
Σερζί Λοπέζ: Πολλοί θεατές μάς ρωτούν αν η ταινία είναι δυστοπική - άλλωστε ξεσπάει κι ο Γ’ Παγκόσμιος Πόλεμος όσο ο ήρωας μου ψάχνει την κόρη του. Είναι δυστοπική; Ή μήπως κάτι χειρότερο: η δυστοπία αναφέρεται στο μέλλον, αυτά τα ζούμε ήδη.
Στην κινηματογραφική αίθουσα εκτυλίσσεται μια τελετουργία, στην οποία όλοι συμμετέχουμε. Δεν είναι η μεγάλη οθόνη, η εικόνα, ο ήχος. Είναι ο ιερός χώρος. Κάτι συμβαίνει στους θεατές όταν μοιράζονται το βίωμα. Αυτό δεν μπορούμε να το χάσουμε ποτέ. Δεν θα νικήσουν οι πλατφόρμες.» | Ολιβερ Λάσε

Υπάρχει όμως και κάτι πολύ ζεστό μέσα στη σκληρότητα της ταινίας. Μπορεί αυτή η πορεία μέσα στην έρημο να είναι συμβολική για το πόσο επικίνδυνη, βίαιη, άδικη μπορεί να είναι η ζωή, σαν να περπατάμε σε ναρκοπέδιο, όμως σου μένει και η ζεστασιά του «μαζί». Αυτοί οι άνθρωποι τα αντιμετώπισαν όλα μαζί, χόρευαν μαζί. Ισως είναι το μόνο που έχουμε;
Ολιβερ Λάσε: Αυτός ήταν ο σκοπός μου. Η σύνδεση. Οταν κάποιος έρθει σε επαφή με την θνησιμότητα του τότε πέφτουν τα τείχη - δεν υπάρχει φύλο, εθνικότητα, χρώμα, θρησκεία. Μόνο ανθρωπιά. Η συνειδητοποίηση ότι όλοι είμαστε ίδιοι, όλοι μέσα στο ίδιο τρένο. Είχε τίποτα κοινό αυτός ο πατέρας με τους ravers; Με μια πρώτη ματιά, όχι. Μετά όμως έγινε μέλος της ομάδας, της οικογένειας. Όταν η ζωή τους δοκίμασε, έγιναν οικογένεια κι ο ένας φρόντιζε τον άλλον. Ηταν «μαζί», όπως λέτε κι εσείς.
Σερζί Λοπέζ: Είναι αστείο, αλλά όταν ετοιμάζαμε την ταινία, κι όταν τη γυρίζαμε, ο Ολιβερ δεν έλεγε λέξη. Δεν συζητούσαμε τα βαθιά νοήματα της ταινίας, δεν μάς καθοδήγησε στο τι να νιώσουμε, δεν εξηγούσε γιατί έγραψε έτσι κάποια πράγματα. Τώρα δεν το βουλώνει (γελάει). Αστειεύομαι φυσικά. Αλλά, ναι, αυτό το μαζί νιώσαμε κι εμείς. Γιατί δεν είναι μόνο η ιστορία ενός πατέρα και των παιδιών του και των τραγωδιών του. Είναι η ιστορία μίας οικογένειας. Μίας οικογένειας που φτιάχνει εκεί στην έρημο. Είμαστε μέσα στο ναρκοπέδιο και το μόνο που έχουμε είναι ο ένας τον άλλον.
Ολιβερ Λάσε: Κι αυτό το «μαζί» είναι o κεντρικός άξονας του σινεμά. Αν αποκόμισα κάτι ακόμα από την επαφή του κόσμου με το «Sirat» είναι πόσο διαφορετικά βιώνουν την ταινία κάποιοι που θα την δουν σ’ ένα screener και πώς όσοι τη βλέπουν στην αίθουσα. Και θα επαναλάβω τον όρο «τελετουργία». Στην κινηματογραφική αίθουσα εκτυλίσσεται μια τελετουργία, στην οποία όλοι συμμετέχουμε. Δεν είναι η μεγάλη οθόνη, η εικόνα, ο ήχος. Είναι ο ιερός χώρος. Κάτι συμβαίνει στους θεατές όταν μοιράζονται το βίωμα. Αυτό δεν μπορούμε να το χάσουμε ποτέ. Δεν θα νικήσουν οι πλατφόρμες.
Η ταινία κάνει πρεμιέρα στις ελληνικές αίθουσες την Πέμπτη 29 Ιανουαρίου από την Feelgood.
