To «Evil Does Not Exist» του Ριγιουσούκε Χαμαγκούτσι ξεκινά σχεδόν υπνωτιστικά, με ένα αργό πλάνο που κινείται ανάμεσα στα κλαδιά ενός δάσους, ενώνοντας τους ήχους της φύσης με τη λυρική μελωδία που συνοδεύει τη σκηνή, πετώντας κατευθείαν το θεατή σε ένα ειδυλλιακό παρθένο τοπίο.

Μια αντίστοιχη σκηνή είναι που κλείνει και την ταινία, κάνοντας τη φύση το Α και το Ω της αφήγησης, μόνο που στο ενδιάμεσο τα πάντα έχουν αλλάξει, η πραγματικότητα έχει πάρει μια εντελώς διαφορετική χροιά και ο Χαμαγκούτσι έχει αποδειχθεί ένας άκρως ύπουλος (πέρα από θαυμαστός φυσικά) αφηγητής, που πιάνει τον θεατή απροετοίμαστο όταν αποκαλύπτει τις (απρόσμενα ευρείες και αληθινά σύνθετες) πραγματικές προθέσεις της ταινίας του.

Σε μία ήρεμη ιαπωνική επαρχία, o Τακούμι είναι ένας πατέρας που μεγαλώνει μόνος το κοριτσάκι του, τη Χάνα. Ο Τακούμι έχει μάθει να αφουγκράζεται τη φύση, να ακολουθεί τις προσταγές της, να απολαμβάνει τους καρπούς της και να αντιλαμβάνεται τη σκοτεινή της φύση. Οταν λοιπόν έρχονται στην περιοχή οι εκπρόσωποι ενός φιλόδοξου έργου ανάπτυξης κάμπινγκ πολυτελείας (glamping), ο Τακούμι αντιλαμβάνεται τις κοινωνικές και οικολογικές συνέπειες και έρχεται σε σύγκρουση με τους «αδαείς» αστούς, δίνοντας το έναυσμα μιας ιστορίας με απρόσμενες συνέπειες.

Μόνο που ο Χαμαγκούτσι δεν βιάζεται να αποκαλύψει τις πραγματικές προθέσεις της ιστορίας του. Ο ρυθμός του είναι ελεγειακός, οι σκηνές του ακολουθούν τους ήρωες εκτενώς στις φαινομενικά αδιάφορες καθημερινές δουλειές τους και τα πάντα συνθέτουν έναν κόσμο όπου ο άνθρωπος είναι άμεσα εξαρτώμενος από τη φύση, τόσο για την ευτυχία όσο και για την επιβίωσή του. Για τον Χαμαγκούτσι, η φύση δεν είμαι μια ρομαντική, αόριστη έννοια αλλά ένας ζωντανός οργανισμός που κόβει την ανάσα με την ομορφιά του αλλά απαιτεί τόσο τον σεβασμό όσο και την προσοχή.

Αποφεύγοντας κρίσιμες αφηγηματικές λεπτομέρειες, μπορούμε να πούμε ότι το «Evil Does Not Exist» (με το κόκκινο «Not» του τίτλου να προσθέτει ένα δεύτερο, αμφιλεγόμενο επίπεδο ανάγνωσης στην αφήγηση) είναι μια ταινία υπόγειας έντασης, με τον κίνδυνο να κρύβεται λίγο έξω από τα γεγονότα του κάδρου και με μια επίπλαστη ρομαντική προσέγγιση που μπορεί να ανατραπεί ανά πάσα στιγμή από τη βία του φυσικού κόσμου.

Γεμάτο από φυσικές ερμηνείες που έχουμε μάθει να περιμένουμε από τις ταινίες του Χαμαγκούτσι, ενισχυμένο από την λυρική μουσική του Εϊκο Ισιμπάσι (με τον οποίο συνεργάστηκαν και στο «Drive My Car») και βασισμένο στην αφηγηματική φόρμα των περισσότερο «μικρών» και ανθρωποκεντρικών δημιουργιών του (όπως το «Happy Hour» και οι «Ιστορίες της Τύχης και της Φαντασίας»), το νέο φιλμ του Χαμαγκούτσι αποδεικνύει πως είναι ένας δημιουργός ικανός να ανακαλύπτει την δύναμη στις μικρές, καθημερινές στιγμές, πρόθυμος να αποκαλύψει κάθε απλή αλλά πανίσχυρη πλευρά του σύγχρονου ανθρώπου και αποφασισμένος να αναδείξει τις δομές λειτουργίας της κοινωνίας, ακόμα και αν στη μέση παρεμβάλλονται οι απαράβατοι κανόνες της φύσης και της ζωής.

Κι αν στο «Drive My Car» ο Χαμαγκούτσι έπαιξε με την έννοια του χρόνου ή βασίστηκε στις λέξεις για να αποκαλύψει πόσο καλός φιλόσοφος είναι, στο «Evil Does Not Exist» επιλέγει τους μηχανισμούς της φύσης και την ακρίβεια των εικόνων του για να παρουσιάσει ακόμα ένα θαυμαστό κομμάτι του ανθρωπιστικού του έργου.

Κάποιοι σίγουρα θα διαμαρτυρηθούν για τον αργόσυρτο αλλά αποφασιστικά σταθερά ρυθμό και κάποιοι πιθανώς να αντιδράσουν στη διττή αλλά πανίσχυρη φύση ενός μάλλον ανοιχτού φινάλε, η αλήθεια όμως παραμένει ότι το «Evil Does Not Exist» είναι μια ταινία που απαιτεί να την εμπιστευτείς, να της παραδοθείς και να της δείξεις εμπιστοσύνη, μέχρι να σε επιβραβεύσει με την αλήθεια της αφήγησής της.