Συνέντευξη

Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης: «Στις βάρκες, είναι άνθρωποι - γιοι, κόρες, μαμάδες, μπαμπάδες, εγώ, εσύ…»

στα 10

Με αφορμή την νέα του ταινία «I Was a Stranger», το Flix συζητά με τον Ελληνα πρωταγωνιστή πώς αντιμετωπίζουμε το ξένο - στο σινεμά και τη ζωή.

Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης: «Στις βάρκες, είναι άνθρωποι - γιοι, κόρες, μαμάδες, μπαμπάδες, εγώ, εσύ…»

Μπορεί η θητεία του στο θέατρο (και την τηλεόραση) να μοιάζει ότι μονοπωλεί το ενδιαφέρον και το χρόνο του, αλλά δεν είναι ακριβώς έτσι. Από τη δεκαετία του 90, ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης έχει δοκιμαστεί αρκετές φορές στο σινεμά, εντός κι εκτός ορίων της δημοτικότητάς του. Μπορεί με την ίδια άνεση δηλαδή να βρεθεί μπροστά από την κάμερα του Νίκου Περάκη σε μία succesful λαοφιλή κωμωδία, αλλά και με την ίδια άνεση να δοκιμαστεί στους πειραματισμούς των πρώτων βημάτων του Αγγελου Φραντζή («Το Ονειρο Του Σκύλου»), ή να εμπιστευθεί να τον τσαλακώσει, με έναν γενναιόδωρο αυτοσαρκασμό («Ο Νόμος του Μέρφι»).

Σήμερα τον βρίσκουμε πρωταγωνιστή στην νέα ταινία του Μπραντ Αντερσον, «Ι Was a Stranger» - ένα σπονδυλωτό δράμα που εξετάζει την κρίση στο μεταναστευτικό, το καλοκαίρι του 2015, όπου ο ίδιος κρατά το ρόλο ενός Ελληνα λιμενικού από τη Μυτιλήνη.

Η ταινία έκανε παγκόσμια πρεμιέρα στο 74ο Διεθνές Φεστιβάλ Βερολίνου και από Πέμπτη 23 Απριλίου κυκλοφορεί και στις ελληνικές αίθουσες.

Μαρκουλάκης

Κωνσταντίνε, πώς κέρδισες το ρόλο από τον Τζον Μάλκοβιτς;

(Γελάει). Καταλαβαίνεις ότι δεν περάσαμε και οι δυο από ακρόαση και επικράτησα εγώ του Τζον Μάλκοβιτς. Απλώς, ο Μπραντ Αντερσεν, ο σκηνοθέτης, άλλαξε γνώμη για το πώς θέλει να γίνει το καστ της ταινίας. Είχε αρχικά γυρίσει μία μικρού μήκους, το «Refugee», που στην ουσία είναι η ιστορία της χειρουργού της ιστορίας - το ταξίδι της από τη Συρία στο Σικάγο. Και επειδή πήγε καλά, αποφάσισε να την επεκτείνει στο «I Was a Stranger» και να το γυρίσει για το ευρύ δυτικό κοινό, με αμερικανούς ηθοποιούς. Κι αυτό γιατί, ως blockbuster παραγωγός, ξέρει τι λειτουργεί, κι είχε σκεφτεί ότι ένα καστ με σταρ θα έφερνε και μεγαλύτερη χρηματοδότηση και θα του έδινε έτσι ένα μεγαλύτερο άνοιγμα διανομής. Ετσι πήγε το σενάριο στον Μάλκοβιτς, ο οποίος ενδιαφέρθηκε αμέσως να το κάνει. Ο Μπραντ μάλιστα πέρασε κι ένα βράδυ στον πύργο του Μάλκοβιτς στην Γαλλία, όπου συζητούσαν την ταινία και δοκίμαζαν τα κρασιά του (είναι παραγωγός, έχει αμπέλια). Μετά όμως αποφάσισε ότι θέλει να χρησιμοποιήσει στην ταινία ηθοποιούς από τις χώρες που προέρχονται οι ήρωες του σεναρίου και κάπως έτσι ήρθε η πρόταση σε μένα για να παίξω τον Ελληνα λιμενικό. Και πέρασα κανονικά οντισιόν, εδώ στην Αθήνα.

Μαρκουλάκης

Μαρκουλάκης Aπό το photo call και τη συνέντευξη Τύπου της ταινίας στην Berlinale

Είναι μία ιδιαίτερη περίπτωση ο Μπραντ Αντερσεν - σκηνοθέτης και παραγωγός που διοχετεύει τις χολιγουντιανές του επιτυχίες στην ακτιβιστική του δράση. Τι σε κέρδισε σε αυτόν ως σκηνοθέτη και τι ως άνθρωπο; Γιατί έχετε παραμείνει φίλοι…

Ναι είμαστε πλέον πολύ φίλοι. Με κέρδισε και τον κέρδισα, και φτιάξαμε μία σχέση που ξεκίνησε από την ταινία, αλλά εξελίχθηκε σε φιλία. Μιλάμε τακτικά, κάνουμε διακοπές μαζί, τον φιλοξενώ όταν έρχεται στην Ελλάδα. Είναι ένας άνθρωπος πολύ βαθύς κι ουσιαστικός. Το θέμα της μετανάστευσης τον ενδιαφέρει προσωπικά, έντονα. Θέλει να δίνει την ενέργεια του σε κάτι που μπορεί να πιάσει τόπο. Εχει ταξιδέψει παντού -Συρία, Λίβανο, Τουρκία, Ελλάδα, Γερμανία- προσπαθώντας να καταλάβει, να βοηθήσει. Με έναν ακτιβιστικό ενθουσιασμό εφηβικό, που δεν χρωματίζεται ιδεολογικά. Δεν έχει άλλη ατζέντα από την ίδια την αλληλεγγύη.

Πάνω από όλα λοιπόν με κέρδισε αυτό. Αλλά κι ως σκηνοθέτη, τον ζήλεψα. Πόσο ήρεμος παρέμεινε σε όλη τη διάρκεια των γυρισμάτων μίας ταινίας που, για τα δικά τους μέτρα, δεν είχαν δεκάρα - για κάποιον που γυρίζει ταινίες με τον Τομ Κρουζ το μπάτζετ των 5 εκατομμυρίων δολαρίων είναι αστείο, όπως καταλαβαίνεις. Μπορεί λοιπόν να πήγαιναν όλα στραβά, αλλά εκείνος κρατούσε τα ηνία με φοβερή αυτοπεποίθηση και πραότητα. Δεν σήκωσε ποτέ τη φωνή του. Τον παρακολουθούσα με πόσο σεβασμό, γλυκύτητα πλησίαζε ηθοποιούς και συνεργείο για να τους διορθώσει, ακόμα και όταν οι συνθήκες ήταν δύσκολες κι εκνευριστικές. Θυμάμαι χαρακτηριστικά μία περίπτωση ηθοποιού που, παρόλες τις οδηγίες, επέμενε να κάνει κάτι με άλλο τρόπο, ενώ εντωμεταξύ χάναμε το φως, ήταν magic hour, σε λίγο έδυε ο ήλιος. Εγώ στη θέση του θα είχα εκραγεί. Εκείνος την πήρε στην άκρη, της μίλησε πολύ ήρεμα, εκείνη συμμορφώθηκε, προλάβαμε τη σκηνή. Θεωρώ ότι κι εγώ στο θέατρο είμαι ένας καλοπροαίρετος, ήπιος σκηνοθέτης. Ο Μπραντ δεν παίζεται. Κι αυτό είναι πραγματική ηγεσία. Να φανταστείς ότι πριν πάμε γύρισμα κάθε μέρα ενέπνεε (δεν ήταν υποχρεωτικό, αλλά εμφανιζόμασταν όλοι κάθε μέρα) μία τελετουργία. Επειδή όλοι οι έξτρας ήταν πραγματικοί μετανάστες, προσκαλούσε όποιον ήθελε να μας πει την ιστορία του. Αυτό έθετε έναν τόνο στο γύρισμα μετά. Μας υπενθύμιζε τι ταινία φτιάχναμε και γιατί την φτιάχναμε.

I was a stranger

I was a stranger

Θυμάσαι μία από αυτές τις ιστορίες να σε συγκλονίζει; Να σε μετακινεί;

Ολες τις θυμάμαι. Κι όλες με συγκλόνισαν. Ομως το πιο συνταρακτικό ήταν πώς τις διηγόντουσαν τις ιστορίες τους όλοι αυτοί οι άνθρωποι. Ναι, σίγουρα οι δικές τους είχαν αίσιο τέλος - είχαν καταφέρει και είχαν περάσει απέναντι, είχαν επιβιώσει, είχαν φτιάξει μία νέα ζωή. Δεν έπαυαν όμως να έχουν περάσει τραγωδίες, ιστορίες ξεριζωμού. Εκείνοι όμως είχαν μία δύναμη, μία καθαρότητα ζηλευτή. Μία αισιοδοξία τολμώ να πω. Μία κατάθεση στη ζωή.

Ο αληθινός χαρακτήρας, ο Κυριάκος Παπαδόπουλος δεν ένιωθε ήρωας, ούτε συμπεριφερόταν ως ήρωας. Καμία αίσθηση νικητήρια για όσους έσωζε καθημερινά Αντιθέτως είχε μια βαθιά μελαγχολία, μία διάλυση ψυχική. Οπως κάθε άνθρωπος που συναισθάνεται την μεγαλύτερη εικόνα - πόσοι άνθρωποι χάνονται, όσους κι αν σώζει...»

Κυριάκος Παπαδόπουλος Ο Κυριάκος Παπαδόπουλος

Ο δικός σου ρόλος βασίζεται αμυδρά στον Κυριάκο Παπαδόπουλο - τον Μυτιληνιό λιμενικό που εξετάζει και το οσκαρικό μικρού μήκους ντοκιμαντέρ «4.1 μίλια». Πώς προετοιμάστηκες για να ερμηνεύσεις έναν τέτοιο χαρακτήρα; Πρακτικά και ψυχολογικά;

Πρακτικά, αν εννοείς το πώς πιλοτάρεις, πώς δένεις ένα σκάφος κλπ είχα την τύχη να έχω προϋπηρεσία από μικρό παιδί. Μεγάλωσα σε μία οικογένεια που όλοι αγαπούσαμε τη θάλασσα, είχαμε ένα μικρό σκαφάκι όταν κάναμε οικογενειακές διακοπές, εγώ μετέπειτα μεγαλώνοντας ασχολήθηκα ακόμα περισσότερο. Την αγαπώ πολύ την επαφή με τη θάλασσα στην ταινία, δεν με τρόμαξε. Σε αυτό τον τομέα, είχα αυτοπεποίθηση, ήμουν έτοιμος.

Μαρκουλάκης

Για το κομμάτι το ψυχολογικό όμως, έπρεπε να κάνω μία διαδρομή. Που την ξεκίνησα βλέποντας τη μικρού μήκους, το «4.1 μίλια». Και βλέποντας τα μάτια αυτού του ανθρώπου, του Κυριάκου Παπαδόπουλου, κατάλαβα ότι πρέπει να μετακινηθώ. Και ψυχικά, αλλά και ερμηνευτικά. Αν δηλαδή εγώ είμαι συνηθισμένος σε μία εκφραστικότητα και μία ενέργεια πιο έντονη και μια σωματικότητα πιο ενεργητική, εδώ ο ρόλος με ήθελε, ήρεμο, με μία στωική εσωστρέφεια. Τα μάτια αυτού του ανθρώπου είχαν μία ήσυχη δύναμη. Μία ηπιότητα, μία αποδοχή - αυτός ήταν ο ρόλος του, σε αυτή τη συγκεκριμένη ιστορική περίοδο, αυτό έκανε. Εκανε τη δουλειά του, χωρίς δεύτερες σκέψεις. Δεν ένιωθε ήρωας, ούτε συμπεριφερόταν ως ήρωας. Καμία αίσθηση νικητήρια για όσους έσωζε καθημερινά Αντιθέτως είχε μια βαθιά μελαγχολία, μία διάλυση ψυχική. Οπως κάθε άνθρωπος που συναισθάνεται την μεγαλύτερη εικόνα - πόσοι άνθρωποι χάνονται, όσους κι αν σώζει.

Ναι, και υπάρχει και στην ταινία μια κοινή σκηνή με το ντοκιμαντέρ, όπου φίλοι, συγχωριανοί κάθονται σε μια ταβέρνα και τον ρωτάνε για τις διασώσεις και τον επαινούν. Αλλά εκείνος μένει σιωπηλός. Ολοι έχουν μία γνώμη, όλοι φλυαρούν πάνω στο θέμα, αλλά ο άνθρωπος που κάνει τη δουλειά, μένει σιωπηλός.

Ναι. Ξέρεις τι μου θύμισε; Τα ζώα που χρησιμοποιούμε για εργασίες, για βαριές δουλειές. Τα γαϊδουράκια που βγάζουν όλη αυτή τη δουλειά, κι έχουν ένα βλέμμα καρτερικό, μελαγχολικό.

Μαρκουλάκης

Ναι, αλλά τα γαϊδουράκια δεν έχουν λόγο. Εκείνος το κάνει ως ηθική στάση, με βούληση. Μιλώντας για αυτό: ο Κυριάκος Παπαδόπουλος ήταν, γιατί δυστυχώς η ζωή είναι άδικη κι ο άνθρωπος απεβίωσε νεότατος, μία φωτεινή εξαίρεση στο Λιμενικό Σώμα. Δυστυχώς, ανάμεσα σε δεκάδες άλλες για τις οποίες διαβάζουμε και ντρεπόμαστε. Σε μία χώρα που ακολουθεί τη διαδικασία της αποτροπής αφίξεων, τα push backs για τα οποία έχουμε κι επισήμως καταδικαστεί από ευρωπαϊκά δικαστήρια. Γιατί πιστεύεις ότι η ταινία κάνει τη επιλογή να δείξει κάτι πιο φωτεινό, σ’ ένα δομικό πλαίσιο που είναι σκοτεινό;

Μάς την έπεσαν για αυτό και στην Γερμανία, στην πρεμιέρα της ταινίας στο Φεστιβάλ Βερολίνου. Μέλη γερμανικών NGO (μη κρατικών οργανώσεων) μάς έκαναν την ίδια κριτική, θεωρώντας ότι η ταινία δεν μιλάει για την αληθινή στάση της Ελλάδας απέναντι στο μεταναστευτικό, οπότε δεν είμαστε αντικειμενικοί, δεν φωτίζουμε την πραγματικότητα όπως έχει. Κι απαντούσαμε το ίδιο κι ο Μπραντ κι εγώ: ναι, η ταινία δεν είναι ντοκιμαντέρ. Επιλέγει να πει μία ιστορία. Μία όντως λαμπερή στιγμή. Δεν ψεύδεται, δεν την κατασκευάζει - αυτή η λαμπερή στιγμή υπήρξε. Δεν είναι ο στόχος της να μιλήσει για τη στάση της Ελλάδας, γενικώς. Μπορείς να κάνεις μία άλλη, αριστουργηματική, ταινία, και να μιλήσεις για το ναυάγιο της Πήλου. Αυτή εδώ ήθελε να φωτίσει αυτή τη στάση του Μυτιληνιού λιμενικού. Κι, αν τα καταφέρει, να εμπνεύσει και κάτι για το πώς βλέπουμε τις ειδήσεις των 8.30 συνεχίζοντας να τρώμε.

Δυστυχώς δεν αισθανόμαστε ότι όλα αυτά μάς αφορούν, ότι μιλούν δυνητικά και για εμάς. Δεν το καταλαβαίνουμε. Ισως δεν το αντέχουμε. Κι υπάρχει έντονος ο φόβος για τον ξένο. Είναι αρχέγονος. Για αυτό και ένα τόσο σύνθετο ζήτημα όπως το μεταναστευτικό δεν απαντιέται εύκολα. Το μόνο που μπορείς να κάνεις, και πιστεύω ότι αυτό προσπαθεί να κάνει και η ταινία είναι να θυμίζει κάτι που θα έπρεπε να είναι ξεκάθαρο: μιλάμε για ανθρώπινες ζωές. Κι εκεί, τελειώνουν οι κουβέντες.»

I was a stranger

Ξέρεις, αυτή η σκηνή στην ταβέρνα που συνοψίζει τι ζούμε όλοι καθημερινά -αγαπημένους φίλους που έχουμε επιλέξει να είναι δίπλα μας, να ανοίγουν το στόμα τους πολιτικά και να λένε κάτι φοβερά κυνικό κι απάνθρωπο για τους μετανάστες, γιατί «έτσι είναι αυτά, δεν χωράμε όλοι»- με σκοτώνει…

Ναι, καταλαβαίνω τι λες με το απάνθρωπο, όμως ειρωνικά είναι εντελώς ανθρώπινο χαρακτηριστικό να φοβάσαι το ξένο. Αρχέγονο. Να θεωρείς ότι είναι απειλή, να βάζεις προτεραιότητα να προστατεύσεις, να οχυρώσεις τον εαυτό και την κοινωνία σου. Χαρακτηριστικά απαραίτητα για την επιβίωση από τις απαρχές μας. Μπορεί να έχουν αλλάξει πολύ οι συνθήκες της ζωής μας από τον άνθρωπο των σπηλαίων, αλλά δεν έχει ξεριζωθεί ποτέ αυτός ο φόβος. Για αυτό και ένα τόσο σύνθετο ζήτημα όπως το μεταναστευτικό δεν απαντιέται εύκολα. Δεν απαντιέται με το «ας κλείσουμε τα σύνορα», δεν απαντιέται με το «ας ανοίξουμε τα σύνορα για όλους». Τι μπορείς να κάνεις - κι αυτό νομίζω ότι προσπαθεί να κάνει η ταινία: όταν οι αγαπημένοι φίλοι οχυρώνονται πίσω από τις επιστρώσεις των ιδεολογικών τους απόψεων, να ξύσεις λίγο τον τοίχο που ανεβάζουν και να τους θυμίσεις κάτι που θα έπρεπε να είναι ξεκάθαρο: μιλάμε για ανθρώπινες ζωές. Κι εκεί, τελειώνουν οι κουβέντες.

Για αυτό πιστεύω ότι είναι συνειδητή επιλογή η κατασκευή της ταινίας να είναι για mainstream κοινό - δεν είναι μία arthouse, φεστιβαλική ταινία. Είναι ξεκάθαρη, στρωτή, επικαλείται έντονα το συναίσθημα. Γιατί θέλει να βάλει τη συζήτηση στα τραπέζια των φίλων. Ελπίζοντας να τους μετακινήσει. Μιλάμε για ανθρώπους. Είναι γιοι, κόρες, μαμάδες, μπαμπάδες, αδέλφια και βρέθηκαν σε μια βάρκα να πνίγονται. Μην το ξεχνάμε όταν λέμε την αποψάρα μας. Ας προσπεράσουμε τις πολιτικές μας αγκυλώσεις…



I was a stranger

Ομως αυτή η ανθρωπιά δεν είναι το πιο σοβαρό πολιτικό θέμα; Καταλαβαίνω τι εννοείς στις συνεντεύξεις σου τελευταία ότι δε θέλεις να μιλάς πολιτικά. Ομως πιστεύω ότι από το ρόλο του πολίτη δεν μπορούμε να ξεφύγουμε. Το σινεμά -κι έγινε κι ολόκληρο θέμα με τον Βέντερς φέτος στο Βερολίνο- είναι πολιτικό. Από το πώς θα γράψεις έναν ρόλο, μέχρι το που θα τοποθετήσεις την κάμερα. Σου λέει μία ιστορία και εσύ ο θεατής, επίσης πολίτης, θα βγεις με μία συναισθηματική φόρτιση από την αίθουσα. Δεν συμφωνείς;

Απόλυτα. Αλλά κατά τη γνώμη μου, δεν χρειάζεται ένα έργο τέχνης να είναι στενεμένο μέσα στην ιδεολογία του. να είναι μανιφέστο. Μπορείς να το κάνεις έτσι και να το κάνεις εξαιρετικά, όπως έκανε ο Μπρεχτ, για παράδειγμα. Αλλά δεν υπάχει μόνο αυτός ο δρόμος. «Η Καλύβα του Μπάρμπα Θωμά» είναι για μένα ένα πολιτικό έργο, αλλά το έκανε αλλιώς. Η τέχνη είναι πολιτική, ναι, αλλά εξαρτάται και πώς χειρίζεσαι τον πολιτικό διάλογο που θέλεις να ανοίξεις με τον θεατή. Το κάνεις στρατευμένα, χειριστικά, προπαγανδιστικά. Ή, το εμπνέεις. Για μένα δεν είναι δουλειά της τέχνης να αλλάξει τον κόσμο. Αλλά να μετακινεί κάθε έναν από εμάς, ώστε να αναλάβουμε την ευθύνη και να τον αλλάξουμε εμείς.

Με όλα όσα βράζουν γύρω μας, έχεις σκεφτεί ότι μπορεί να βρεθούμε κι εμείς μέσα σε μία βάρκα;

Δεν νομίζω ότι αντέχω να το σκεφτώ. Δεν μπορεί να πάει εκεί το μυαλό μου.

Για μένα δεν είναι δουλειά της τέχνης να αλλάξει τον κόσμο. Αλλά να μετακινεί κάθε έναν από εμάς, ώστε να αναλάβουμε την ευθύνη και να τον αλλάξουμε εμείς.»

Μαρκουλάκης

Το ρωτάω γιατί, χωρίς να αποκαλύψουμε την ανατροπή της ταινίας, η ιστορία της ηρωίδας δείχνει κάτι πολύ αληθινό. Για μένα αυτή η αλήθεια της τελευταίας σκηνής ήταν η γροθιά στο στομάχι: δεν υπάρχει προνόμιο σε αυτή τη σκληρότητα. Οι άνθρωποι που μπαίνουν στις βάρκες, ο «ξένος» του τίτλου είμαστε εσύ κι εγώ. Αλλά χάνουν όλη την υπόσταση και την ταυτότητα τους κάτω από τον ρατσισμό του δυτικού προς τον «μετανάστη».

Δυστυχώς δεν αισθανόμαστε ότι όλα αυτά μάς αφορούν, ότι μιλούν δυνητικά και για εμάς. Δεν το καταλαβαίνουμε. Ισως δεν το αντέχουμε. Κοιτάμε όσα συμβαίνουν στο μεσανατολικό, κοιτάμε αυτούς τους κατατρεγμένους ανθρώπους, τον ξεριζωμό τους, και υποσυνείδητα ακόμα πιστεύουμε ότι τι να κάνουμε, κάθε φτωχός κι η μοίρα του. Για αυτό και μπορούμε να κρατάμε αποστάσεις, το αντιμετωπίζουμε ακαδημαϊκά, ή ακόμα και με απάθεια. Σκάει ο πόλεμος στην Ουκρανία ή πιάνεις κουβέντα με τον άνθρωπο που κάνει ντελίβερι το φαγητό σου και σου λέει ότι στη χώρα του ήταν πολιτικός μηχανικός και εκεί κλονίζεσαι. Για να αρχίσεις να συνειδητοποιείς ότι είμαστε όλοι συνδεδεμένοι σε αυτό, η ματιά σου πρέπει να είναι καθαρή και οξυμένη. Κάτι να σε προτρέψει να ασχοληθείς. Κι αν αυτό είναι μία ταινία, ας είναι. Το ελπίζω.

Ποια είναι η δική σου εικόνα του «ξένου»;

Κοιτά, εγώ έχω έρθει μέσα από τη δουλειά αρκετές φορές απέναντι σε αυτή τη σκέψη. Κι έχω κάνει τη διεργασία μου. Το 1997 είχα παίξει έναν Άραβα πρόσφυγα στη «Βρωμιά». Πρόπερσι έκανα τον μονόλογο ενός Ασιάτη μετανάστη. Αλλά κι από τη φύση μου, είμαι ένας άνθρωπος που δεν είμαι φοβικός. Δεν με τρομάζει η έννοια του ξένου. Αντιθέτως μου δημιουργεί περιέργεια να μάθω κάτι ακόμα για τον κόσμο. Οφείλω πάντως να σου πω ότι θεωρώ ότι η ανοιχτωσιά κάθε ανθρώπου δουλεύεται. Δηλαδή νιώθω ότι πρέπει να οξύνω συνεχώς την ματιά και την ευαισθησία μου. Γιατί πάντα η ζωή έχει την τάση να μας αναισθητοποιεί. Να κάνει το δέρμα μας πιο σκληρό. Γιατί η καθημερινότητα είναι πολύ δύσκολη. 


Εχουμε απεριόριστο δυναμικό στο ελληνικό σινεμά, μπροστά και πίσω από τις κάμερες. Μόλις βρεθούν οι κατάλληλες συνθήκες λάμπει αυτό το ταλέντο. Το είδα και σε αυτή την εμπειρία: όλοι στάθηκαν απολύτως αντάξιοι των ξένων συναδέλφων. Δεν έχουμε να ζηλέψουμε σε τίποτα...»

Μαρκουλακης

Έλα να τελειώσουμε χολιγουντιανά, όπως ξεκινήσαμε: γιατί έκανες τον Τομ Κρουζ; Γιατί έκανες το σταντ της υποβρύχιας σκηνής εσύ ο ίδιος; Πώς ήταν η εμπειρία

(Γελάει) Ηταν φανταστική εμπειρία. Για κάποιο λόγο ο κασκαντέρ δεν μπορούσε να τοποθετηθεί σωστά στην κάμερα όταν βουτούσε. Είπε αρχικά ο Μπραντ ότι θα βάλει στολή, θα πιάσει τα μαλλιά του, θα το κάνει ο ίδιος. Και του ζήτησα να με αφήσει να το δοκιμάσω εγώ. Μου έβαλαν τα βάρη, με βύθισαν, τα κατάφερα και χάρηκα πολύ. Εχω μία εμπειρία, ένα πρώτο δίπλωμα καταδύσεων δηλαδή όχι κάτι τρομερό, αλλά έχω μερικές γνώσεις. Και το έκανα. Ηταν φανταστική εμπειρία. Ενιωσα για λίγο ήρωας action movie (γελάει). Οχι, σοβαρά τώρα, το να μπορείς να κάνεις κάτι έξω από τα όρια σου και να δοκομαστείς σ’ ένα γύρισμα και να τα καταφέρεις, είναι φανταστικό. 



Δεν ξέρω, αν θα σκηνοθετήσω στο σινεμά, δεν ξέρω. Το σκέφτομαι, αλλά δεν ξέρω. Και ούτε είμαι σίγουρος ότι μπορώ. Μπορεί και να μην μπορώ...»

Μαρκουλακης

Αυτή είναι και κάπως η διαφορά όσων κάνουν ελληνικό σινεμά, που έχουν μάθει να τα κάνουν όλα μέσα σε μια ομάδα για να βγει η ταινία. Είτε μπροστά, είτε πίσω από την κάμερα. Ενιωσες λίγο ότι έχουμε μία τέτοια εμπειρία στις βαλίτσες μας, για αυτό και μία υπεροχή; Μπορεί να ζηλεύουμε δηλαδή μία αμερικανική παραγωγή για άλλα πράγματα, κι έναν άλλο επαγγελματισμό, αλλά από άποψη προσφοράς, ταλέντου, ομαδικότητας έχουμε ένα προβάδισμα; Πχ, αυτό δε θα το έκανε ο Τζον Μάλκοβιτς.

Οχι, ο Τζον δε θα βουτούσε ο ίδιος φαντάζομαι (γελάει). Ναι, εμείς είμαστε πολυτεχνίτες. Είναι να στεναχωριέσαι - δεν έχουμε τα μέσα για να καταφέρουμε ένα αποτέλεσμα όπως το ονειρεύτηκε ένας δημιουργός, το συνεργείο του, οι ηθοποιοί του. Αλλά έχουμε απεριόριστο ταλέντο στο ελληνικό σινεμά, μπροστά και πίσω από τις κάμερες. Μόλις βρεθούν οι κατάλληλες συνθήκες λάμπει αυτό το ταλέντο. Το είδα και σε αυτή την εμπειρία: όλοι στάθηκαν απολύτως αντάξιοι των ξένων συνεργείων. Δεν έχουμε να ζηλέψουμε σε τίποτα.

Εσύ πότε θα σκηνοθετήσεις στο σινεμά;

Δεν ξέρω, δεν ξέρω. Το σκέφτομαι, αλλά δεν ξέρω. Και ούτε είμαι σίγουρος ότι μπορώ. Μπορεί και να μην μπορώ. Ελπίζω ότι έχω αρκετά χρόνια μπροστά μου για να ανακαλύψω κι άλλα πράγματα. Θα ήθελα πολύ πάντως. Νιώθω την ανάγκη να δείξω τον κόσμο όπως τον βλέπω, όπως θέλω να συζητήσω τα θέματα του, να καταθέσω τις σκέψεις μου σε εικόνες. Δεν ξέρω αν θα γίνει αυτό ποτέ.

Το «Ι Was A Stranger» κυκλοφορεί στις αίθουσες από την Πέμπτη 23 Απριλίου από τη The Film Group.