To Σβίλενγκραντ είναι μια πόλη στα σύνορα της Βουλγαρίας με την Τουρκία. Οπως χαρακτηριστικά θα ειπωθεί όχι πολύ αργά μέσα στην ταινία και ενώ έχει γίνει σαφές πως σε αυτήν την άκρη του κόσμου κουμάντο κάνει η Μαφία, «στο Σβίλεγκραντ η ζωή ξεκινάει εκεί που σταματάει ο νόμος». Ο νόμος του Ιλια, δηλαδή, που διαφεντεύει κτήματα, ιδιοκτησίες, καύσιμα, ανθρώπινες ζωές φτηνού μεταναστευτικού εργατικού δυναμικού και της μικρής κόρης του που ζει ανάμεσα σε εκρήξεις βίας και χυδαία χλιδή προς μια προδιαγεγραμμένη (βλέπε καταδικασμένη) ενηλικίωση.
Θα το (ανα)γνωρίσουμε από την ομοιότητα του με μια πόλη της Αγρια Δύσης (ή της πρώην Σοβιετικής Ενωσης, που στην περίπτωση αυτή μοιάζει να είναι ο ίδιος ακριβώς τόπος), όπου όλα είναι σχεδόν εγκαταλελειμένα και παρατημένα, οι αποστάσεις ανάμεσα στις κατοικημένες περιοχές μεγάλες και ο φτωχός πληθυσμός ζει από γεωργικές και κτηνοτροφικές εργασίες όταν δεν βρίσκεται μπλεγμένος ή απειλούμενος από τις βρώμικες δουλειές του Ιλια.
Εκεί θα εμφανιστεί στην αρχή ένας άντρας που αναζητά κάτι από το παρελθόν. Και λίγο μετά η ηρωίδα της ταινίας, η Βέσκα, μια αρχαιολόγος που επικεφαλής μιας ανασκαφής σε έναν αρχαίο πύργο, σκάβει περισσότερο από όσο θα της επιτραπεί τους μηχανισμούς με τους οποίους λειτουργεί η εξουσία του Ιλια στην περιοχή, τη θέση των γυναικών σε ένα σκληρά πατριαρχικό περιβάλλον, εγκλήματα του παρελθόντος (και του παρόντος) και μια μορφή αναίμακτης (αν γίνεται) εκδίκησης για την πατρίδα που στερήθηκε, φεύγοντας μακριά από έναν ασφυκτικό κλοιό διαφθοράς, απανθρωπιάς και εγκλήματος προκειμένου να επιβιώσει - ως γυναίκα, ως μητέρα, ως επαγγελματίας, σχεδόν και ως άνθρωπος.
Γυρισμένο σαν ένα γουέστερν - όπως ήταν και ο τίτλος της προηγούμενης ταινίας της Γκρίζεμπαχ - το φιλμ με τον «περίεργο», κυρίως ειρωνικό τίτλο «Η Ονειρεμένη Περιπέτεια», χαρτογραφεί με μοναδικό τρόπο, ωμό, ντοκιμαντερίστικο, με μεγάλες σεκάνς τραπεζιών και συναντήσεων των ηρώων που διαδραματίζονται σχεδόν σε φυσικό χρόνο, έναν τόπο όπου βρίσκεται εκτός νόμου και εκτός ελπίδας για οποιονδήποτε κάτοικο του, νέο ή μεγαλύτερο.
Σαν φτωχός και μόνος καουμπόι, η Βέσκα θα προχωρήσει στην «αποστολή» της τόσο ώστε να παίξει με τους όρους της Μαφίας, να προστατεύσει (όσο μπορεί) νέα κορίτσια από το ματσίσμο των ανδρών που ενσωματώνονται στη νέα εποχή χωρίς ωστόσο να πείθουν για τις αλλαγμένες αντιλήψεις τους, να αγαπήσει ξανά τον πατρικό της τόπο βρίσκονται μέσα στην ασχήμια του όμορφες στιγμές, μέχρι και να ερωτευτεί από την αρχή.
Κυρίως όμως να σταθεί ίση προς ίσο με τον Ιλια, στην καλύτερη και πιο δυνατή σκηνή μιας ταινίας που στην μεγάλη της διάρκεια (περίπου τρεις ώρες) μπορεί να το νιώθεις ότι εξαντλεί την εικονογραφία της προκειμένου να σε κάνει κοινωνό μιας - κι όμως - Ευρώπης στην οποία δεν επικρατεί τίποτα παρά η απόλυτη διάλυση. Με την επικράτηση μιας γυναίκας να μοιάζει πύρρεια, αλλά ελπιδοφόρα - κάτι που σε κάθε περίπτωση είναι μια μεγάλη πολιτική δήλωση απέναντι σε έναν κόσμο που κρατάει την αλήθεια του θαμμένη κάτω από στρώσεις ψέματος και υποκρισίας, ριζωμένου ρατσισμού και πατριαρχίας.
