Το 2006 ήταν μια (ακόμα) ταραγμένη χρονιά για την ανθρωπότητα. Το Ισραήλ συγκρούστηκε με τη Χεζμπολάχ στον Λίβανο, με θύματα άμαχο πληθυσμό και η κοινή γνώμη βρισκόταν σε ανησυχία για την αποσταθεροποίηση της Μέσης Ανατολής, την ώρα που η Χαμάς κέρδιζε τις εκλογές στην Παλαιστίνη. Ο πόλεμος στο Ιράκ συνεχιζόταν για τρίτο χρόνο κι είχε φτάσει στο αιματοβαμένο ζενίθ του. Ο ΟΗΕ επέβαλλε κυρώσεις στο Ιράν για το πυρηνικό πρόγραμμά του. Στην Κίνα και στη Ρωσία μεγιστοποιήθηκε ο κρατικός έλεγχος στα media. Η Γερμανία είχε νέα καγκελάριο, την Ανγκελα Μέρκελ. Μέσα σ' αυτό τον κόσμο εμφανίστηκε μια ταινία που έθιγε, με επίκαιρο τρόπο, τις συνέπειες του πολιτικού αυταρχισμού, με βάση τη διχασμένη Γερμανία, 20 χρόνια νωρίτερα. Τρόπο που αποδεικνύεται ακόμα πιο επίκαιρος σήμερα, είκοσι χρόνια αργότερα.
Η ταινία «Οι Ζωές των Αλλων» ήταν το ντεμπούτο του Φλόριαν Χένκελ φον Ντόνερσμαρκ. Η ταινία αντιμετώπισε δυσκολίες για να γίνει, οι χρηματοδότες την έβρισκαν πολύ σκοτεινή, πολύ απαιδιόδοξη, την ήθελαν πιο ανάλαφρη, ακόμα και κωμωδία. Ωστόσο «Οι Ζωές των Αλλων» κέρδισαν το Οσκαρ Ξενόγλωσσης (τότε) Ταινίας, τρία βραβεία της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Κινηματογράφου (Καλύτερης Ταινίας, Σεναρίου και Β' Ανδρικού για τον Ούλριχ Μούε) και, στην Ελλάδα μόνο, έκανε πάνω από 200.000 εισιτήρια, αριθμό που για σήμερα είναι τεράστιος, αλλά και τότε δήλωνε μια πολύ μεγάλη καλλιτεχνική επιτυχία.
Η ταινία εκτυλίσσεται το 1984 (και λίγα χρόνια αργότερα), στο Ανατολικό Βερολίνο. Η πόλη ζει υπό την αυστηρή επιτήρηση των 100.000 υπαλλήλων και 200.000 κατασκόπων της Στάζι. Ανάμεσα στους πιο αφοσιωμένους πράκτορες, ένας, ο Γκερντ Βίσλερ (Ούλριχ Μούε), παρακολουθεί τη ζωή του συγγραφέα Γκέοργκ Ντράιμαν (Σεμπάστιαν Κοχ) και της ερωμένης του, της ηθοποιού Κρίστα-Μαρία Ζίλαντ (Μαρτίνα Γκέντεκ), για τους οποίους υποψιάζεται ότι δεν είναι τόσο «καθαροί» όσο φαίνεται. Οσο προχωρά η παρακολούθηση, ο Βίσλερ επεμβαίνει διακριτικά στη ζωή τους, με συνέπειες όχι μόνο για αυτούς, αλλά και για τη δική του ύπαρξη. Οι «Ζωές των Αλλων» είναι ένας δυνατός συνδυασμός πολιτικού θρίλερ και συγκινητικής ερωτικής ιστορίας και θεωρούνται μέχρι σήμερα η πιο ολοκληρωμένη κινηματογραφική απεικόνιση της ζωής και της ατμόσφαιρας τρόμου στο Ανατολικό Βερολίνο, λίγο πριν από την πτώση του Τείχους, το 1989.
Πόσο κοντά, όμως, βρίσκονται όσα παρουσιάζει η ταινία, στον σημερινό τρόπο ζωής; Τρομακτικά πιο κοντά απ' όσο θα φανταζόταν κανείς εάν την περιόριζε σ' ένα φιλμ εποχής. Με καμία πρόθεση τρομολαγνείας, παρακάτω 10 παραδείγματα, από τα πολλά που μπορεί κανείς να σκεφτεί.
1.
Η επιτήρηση δεν είναι πια εξαίρεση, είναι κανονικότητα. Το αποδεικνύουν από τις αποκαλύψεις του Σνόουντεν ως την ελληνική επικαιρότητα των υποκλοπών κι εφαρμόζονται, πια, σε δημοκρατικά καθεστώτα. Σ' αυτά να προσθέσουμε τη συστηματική, μαζική επιτήρηση και συλλογή στοιχείων από τα social media και, λίγο-πολύ, κάθε πτυχή της ψηφιακής εποχής μας.
2.
Από τους κοριούς στα σπίτια, στα δεδομένα στο cloud. Στην ταινία η παρακολούθηση γίνεται μετά από κρυφή εγκατάσταση εξοπλισμού και με φυσική παρουσία και ανθρώπινο κόπο. Σήμερα είναι αυτοματοποιημένη και αόρατη και κανείς δεν χρειάζεται καν να πλησιάσει τον στόχο.
3.
Μια εξουσία χωρίς πρόσωπο. Τον πράκτορα της Στάζι στην ταινία υποδύεται ο Ούλριχ Μούε, ο ήρωάς του έχει πρόσωπο και όνομα, είναι ο Χάουπτμαν Γερντ Βίσλερ. Εχει συνείδηση, ενοχές, μια ευαισθησία που παλεύει να ξορκίσει. Σήμερα «παρατηρητής» είναι ο αλγόριθμος, οι πλατφόρμες, οι απρόσωποι μηχανισμοί που δεν έχουν διδαχτεί τους ηθικούς φραγμούς.
4.
Το άλλοθι της Εθνικής Ασφάλειας. Χρησιμοποιούνταν και τότε, για να δικαιολογήσει τα εγκλήματα της Στάζι, χρησιμοποιείται και τώρα, για να κάνει την Αμερική πιο μεγάλη ή την Ελλάδα πιο ασφαλή, από την τρομοκρατία, τον «εσωτερικό εχθρό» ή τους πολιτικούς αντιπάλους.
5.
Ο φόβος ότι... θ' ακουστούμε. Στην Ανατολική Γερμανία του '80, στην Ελλάδα του '70, οι πολίτες μιλούσαν σιγά, κρυφά, φοβούνταν μην ακόμα και η σκέψη τους ακουστεί. Σήμερα πολλές και πολλοί φοβούνται τι θα γράψουν στο κινητό τους ή τι θα πουν κοντά του, υποψιαζόμενοι/ες ότι παρακολουθούνται.
6.
Η τέχνη ως πράξη αντίστασης. Για τον Γκέοργκ (και τον συνθέτη φίλο του, Αλμπερτ Γιέρσκα), είναι η Σονάτα για Καλούς Ανθρώπους, ένα μουσικό κομμάτι ή ένα βιβλίο. Είναι αυτή η διεκδίκησή τους για την τέχνη ως έναν χώρο ελευθερίας, που τους θέτει στο στόχαστρο. Σήμερα καλλιτέχνες, από το Ιράν ως τη Λατινική Αμερική, μπαίνουν σε λίστες παρακολούθησης, αποδεικνύοντας ότι λίγα πράγματα έχουν αλλάξει.
7.
Το πολιτικό παρελθόν που γίνεται παρόν. Οι «Ζωές των Αλλων» είναι μια ταινία εποχής, εκτυλίσσεται σ' ένα παρελθόν το οποίο όσες και όσοι έζησαν συνειδητά, είναι πλέον γύρω στα 65. Σήμερα, είτε κοιτάξει κανείς προς την Αμερική, είτε προς τη Ρωσία, το Ισραήλ, την Τουρκία, οι αυταρχικές τάσεις των κυβερνήσεων και οι απαγορεύσεις στη δημοσιογραφία εξαφανίζουν τη χρονική απόσταση από εδώ ως το 1984.
8.
«Φταίει το σύστημα». Ο Βίσλερ είναι ένας άνθρωπος με καλά κίνητρα, εγκλωβισμένος σ' ένα μηχανισμό που τον αναγκάζει σε ανήθικες πράξεις. Το ίδιο, σήμερα και πάντα, είναι πολλοί υπάλληλοι κρατικών υπηρεσιών, αναλυτές δεδομένων, εργαζόμενες/οι σε εταιρίες τεχνολογίας που, ωστόσο, φέρουν ευθύνη για το «γρανάζι» που κινούν.
9.
Η ιδιωτικότητα, πολύτιμη και σπάνια Ακόμα το 2006, όταν η ταινία του Φλόριαν Χένκελ φον Ντόνερσμαρκ προβλήθηκε στους κινηματογράφους, η ιδιωτικότητα ήταν μια αξία δεδομένη. Σήμερα κανείς πρέπει να πειθαρχήσει σε προγραμματισμένες επιλογές, για να την κερδίσει για λίγες ώρες, που πιθανότατα ορίζονται από το κινητό του.
10.
Οσο πιο ήσυχη, τόσο πιο επικίνδυνη Εάν οι «Ζωές των Αλλων» καθρεφτίζουν ένα κομμάτι του παρόντος, εκείνο που δεν μπορούν να δείξουν είναι ότι η επιτήρηση των πολιτών σήμερα είναι πιο σιωπηλή, λιγότερο ορατή και, γι' αυτό, πιο επικίνδυνη. Κι έτσι η ταινία δεν βλέπεται, τώρα, σαν ένα μάθημα ιστορίας, αλλά σαν ένα συνεχές που χρειάζεται να περιοριστεί.
