Το σύμπαν του Νοτιοκορεάτη μετρ Χονγκ Σανγκ-σου («Η Ταξιδιώτισσα», «Η Ιστορία μιας Μυθιστοριογράφου», «Η Γυναίκα που Εφυγε»), ήταν πάντα πολύ συγκεκριμένο. Εξερεύνηση χαρακτήρων και σχέσεων, καθημερινές, αλά Ρομέρ, συζητήσεις που κρύβουν κομψά την υπαρξιακή τους διάσταση, αστικός λαβύρινθος και ανοιχτόκαρδη φύση, ένα σύμπαν που ποτέ δεν ήταν φλου. Τώρα είναι - κι αυτό είναι το ωραιότερο κινηματογραφικό τρικ που ο σκηνοθέτης έχει κάνει στην καριέρα του.

Η Σουνί, όμορφη, κομψή, πρακτική, γλυκιά, είναι τρία χρόνια σε σχέση με τον Ντονγκουά: γιος δικαστή, έχει απομακρυνθεί από τον επώνυμο πατέρα του και τα λεφτά του και ζει ως ποιητής, αρκούμενος στα απολύτως απαραίτητα, αυτό, τουλάχιστον, διατείνεται. Ακόμα και το αυτοκίνητό του είναι δεκαετιών. Μ' αυτό πηγαίνει μια μέρα τη Σουνί στο πατρικό της, μόνο που με μια ασήμαντη αφορμή μπαίνουν μέσα. Ο Ντονγκουά θα γνωρίσει τον χαλαρό, ούλτρα φιλικό πατέρα της, τη μικρότερη αδελφή της που έχει κάποια ψυχολογικά προβλήματα αλλά παίζει πανέμορφα το παραδοσιακό κορεάτικο έγχορδο, τη μητέρα της που είναι κι εκείνη ποιήτρια, αλλά μαγειρεύει και θαυμάσια. Η πρώτη γνωριμία θα οδηγήσει σε μια ολοήμερη διαμονή και σε δείπνο. 

Τίποτα «σημαντικό» δεν μοιάζει να συμβαίνει στην ταινία του Χονγκ Σανγκ-σου. Μικρά, αριθμημένα κεφάλαια, μικρές ανθρώπινες στιγμές επικοινωνίας. Ο Ντονγκουά και ο πατέρας που κουβεντιάζουν, σαν άντρες, δίπλα στα οικόσιτα κοτόπουλα, για όσα τους κάνουν χαρούμενους κι οσα ονειρεύονται, πίνοντας μακόλι, το κορεάτικο ρυζόκρασο. Μια κοντινή εκδρομή σ' έναν ιστορικό ναό. Μια κουβέντα ανάμεσα στις δυο αδελφές. Και το δείπνο όπου όλες οι μικρές υπόνοιες καλοπροαίρετης υποκρισίας θα έρθουν στην επιφάνεια. Εχει ο Ντονγκουά μουστάκι για να μοιάζει περισσότερο σαν ποιητής; Εχει ο πατέρας όντως την καλή πρόθεση που επικαλείται για την κόρη του, ή γοητεύεται από την προοπτική του δικαστή πεθερού; Βλέπει η Σουνί τον σύντροφό της με καθαρά μάτια, ή μ' έναν εφησυχασμό που αφήνει το χρόνο να περνά;

Ο Χονγκ Σανγκ-σου διαλέγει το γνώριμο περιβάλλον των ταινιών του: ένα σπίτι εύπορων, μικρές γειτονιές με εξίσου μικρά μυστικά, η ηρεμία της φύσης το μόνο αδιάβλητο στοιχείο. Απλές κουβέντες μ' ένα διακριτικό αλλά ακαταμάχητο χιούμορ καταστάσεων και λεπτή ειρωνεία. Ενας αργός ρυθμός, γεμάτος αναμονή, σχεδόν αγωνία για κάτι που θα συμβεί - κι αυτό μικρό, αλλά ανατρεπτικό. Ομως όλ' αυτά, ιδιοφυώς, αποτυπωμένα σε μια κάμερα ελαφρώς φλου, σαν ερασιτεχνική, σαν τους ίδιους τους ήρωες που βλέπουν τη ζωή τη δική τους και των γύρω τους μέσα από ένα πέπλο αοριστίας και ασήμαντης υποκρισίας. Γιατί μπροστά στην ανθρώπινη μικρότητα, τι να σου πει κι αυτή η φύση.