Ενα σύμβολο ανθρωπιστικών ιδανικών και όχι πολεμικών θριάμβων, ένα έμβλημα δημοκρατίας και διεθνικότητας: αυτό ήταν αποφασισμένος να χαρίσει στο Παρίσι ο Πρόεδρος Φρανσουά Μιτεράν και για να το υλοποιήσει, έκανε την πιο απροσδόκητη, αλλόκοτη επιλογή. Μια ιστορία καλλιτεχνικής ανάθεσης, πολιτικής δυσκαμψίας και σχεδίων όχι τόσο αρχιτεκτονικών, όσο υπαρξιακών, αφηγείται, βασισμένος στο βιβλίο της Λοράνς Κοσέ, ο Στεφάν Ντεμουστιέ («Το Κορίτσι με το Βραχιόλι») στη νέα ταινία του, υποψήφια για οκτώ βραβεία Σεζάρ, μια ιστορία απίστευτη κι όμως αληθινή, ωραία ενσαρκωμένη αλλά με φιλοδοξία μικρότερη του έργου που αποτυπώνει.
Σε μια εποχή όπου η ενωμένη Ευρώπη προσπαθούσε να βρει τα πατήματά της κι όπου ο δημοκράτης και οραματιστής Μιτεράν ήθελε να δώσει νέα πνοή στο Παρίσι, εν όψει και της 200ής επετείου της γαλλικής δημοκρατίας, ένας καλλιτεχνικός διαγωνισμός βρήκε απρόσμενο νικητή: τον Οτο φον Σπρέκελσεν, άγνωστο αρχιτέκτονα από τη Δανία, του οποίου το σχέδιο-πρόταση άρεσε πολύ στον Πρόεδρο. Μια αψίδα, γιγάντια όσο η Αψίδα του Θριάμβου, όμως στιβαρή και λιτή, διαμπερής και λειτουργική, φτιαγμένη από μάρμαρο και γυαλί. Αυτό ήταν το σχέδιο το οποίο ο Σπρέκελσεν κατέφθασε στο Παρίσι, μαζί με τη γυναίκα του, Λιβ, για να υλοποιήσει - και για να συναντήσει τα αναμενόμενα προβλήματα.
Ενας αρχιτέκτονας μεσήλικας αλλά άγνωστος, ο οποίος ως τότε, όπως έλεγε, είχε σχεδιάσει και κατασκευάσει μόνο το δικό του σπίτι και τέσσερις εκκλησίες, κλήθηκε να δώσει μορφή στη νέα Γαλλία. Δίπλα αλλά και, ταυτόχρονα, απέναντί του, βρήκε δυο άλλους άντρες, καλά βαπτισμένους στη γαλλική γραφειοκρατία αλλά και δολοπλοκία. Τον Ζαν-Λουί Σουμπιλόν, κρατικό λειτουργό, δημόσιο υπάλληλο, τόσο πρόθυμο όσο ορίζουν τα δικά του συμφέροντα. Και τον αρχιτέκτονα Πολ Αντρέ, πολύ πρόθυμο ν' αναλάβει ο ίδιος το έργο, αλλά δεκτικός στο να συνεργαστεί με τον Σπρέκελσεν απλώς ως κατασκευαστής. Οτο και Φρανσουά με οράματα που υπερβαίνουν την πραγματικότητα, Ζαν-Λουί και Πολ προσγειωμένοι στο εφικτό, όχι απαραίτητα στο ιδανικό. Συγκρούσεις, επανενάρξεις, τελειομανία, πολιτισμικές διαφορές και παραλήρημα μεγαλείου, ταυτόχρονα διαπροσωπικές σχέσεις, ένας γάμος σε κρίση και ατομικές φιλοδοξίες που απειλούν ν' ανατρέψουν τις ισορροπίες.
Αυτή την ιστορία, ο Ντεμουστιέ κινηματογραφεί με μια και οπτική αντιπαράθεση μεγεθών. Η αψίδα, τεράστια μπροστά στον μικρό δημιουργό της, μεταφορικά και κυριολεκτικά. Ο Πρόεδρος, αποφασισμένος να γίνει το δικό του, αψηφώντας κάθε (ανθρώπινο και μη) εμπόδιο. Η Γαλλία, με το ένδοξο παρελθόν της και το στραπατσαρισμένο «παρόν» της ταινίας (τόσο ευθεία αναφορά και στο σημερινό παρόν της Γαλλίας, όσο η ευθεία που ενώνει την Αψίδα του Θριάμβου με την Αψίδα της Ντεφάνς). Και μια ιδιότυπη οικοδομή που, καθώς σιγά-σιγά υψώνεται, διαρκώς στο πλάνο, προσμετρά το αποτύπωμα που θ' αφήσουν αυτοί οι άνθρωποι στην Ιστορία.
Με μια ευμετάβλητη φωτογραφία, από το ιλουστρασιόν στο μελαγχολικό κι από το λαμπερό στο θαμπό, και μ' ένα σχεδόν τετράγωνο, 4:3 κάδρο που σχεδόν ταιριάζει με τον ίδιο τον κύβο της Αψίδας, ο Νταβίντ Σαμπίλ, του οποίου τη δουλειά πρόσφατα θαυμάσαμε και στο «Nouvelle Vague», μεταφέρει τις απανωτές μεταπτώσεις διάθεσης του Οτο και του κόσμου του. Ο Κλάες Μπανγκ και η Σίντσε Μπαμπέτ Κνούντσεν μπορεί να είναι αυτονόητες επιλογές ως Δανοί Οτο και Λιβ, αυτό όμως δεν κάνει τις ερμηνείες τους λιγότερο δυνατές και εύστοχες. Από την άλλη, τόσο ο Μισέλ Φο ως Μιτεράν, όσο κι ο Ξαβιέ Ντολάν ως Σουμπιλόν, φέρουν μια παλιομοδίτικη κωμικότητα στους ρόλους τους που περισσότερο μπερδεύει παρά πείθει.
Κι ολόκληρο, όμως, το ύφος της ταινίας ανεβοκατεβαίνει χωρίς να είναι σίγουρο πού θα καταλήξει - ανάλαφρη κωμωδία ηθών, ψυχογράφημα δημιουργού / καλλιτέχνη, πολιτική σάτιρα, κοινωνική παραβολή; - αλλά και ποιος είναι ο ήρωας που περιγράφει, μια και ποτέ δεν τολμά να εμβαθύνει στον Οτο φον Σπρέκελσεν, ο οποίος παραμένει μια σχηματική φιγούρα που (καταλαβαίνουμε συνειρμικά ότι ) είναι πεισματικός και επιρρεπής στον εγωκεντρισμό του.
Η γλυκόπικρη αίσθηση με την οποία σ' αφήνει η ταινία (τόσο διαφορετική από το παρόμοιας θεματικής «The Brutalist», μοιάζει να προκύπτει λιγότερο από την πρόθεση και τη σκηνοθεσία του Ντεμουστιέ και περισσότερο από την αλήθεια που αγγίζει η πραγματική ιστορία, μεταφερμένη στο σήμερα. Σε μια Ευρώπη που έχει ανάγκη από κάτι παραπάνω από ένα σύμβολο για να επανενωθεί και να επιβιώσει, στο αίσθημα ματαιότητας φιλόδοξων καλλιτεχνικών αναθέσεων, στη διάσταση της διασημότητας και του «άγνωστου» δημιουργού, στο τι είναι, πραγματικά, εκείνο που μένει, το μάρμαρο Καράρα ή ο ιδρώτας εκείνου που το χάραξε.
Κι αν αυτά δεν προκύπτουν ακριβώς από το (πιο απλουστευμένο) σενάριο του Ντεμουστιέ, η ταινία πάντως δίνει την αφορμή να τα σκεφτεί κανείς, καθώς κοιτάζει την Ακρόπολη ή το Καλλιμάρμαρο κι αναζητά τη σύγχρονη σπίθα της ελπίδας ή ανθρώπους με όραμα.

