Μπορεί μια ταινία τρόμου να διεκδικεί βραβείο καλύτερης κωμωδίας; Για τις Χρυσές Σφαίρες, το ερώτημα δεν είναι καινούργιο, όμως η φετινή σεζόν επαναφέρει στο προσκήνιο μια διαχρονική πρακτική της βιομηχανίας: την επιλογή κατηγορίας που εξυπηρετεί καλύτερα τις πιθανότητες μιας ταινίας ή μιας ερμηνείας να κερδίσει ένα βραβείο.
Tο «Obsession» του Κάρι Μπάρκερ, παρά το γεγονός ότι βασίζεται κυρίως στον τρόμο, κατατέθηκε στις κατηγορίες μιούζικαλ ή κωμωδίας, προκαλώντας ερωτήματα για τα όρια της συγκεκριμένης ταξινόμησης.
Το φαινόμενο, γνωστό στον χώρο των βραβείων ως «category fraud» —δηλαδή η αμφιλεγόμενη ένταξη μιας ταινίας ή μιας ερμηνείας σε κατηγορία που δεν ανταποκρίνεται στον βασικό χαρακτήρα της— εμφανίζεται κάθε χρόνο τόσο στον κινηματογράφο όσο και στην τηλεόραση. Οι εταιρείες και οι ομάδες προώθησης επιλέγουν την κατηγορία στην οποία θεωρούν ότι έχουν περισσότερες πιθανότητες διάκρισης. Ωστόσο, όταν η επιλογή μοιάζει να απέχει από το πραγματικό ύφος μιας παραγωγής, η συζήτηση ξεπερνά τα όρια της στρατηγικής των βραβείων και αγγίζει την αξιοπιστία των ίδιων των θεσμών.
Το «Obsession», μια ταινία χαμηλού προϋπολογισμού που, σύμφωνα με το δημοσίευμα, ξεπέρασε τα 500 εκατομμύρια δολάρια σε παγκόσμιες εισπράξεις, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Παρότι περιλαμβάνει κωμικά στοιχεία, ο βασικός πυρήνας της ιστορίας αφορά μια γυναίκα που χάνει τον έλεγχο του ίδιου της του νου και σώματος.
Η Focus Features την υπέβαλε στις κατηγορίες μιούζικαλ ή κωμωδίας, φέρνοντας την πρωταγωνίστρια Ιντε Ναβαρέτε στην αντίστοιχη κατηγορία γυναικείας ερμηνείας.
Ανάλογη συζήτηση προκάλεσε και το «Tender Loving Care» του Μάικ Λι, που κατατέθηκε από την Bleecker Street στις ίδιες κατηγορίες. Η ταινία περιλαμβάνει στιγμές τραγουδιού και χορού, αλλά πραγματεύεται επίσης τη γήρανση, την ασθένεια και την αντιμετώπιση του τέλους της ζωής. Το παράδειγμα αναδεικνύει τη δυσκολία του να καθοριστεί το είδος μιας ταινίας με βάση μεμονωμένες σκηνές, όταν ο συνολικός της τόνος είναι πιο σύνθετος.
Η ιστορία των Χρυσών Σφαιρών προσφέρει αρκετά προηγούμενα. Το «The Martian» του Ρίντλεϊ Σκοτ κέρδισε το βραβείο καλύτερης ταινίας μιούζικαλ ή κωμωδίας, παρότι αφηγείται την προσπάθεια ενός αστροναύτη να επιβιώσει μόνος στον Αρη. Το 2017, το «Get Out» του Τζόρνταν Πιλ κατατέθηκε ως κωμωδία, ενώ το «Promising Young Woman» της Εμεραλντ Φένελ είχε αρχικά υποβληθεί στην ίδια κατηγορία, αλλά τελικά μεταφέρθηκε στη δραματική κατηγορία.
Οι κανόνες των Χρυσών Σφαιρών προβλέπουν ότι μια ταινία με πρωτίστως σοβαρό ή δραματικό τόνο δεν μπορεί να καταταχθεί ως κωμωδία μόνο και μόνο επειδή περιλαμβάνει κωμικά στοιχεία. Την τελική απόφαση λαμβάνει ειδική επιτροπή, η οποία εξετάζει ενστάσεις τόσο για την κατηγορία μιας ταινίας όσο και για τη διάκριση ανάμεσα σε πρωταγωνιστικούς και δεύτερους ρόλους. Οι αποφάσεις της είναι οριστικές και δεν προβλέπεται διαδικασία έφεσης.
Οι αμφιλεγόμενες επιλογές δεν περιορίζονται στις κωμωδίες. Στα μιούζικαλ, για παράδειγμα, έχει αποκτήσει ιδιαίτερη σημασία το κατά πόσο τα τραγούδια προωθούν την αφήγηση ή αποτελούν απλώς αναπαραστάσεις πραγματικών μουσικών εμφανίσεων.
Αυτός είναι και ένας από τους λόγους για τους οποίους τα «Bohemian Rhapsody» και «Elvis» εντάχθηκαν στη δραματική κατηγορία. Αντίστοιχα, η ταξινόμηση του «Michael», της βιογραφικής ταινίας για τον Μάικλ Τζάκσον, παραμένει ανοιχτό ζήτημα, καθώς θα πρέπει να αξιολογηθεί αν οι μουσικές σκηνές αποτελούν ουσιαστικό μέρος της αφήγησης ή κυρίως αναπαραστάσεις των εμφανίσεων του τραγουδιστή.
Το ζήτημα αναμένεται να επανέλθει και με το «Project Hail Mary» με τον Ράιαν Γκόσλινγκ, αλλά και με άλλες παραγωγές που ισορροπούν ανάμεσα σε διαφορετικά κινηματογραφικά είδη. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο η ύπαρξη στρατηγικών επιλογών από τις εταιρείες, αλλά και η συνέπεια με την οποία οι διοργανωτές εφαρμόζουν τους δικούς τους κανόνες.
Σε μια περίοδο όπου οι διακρίσεις επηρεάζουν τόσο την εμπορική πορεία όσο και τη δημόσια εικόνα μιας ταινίας, η γραμμή ανάμεσα στη δημιουργική ελευθερία και την επιλεκτική ταξινόμηση παραμένει δυσδιάκριτη.
Διαβάστε ακόμα: Οι Χρυσές Σφαίρες βάζουν κανόνες για το AI: «Η τεχνητή νοημοσύνη δεν αποκλείει αυτόματα μια ταινία»
