Άποψη

Ρόμπερτ Πάτινσον: Πώς ο «βρικόλακας του Twilight» έγινε ένας από τους πιο ενδιαφέροντες ηθοποιούς της γενιάς του

στα 10

Από το «Twilight» στο πλευρό των πιο τολμηρών δημιουργών του σύγχρονου σινεμά, ο Ρόμπερτ Πάτινσον ανατρέπει διαρκώς τις προσδοκίες.

Ρόμπερτ Πάτινσον: Πώς ο «βρικόλακας του Twilight» έγινε ένας από τους πιο ενδιαφέροντες ηθοποιούς της γενιάς του

Για χρόνια, το όνομα Ρόμπερτ Πάτινσον ήταν συνυφασμένο με τον Εντουαρντ Κάλεν. Για εκατομμύρια κορίτσια ήταν το απόλυτο εφηβικό crush, για ένα μεγάλο μέρος του ανδρικού κοινού η προσωποποίηση του «cringe» και για πολλούς ένας όμορφος νεαρός που έτυχε να βρεθεί στο επίκεντρο ενός παγκόσμιου φαινομένου.

Σήμερα, ο ηθοποιός έχει αφήσει πίσω του την εικόνα του εφηβικού ειδώλου και έχει διαμορφώσει μια φιλμογραφία που ξεχωρίζει για την τόλμη και την απρόβλεπτη πορεία της, ισορροπώντας ανάμεσα σε ανεξάρτητες παραγωγές και μεγάλες χολιγουντιανές ταινίες.

Εχει συνεργαστεί με τον Κρίστοφερ Νόλαν στο «Tenet», με τον Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ στα «Cosmopolis» και «Maps to the Stars», με τον Ρόμπερτ Εγκερς στο «The Lighthouse», με την Κλερ Ντενί στο «High Life», με τους αδελφούς Σάφντι στο «Good Time» και με τον Μπονγκ Τζουν-χο στο «Mickey 17».

Παράλληλα, φόρεσε τη στολή του Batman, αναλαμβάνοντας έναν ρόλο τόσο εμβληματικό που θα μπορούσε εύκολα να τον παγιδεύσει σε μια ακόμη συγκεκριμένη εικόνα. Αντί γι’ αυτό, τον έκανε μέρος της δικής του διαδρομής. Και το 2026 τον βρίσκει σε μια σειρά από ταινίες που δεν θα μπορούσαν να είναι πιο διαφορετικές μεταξύ τους: «The Drama», «The Odyssey», «Primetime» και, τον Δεκέμβριο, το «Dune: Part Three» του Ντενί Βιλνέβ, όπου υποδύεται τον αινιγματικό Σάιταλ.

Από το arthouse στο blockbuster και από το υπαρξιακό δράμα στη σκοτεινή σάτιρα και την επική επιστημονική φαντασία, ο Πάτινσον έχει πλέον την πολυτέλεια να κινείται σε διαφορετικά κινηματογραφικά σύμπαντα χωρίς να χρειάζεται να αποδείξει τίποτα. Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι το κοινό τον ακολουθεί. Δεν κατάφερε απλώς να αποδείξει πως το «Twilight» δεν ήταν το ταβάνι του. Κατάφερε να αλλάξει τόσο ριζικά τον τρόπο με τον οποίο τον αντιλαμβάνεται το κοινό, ώστε σήμερα η μεγαλύτερη περιέργεια γύρω από το όνομά του να μην είναι πια «τι μπορεί να παίξει;», αλλά «τι θα κάνει μετά;».

Pattinson Φωτογραφίες του Τζακ Μπρίγκλαντ για το περιοδικό GQ.

Η πορεία του είχε ξεκινήσει ήδη με τον Σέντρικ Ντίγκορι στο «Harry Potter και το Κύπελλο της Φωτιάς». Ο Πάτινσον είχε πάρει μια πρώτη γεύση δημοσιότητας, αλλά αντί να κυνηγήσει αμέσως την επόμενη μεγάλη παραγωγή, στράφηκε σε μικρές ανεξάρτητες ταινίες που παραμένουν σχετικά άγνωστες στο ευρύ κοινό. Στο «How to Be» υποδύθηκε έναν νεαρό μουσικό σε υπαρξιακή κρίση, ενώ στο «Little Ashes» την εκδοχή του νεαρού Σαλβαδόρ Νταλί, σε μια ταινία που εστιάζει στη σχέση του με τον ποιητή Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα. Ηταν επιλογές μακριά από τη λάμψη των μεγάλων στούντιο, σε μια περίοδο που, όπως έχει εξηγήσει, ήθελε να μάθει να παίζει πριν γίνει πραγματικά γνωστός. Η καριέρα του, πάντως, δεν έδειχνε να απογειώνεται. Μέχρι που ήρθε το «Twilight».

Το πρόβλημα που λέγεται «Twilight»

Το 2008, ο Εντουαρντ Κάλεν μετέτρεψε τον 21χρονο Πάτινσον σε παγκόσμιο σταρ. Το «Twilight» δεν του χάρισε απλώς φήμη αλλά του έχτισε μια εικόνα τόσο ισχυρή, που για χρόνια έμοιζε αδύνατο να τη διαχωρίσει κανείς από τον ίδιο.

Ο ηθοποιός δεν έκρυψε ποτέ την αμηχανία του απέναντι σε αυτή την κληρονομιά. Οι δηλώσεις του για τη σειρά ταινιών που βασίστηκε στα εφηβικά μυθιστορήματα της Στέφανι Μέγιερ υπήρξαν συχνά ειρωνικές, αυτοσαρκαστικές, ακόμη και επιθετικές. Είχε κάθε λόγο να θέλει να ξεφύγει: όταν ένα franchise γίνεται μεγαλύτερο από τον ηθοποιό του, ο ρόλος κινδυνεύει να γίνει ταυτότητα.

Pattinson Φωτογραφίες της Νάντια Λι Κοέν για το περιοδικό Interview.

Εδώ αναδεικνύεται και μια βαθύτερη αντίφαση στον τρόπο με τον οποίο το star system και η ίδια η κινηματογραφική κουλτούρα αξιολογούν τους ηθοποιούς. Το «Twilight» υπήρξε ένα παγκόσμιο φαινόμενο, με βασικό κοινό τις νεαρές γυναίκες, γεγονός που συνέβαλε ώστε να αντιμετωπιστεί συχνά ως μια ένοχη απόλαυση και όχι ως ένα πολιτισμικό φαινόμενο που άξιζε σοβαρότερη κριτική ματιά.

Οταν, χρόνια αργότερα, ο Πάτινσον άρχισε να πρωταγωνιστεί σε σκοτεινά δράματα και απαιτητικές ανεξάρτητες παραγωγές, η υποδοχή του άλλαξε αισθητά. Για ένα μέρος του κοινού που προηγουμένως τον απέρριπτε, ο «βρικόλακας του Twilight» μετατράπηκε ξαφνικά σε έναν ηθοποιό άξιο θαυμασμού. Σαν η απομάκρυνσή του από τον ρομαντικό ήρωα που λάτρευαν οι έφηβες να ήταν απαραίτητη προϋπόθεση για να αναγνωριστεί το ταλέντο του, λες και η γυναικεία επιθυμία να αποτελούσε από μόνη της λόγο πολιτισμικής απαξίωσης.

Η έξοδος από το Forks

Ο Πάτινσον επιχείρησε να αποτινάξει την εικόνα του Εντουαρντ Κάλεν επιλέγοντας ρόλους που απείχαν όσο το δυνατόν περισσότερο από τον ρομαντικό ήρωα του «Twilight». Η στρατηγική αυτή, ωστόσο, δεν απέδωσε πάντα καρπούς.

Ταινίες όπως τα «Remember Me», «Water for Elephants» και «Bel Ami», αλλά και οι λιγότερο επιτυχημένες επιλογές του «The Rover» και «Queen of the Desert», συνέθεσαν μια ανομοιόμορφη φιλμογραφία, στην οποία η διάθεση για πειραματισμό δεν συνοδευόταν πάντοτε από αντίστοιχα καλλιτεχνικά αποτελέσματα. Αυτό που είχε σημασία, όμως, ήταν η κατεύθυνση που ακολουθούσε, καθώς έδειχνε απρόθυμος να επαναπαυτεί στην επιτυχία του και διατεθειμένος να ρισκάρει, ακόμη κι όταν οι επιλογές του δεν δικαίωναν τις προσδοκίες.

Pattinson Φωτογραφίες του Ράιαν ΜακΓκίνλεϊ για το περιοδικό ICON.

Το 2012, την ίδια χρονιά που ολοκληρωνόταν η κινηματογραφική διαδρομή του «Twilight», ήρθε το «Cosmopolis» του Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ. Στον ρόλο ενός δισεκατομμυριούχου που διασχίζει τη Νέα Υόρκη σχεδόν εξ ολοκλήρου μέσα σε μια λιμουζίνα, βρέθηκε σε ένα ψυχρό, αλλόκοτο κινηματογραφικό σύμπαν, μακριά από τις συμβάσεις του εμπορικού ρομαντισμού που τον είχαν καθιερώσει. Δεν ήταν μια προφανής επιλογή για έναν σταρ της δικής του εμβέλειας, ήταν όμως μια πρώτη σαφής ένδειξη ότι η επόμενη φάση της καριέρας του θα ακολουθούσε διαφορετικούς κανόνες.

Η συνεργασία με τον Κρόνενμπεργκ συνεχίστηκε στο «Maps to the Stars», ενώ ακολούθησαν ταινίες που απομάκρυναν ακόμη περισσότερο τον Πάτινσον από την ασφαλή ζώνη του mainstream: το «The Lost City of Z» του Τζέιμς Γκρέι, το «Good Time» των αδελφών Σάφντι, το «High Life» της Κλερ Ντενί και το «The Lighthouse» του Ρόμπερτ Εγκερς. Από το υπαρξιακό δράμα και το ανεξάρτητο θρίλερ μέχρι την απαιτητική επιστημονική φαντασία και τον ασπρόμαυρο ψυχολογικό τρόμο, οι επιλογές του αποκάλυπταν έναν ηθοποιό πρόθυμο να δοκιμαστεί σε διαφορετικές φόρμες και να εκθέσει τον εαυτό του σε ρόλους που δεν εξυπηρετούσαν την καθιερωμένη εικόνα του.

Στην αρχή, αυτή η πορεία μπορούσε να μοιάζει με την αγωνιώδη προσπάθεια ενός σταρ να αποδείξει ότι είναι κάτι περισσότερο από την εμφάνιση και τη διασημότητά του. Σταδιακά, όμως, το ζητούμενο άλλαξε. Δεν χρειαζόταν πια να αποδείξει ότι μπορούσε να γίνει ένας διαφορετικός ηθοποιός, οι επιλογές του είχαν αρχίσει να διαμορφώνουν μια νέα ταυτότητα, βασισμένη ακριβώς στην απροθυμία του να περιοριστεί σε μία.

Το «Good Time» των αδελφών Σάφντι ήταν η ταινία που έδωσε νέα διάσταση σε αυτή την πορεία. Στον ρόλο του Κόνι Νίκα, ενός μικροκακοποιού που διασχίζει μια ολόκληρη νύχτα στη Νέα Υόρκη προσπαθώντας να διορθώσει το ένα λάθος με το επόμενο, ο Πάτινσον βρίσκεται όσο πιο μακριά γίνεται από τον ρομαντικό ήρωα που τον καθιέρωσε.

Φωτογραφίες του Τζακ Μπρίγκλαντ για το περιοδικό GQ. Φωτογραφίες του Τζακ Μπρίγκλαντ για το περιοδικό GQ.

Ο Κόνι είναι χειριστικός, εγωιστής και επικίνδυνος, ένας άνθρωπος που επιστρατεύει τη γοητεία του για να εξυπηρετήσει τις ανάγκες του, χωρίς να αναλαμβάνει πραγματικά την ευθύνη των πράξεών του. Η νευρική, ασφυκτική κινηματογράφηση των Σάφντι ακολουθεί την ολοένα πιο απελπισμένη περιπλάνησή του, ενώ ο Πάτινσον παραδίδει μια ερμηνεία που αξιοποιεί στοιχεία της δημόσιας εικόνας του αντί να επιχειρεί να τα εξαφανίσει.

Η ομορφιά και η αναγνωρισιμότητά του λειτουργούν ως μέρος της γοητείας του, αλλά και ως μέσα χειραγώγησης, καθώς η αρχική οικειότητα σταδιακά δίνει τη θέση της στην αποστροφή. Η εικόνα του σταρ γίνεται έτσι ένα από τα πιο αποτελεσματικά εργαλεία της ταινίας: αντί να αποκηρύξει το παρελθόν του, ο Πάτινσον το χρησιμοποιεί για να παραπλανήσει τις προσδοκίες του κοινού. Το «Good Time» δεν ήταν απλώς ακόμη μία απόπειρα απομάκρυνσης από το «Twilight», αλλά η στιγμή που η αναζήτηση μιας νέας ταυτότητας απέκτησε σαφή καλλιτεχνικό προσανατολισμό. Για πρώτη φορά, η πρόκληση δεν ήταν να αποδείξει ότι μπορούσε να παίξει κάτι διαφορετικό, αλλά να μετατρέψει την ίδια την εικόνα που τον είχε κάνει διάσημο σε πλεονέκτημα.

Pattinson Φωτογραφίες του Τζακ Μπρίγκλαντ για το περιοδικό GQ.

Από τον Νόλαν στον Batman

Αφού είχε πλέον καθιερωθεί ως μια ενδιαφέρουσα παρουσία στο ανεξάρτητο σινεμά, ο ηθοποιός επέστρεψε στις μεγάλες παραγωγές χωρίς να εγκαταλείψει την απρόβλεπτη πορεία του. Στο «Tenet» του Κρίστοφερ Νόλαν ανέλαβε έναν κεντρικό ρόλο σε ένα φιλόδοξο blockbuster, αποδεικνύοντας ότι μπορούσε να συνυπάρξει με τις απαιτήσεις του θεάματος χωρίς να επιστρέψει στο προφίλ του συμβατικού πρωταγωνιστή. Η επόμενη κίνηση ήταν ακόμη πιο καθοριστική αν και στην αρχή, η ανάληψη του ρόλου του Batman, ενός από τους πλέον αναγνωρίσιμους ήρωες της ποπ κουλτούρας, αντιμετωπίστηκε διστακτικά απο το κοινό, ακριβώς επειδή το όνομά του παρέμενε συνδεδεμένο με τον Εντουαρντ Κάλεν.

Στο «The Batman» του Ματ Ριβς, ωστόσο, ο Πάτινσον δεν επιχείρησε να αναπαράγει την εικόνα του ατσαλάκωτου υπερήρωα ή του ακαταμάχητου Μπρους Γουέιν. Η δική του εκδοχή είναι ένας απομονωμένος, εσωστρεφής και σχεδόν κοινωνικά αδέξιος άνθρωπος, ένας outsider που μοιάζει να δυσκολεύεται περισσότερο να υπάρξει έξω από τη μάσκα παρά να κρυφτεί πίσω από αυτήν. Η επιλογή αυτή απομακρύνει τον χαρακτήρα από τον κοσμικό playboy των προηγούμενων εκδοχών και αξιοποιεί την εσωτερικότητα και την αμηχανία που έχουν γίνει αναγνωρίσιμα στοιχεία της ερμηνευτικής παρουσίας του.

Pattinson Φωτογραφίες της Νάντια Λι Κοέν για το περιοδικό Interview.

Η μετάβαση από το ανεξάρτητο σινεμά στο blockbuster δεν ακύρωσε, επομένως, την πορεία που είχε προηγηθεί, την ολοκλήρωσε. Ο Πάτινσον μπορούσε πλέον να κινείται ανάμεσα σε δημιουργούς με διακριτή προσωπική γραφή και σε παραγωγές τεράστιας εμπορικής εμβέλειας, χωρίς να εγκλωβίζεται σε καμία από τις δύο κατηγορίες. Και αυτή ακριβώς η απρόβλεπτη ισορροπία είναι που τον διαφοροποιεί από τον παραδοσιακό σταρ: δεν χρειάζεται να ανταποκρίνεται σε μια σταθερή εικόνα, αφού η γοητεία του βρίσκεται στην ικανότητά του να την ανατρέπει.

Και κάπως έτσι, ένα χαρακτηριστικό που κάποτε λειτουργούσε εναντίον του έγινε μέρος της γοητείας του. Η αμηχανία, η εσωστρέφεια και η παράξενη ενέργεια που κουβαλούσε στην οθόνη δεν χρειάζονταν πλέον να διορθωθούν ή να κρυφτούν. Είχαν γίνει το ίδιο το εργαλείο με το οποίο μπορούσε να διαφοροποιήσει έναν τόσο γνώριμο χαρακτήρα.

Η μετάβαση είχε πλέον ολοκληρωθεί. Ο Πάτινσον δεν ήταν ένας teen idol που προσπαθούσε να αποδείξει ότι είναι σοβαρός ηθοποιός. Ηταν ένας κινηματογραφικός σταρ που μπορούσε να περάσει από τον Κρόνενμπεργκ και τους Σάφντι στον Νόλαν και τον Batman χωρίς να μοιάζει ότι εγκαταλείπει τη μία πλευρά του για χάρη της άλλης. Η μεγαλύτερη ανατροπή ήταν πως, στην πορεία, είχε γίνει ακριβώς αυτό που προσπαθούσε να αποφύγει: movie star. Απλώς, ένας movie star που δεν χρειάζεται να συμπεριφέρεται σαν movie star.

Pattinson Φωτογραφίες του Τζακ Μπρίγκλαντ για το περιοδικό GQ.

Ο νέος τύπος κινηματογραφικού σταρ

Ο Τομ Κρουζ, ο Μπραντ Πιτ και η Τζούλια Ρόμπερτς ανήκουν σε μια γενιά σταρ που αναδύθηκε μέσα από μια κοινή, μαζική κινηματογραφική κουλτούρα. Ηταν αρκετά μεγάλοι ώστε μια ταινία τους να μοιάζει με γεγονός από μόνη της. Σήμερα αυτή η μορφή καθολικής αναγνωρισιμότητας έχει σχεδόν διαλυθεί. Οι σταρ εξακολουθούν να υπάρχουν, αλλά το κοινό έχει κατακερματιστεί.

Ο Πάτινσον ενσαρκώνει μια διαφορετική εκδοχή του κινηματογραφικού σταρ. Δεν βασίζεται στην προβολή ενός αψεγάδιαστου, ιδανικού εαυτού, ούτε στην ανάγκη να παραμένει πιστός σε μια συγκεκριμένη εικόνα. Η γοητεία του βρίσκεται ακριβώς στην απροθυμία του να προβλέψει κανείς την επόμενη κίνησή του: κάθε νέος ρόλος μπορεί να ανατρέψει όσα προηγήθηκαν, διατηρώντας ζωντανό το ενδιαφέρον για το τι θα ακολουθήσει.

Pattinson Φωτογραφίες του Τζακ Μπρίγκλαντ για το περιοδικό GQ.

Το 2026 προσφέρει ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της ευελιξίας. Στο «The Drama» του Κρίστοφερ Μπόργκλι, ο Πάτινσον υποδύεται έναν μέλλοντα γαμπρό που βλέπει τη σχέση του να κλονίζεται, όταν μια αποκάλυψη για το παρελθόν της συντρόφου του ανατρέπει όσα πίστευε ότι γνώριζε για εκείνη.

Στην «Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν, αναλαμβάνει τον ρόλο του Αντίνοου, κρατώντας την ιδανική ισορροπία ανάμεσα στη σαρδόνια αυτοπεποίθηση και την επαίσχυντη δειλία του μνηστήρα της Πηνελόπης. Η ερμηνεία του έχει ήδη προκαλέσει συζητήσεις, με πολλούς να τον θεωρούν πιθανό διεκδικητή μιας υποψηφιότητας για το Οσκαρ Β' Ανδρικού Ρόλου. Και στο «Primetime» του Λανς Οπενχάιμ, μεταμορφώνεται στον Κρις Χάνσεν, τον παρουσιαστή της εκπομπής «To Catch a Predator», έναν τηλεοπτικό κυνηγό θεαματικότητας που κρύβει τον καιροσκοπισμό και τον ναρκισσισμό του πίσω από τον μανδύα του υπερασπιστή της ηθικής.

Τρεις διαφορετικοί ρόλοι, τρεις διαφορετικές όψεις ενός ηθοποιού που εξακολουθεί να εκπλήσσει, αρνούμενος να εγκλωβιστεί σε μια αναγνωρίσιμη περσόνα. Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς τον παλιό Πάτινσον σε οποιονδήποτε από αυτούς τους ρόλους. Ακόμη δυσκολότερο είναι να φανταστεί κανείς άλλον ηθοποιό που θα μπορούσε να κάνει και τους τρεις.

Ισως αυτό να είναι και το μεγαλύτερο επίτευγμά του.

Ο Πάτινσον δεν πέρασε απλώς από το «Twilight» στο «Good Time» και από εκεί στον Batman. Διαμόρφωσε σταδιακά μια πορεία που δεν υπακούει σε σταθερούς κανόνες, μετατρέποντας την αντίφαση σε βασικό στοιχείο της ταυτότητάς του.

Ο κάποτε «άταλαντος» teen idol έχει γίνει ένας ηθοποιός του οποίου η κάθε νέα ταινία προκαλεί ενδιαφέρον, ακριβώς επειδή κανείς δεν ξέρει τι να περιμένει από εκείνον. Τελικά, αυτή πρέπει να είναι και η πιο σύγχρονη εκδοχή του κινηματογραφικού σταρ. Οχι εκείνου που επενδύει σε μια συγκεκριμένη εικόνα και την αναπαράγει ξανά και ξανά, αλλά εκείνου που κρατά το κοινό κοντά του ακόμη κι όταν κάνει επιλογές που απέχουν πολύ από όσα το είχαν αρχικά κερδίσει.

Pattinson Φωτογραφίες του Ράιαν ΜακΓκίνλεϊ για το περιοδικό ICON.