Συνέντευξη

Σωτήρης Γκορίτσας: «Εδώ μιλάμε για το απόλυτο κτήνος Πούτιν και μια εγχώρια αοιδός τραγουδάει "ολιστικά" για αγάπη και ειρήνη στον κόσμο.»

στα 10

Συνέντευξη στη Βένα Γεωργακοπούλου, λίγο πριν τα γυρίσματα του «Εκεί που Ζούμε».

Σωτήρης Γκορίτσας: «Εδώ μιλάμε για το απόλυτο κτήνος Πούτιν και μια εγχώρια αοιδός τραγουδάει "ολιστικά" για αγάπη και ειρήνη στον κόσμο.»

Ο Σωτήρης Γκορίτσας έχει σημαδέψει όσο λίγοι το ελληνικό σινεμά (και την ελληνική κουλτούρα και προσωπικότητά, άλλωστε), με τόσο λίγες ταινίες, όλες τους εμβληματικές για την Ελλάδα που δυσκολεύεται να εξελιχθεί. Από τη γνωριμία μας μαζί του, στη «Δέσποινα» του 1990, στο «Απ' το Χιόνι» του '93 που ηγήθηκε της συμφιλίωσης του κοινού με τις ελληνικές ταινίες, στο «Βαλκανιζατέr» του '97 και το «Μπραζιλέρο» του 2001 που κατέγραψαν την απόλυτη βαλκανική μας ταυτότητας, στις «Παρέες» (2007) της ενηλικίωσης μιας αδιέξοδης γενιάς, στο «Απ' τα Κόκαλα Βγαλμένα» του 2010, του ΕΣΥ, του '80 και του νεοπλουτισμού. Και μετά, παύση.

Διαβάστε ακόμη: «Εκεί που Ζούμε». Νέα ταινία για τον Σωτήρη Γκορίτσα

Δώδεκα χρόνια αργότερα, ο Σωτήρης Γκορίτσας έρχεται με μια νέα ταινία, το «Εκεί που Ζούμε», βασισμένο στο μυθιστόρημα του Χρίστου Κυθρεώτη, να σχολιάσει με τον δικό του τρόπο, πάντα με χιούμορ αλλά και κυνισμό, την τωρινή γενιά των σαραντάρηδων, εκείνων που... δεν κατάφεραν, όσα δεν κατάφεραν κι οι προηγούμενοι. Λίγες μέρες πριν την έναρξη των γυρισμάτων της ταινίας, στις αρχές Απριλίου, ο Σωτήρης Γκορίτσας μίλησε στη Βένα Γεωργακοπούλου χωρίς να μασάει τα λόγια του, φυσικά για το σινεμά του, αλλά και «για το τσίρκο του "πρώτη φορά αριστερά"», την ξανθιά αοιδό που «τραγουδά "ολιστικά" για την αγάπη και την ειρήνη στον κόσμο», για όσα τον απογοητεύουν και την ελληνική ταυτότητα που ψάχνει στις αντιθέσεις της.


σωτήρης γκορίτσαςΓυρίζοντας το «Απ' το Χιόνι»

Oταν βγήκε το μυθιστόρημα «Εκεί που ζούμε» του Χρίστου Κυθρεώτη (2019), σχεδόν αμέσως δημιούργησε γύρω του ένα μύθο, «να, επιτέλους, ένα μεγάλο ελληνικό μυθιστόρημα». Και δικαίως. Εσείς πότε το διαβάσατε και τι νοιώσατε; Γιατί σας άρεσε;

Το διάβασα πριν δυο χρόνια και ευχαριστήθηκα τη ματιά της σημερινής γενιάς των 35-40αρηδων, τόσο είναι ο Κυθρεώτης. Με την ελπίδα πάντα ότι η δική μας γενιά δεν θα επαναλάβει όσα υποστήκαμε από τους παλιότερους και θα κάνει λίγο στην άκρη, να αφήσει χώρο στους νεότερους. Το δεύτερο στοιχείο που μου άρεσε ήταν ότι ο ήρωας του μυθιστορήματος δεν ζούσε στο περιθώριο, που πάντα γοήτευε τη δική μου γενιά. Είναι δικηγόρος, συμμετέχει στην κοινωνική ζωή και ειδικά εκείνη των δικαστηρίων με την οποία ανέκαθεν έψαχνα ευκαιρία να ασχοληθώ. Τα νοσοκομεία ήταν ο πρώτος, εκεί όπου διακυβεύεται η ζωή μας - γι’ αυτό και έκανα την προηγούμενη ταινία, «Απ’ τα κόκαλα βγαλμένα» - τα δικαστήρια, όπου διακυβεύεται το δίκαιο και η ελευθερία μας, ήταν ο δεύτερος. Κατ’ εξοχήν πολύτιμοι δραματουργικά χώροι. Πάντα απορούσα γιατί κανείς μας δεν καταπιάνεται με αυτούς. Περίμενα ότι κάποιος σκηνοθέτης της γενιάς του Κυθρεώτη θα ασχολιόταν μ' ένα βιβλίο που μιλάει για τη γενιά τους. Διαπίστωσα σιγή και έτσι θεώρησα ότι πέφτει ο κλήρος σε μένα.

Γύρω μου πιο πολύ σιγουριές βλέπω. Από πολιτικές έως καλλιτεχνικές. Μου προκαλούν θυμό εναλλάξ με γέλιο - τα δυο που νομίζω ότι χαρακτηρίζουν και τις ταινίες μου.»

Το «μεταφέρετε στην οθόνη», που λέμε; Είναι ένα βαθύ και τολμηρό βιβλίο, μάς βάζει στα δύσκολα και, θα 'λεγα, με έναν όχι τόσο «κινηματογραφικό» τροπο. Δηλαδή, ο κεντρικός ήρωας, μια μέρα του Ιουνίου του 2014, ζει διάφορες καταστάσεις, προσωπικές και επαγγελματικές, χωρίς όμως να συμμετέχει απόλυτα σε καμμία: είναι ξένος, παθητικός, χωρίς όνειρα και δύναμη να πάρει αποφάσεις. Tι είδατε σ’ αυτόν; Τον εαυτό σας; Τη γενιά σας; Ολόκληρη τη σημερινή Ελλάδα;

Το σενάριό μου είναι βασισμένο στο βιβλίο. Δεν είναι η μεταφορά του βιβλίου στην οθόνη. Σε συνεργασία πάντα με τον Κυθρεώτη. Οσοι πάνε να δουν το βιβλίο στην οθόνη, ίσως να απογοητευτούν. Διαλέγω το θέμα όταν νιώσω ότι με ενδιαφέρει και ότι συγχρόνως μου δίνει το πλαίσιο να μιλήσω και για δικά μου θέματα. Ούτε όμως τότε παίρνω την απόφαση «να το κάνω ταινία». Παίρνω απόφαση να προσπαθήσω να το κάνω σενάριο - το θεμέλιο κάθε ταινίας. Εάν στο τέλος δω ότι η προσπάθεια ευτύχησε, το τσεκάρω με φίλους και συνεργάτες. Μόνο τότε παίρνω την απόφαση να υποστώ την ταλαιπωρία τού «κάνω ταινία» στην Ελλάδα. Το δεύτερο, αλλά απαραίτητο στοιχείο, για να ασχοληθώ με κάτι, είναι το χιούμορ του. Πράγμα που θεωρώ το σοβαρότερο στην τέχνη, κυρίως, όμως, στη ζωή. Στη ματιά του βιβλίου το χιούμορ ήταν φανερό. Και μάλιστα πολύ κοντά στο δικό μου.

γκορίτσαςΤην εποχή του «Βαλκανιζατέr»

Λέγατε ότι κάποια στιγμή θέλατε να κάνετε μια ταινία «για την Ελλάδα του Σύριζα». Ηταν μιά ευκαιρία το «Εκεί που ζούμε», έστω κι αν εκτυλίσσεται λίγο πριν την άνοδο του Τσίπρα στην εξουσία; Κρατάτε ακριβώς την εποχή, χρονιά-μήνα-μέρα, που θέλησε ο Κυθρεώτης;

Το έχω τοποθετήσει στο σήμερα, όχι σε παλαιότερη εποχή. Για την ταινία της «Ελλάδας του Σύριζα» μπορεί πράγματι μες στην ταραχή μου, να το είπα κάποτε. Μου είναι όμως αδύνατον να αφιερώσω χρόνο από τη ζωή μου για να ασχοληθώ με κάτι που μου προκαλεί τα χειρότερα αισθήματα, για να το πω όσο πιο κομψά μπορώ. Αρκετά μας ταλαιπώρησαν στη ζωή, όχι να ταλαιπωρούν και την όποια τέχνη.

Το «Εκεί που ζούμε» είναι αλήθεια πως μου φαίνεται ένα πολύ… «γκοριτσικό» υλικό, με την έννοια ότι σας αρέσει να θίγετε στην οθόνη κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα, από τη μετανάστευση και τη εθνική μας λαμογιά μεχρι το ΕΣΥ, χωρίς να μας χαϊδεύετε. Ακριβώς το αντίθετο. Κάτι που προφανώς σάς έχει στοιχίσει. Πώς θα ορίζατε εσείς το εύρος των κινηματογραφικών σας εμμονών;

Το εύρος των εμμονών μου καθορίζεται από την προσπάθεια να καταλάβω πού πατάω και πού βρίσκομαι. Δεν είναι εύκολο. Και ούτε βλέπω γύρω μου πολλούς, που να προσπαθούν το ίδιο. Πιο πολύ σιγουριές βλέπω. Από πολιτικές έως καλλιτεχνικές. Μου προκαλούν θυμό εναλλάξ με γέλιο - τα δυο που νομίζω ότι χαρακτηρίζουν και τις ταινίες μου. Προς το παρόν δεν μου έχει στοιχίσει σοβαρά. Μόνο κάτι μικρές ανωμαλίες στον ψυχισμό. Γι’ αυτό όμως υπάρχει η ιατρική επιστήμη και οι φίλοι.

Το τσίρκο που ζήσαμε, με τους "πρώτη φορά αριστερά" φόβισε τελικά τους πρόθυμους κατ’ αρχήν ιδιώτες να χρηματοδοτήσουν την ταινία μου, γιατί θα σατίριζε την κωμικοτραγική εκείνη κατάσταση που ζήσαμε. Φοβήθηκαν στο τέλος οι άνθρωποι. Τους καταλαβαίνω, με όλα όσα έβλεπαν να γίνονται γύρω τους. Εννοείται ότι για χρηματοδότηση από τα "κρατικά όργανα" της εποχής, ούτε λόγος.»

Αργήσατε να κάνετε ταινία μετά το «Απ’ τα Κόκαλα Βγαλμένα». Πάνω από δέκα χρόνια. Είναι πολλά, ετσι δεν είναι, για έναν τόσο καταξιωμένο σκηνοθέτη σαν εσάς; Γιατί; Πού κολλήσατε;

Μια πρώτη ταινία κόλλησε στο ότι χρειαζόταν και συμμετοχή ξένων παραγωγών, οι οποίοι, όμως, δεν την βρήκαν αρκετά weird Greek cinema ώστε να συμμετάσχουν. Και μια δεύτερη, στο ότι το τσίρκο που ζήσαμε, με τους «πρώτη φορά αριστερά» φόβισε τελικά τους πρόθυμους κατ’ αρχήν ιδιώτες να την χρηματοδοτήσουν, γιατί θα σατίριζε την κωμικοτραγική εκείνη κατάσταση που ζήσαμε. Φοβήθηκαν στο τέλος οι άνθρωποι. Τους καταλαβαίνω, με όλα όσα έβλεπαν να γίνονται γύρω τους. Εννοείται ότι για χρηματοδότηση από τα «κρατικά όργανα» της εποχής, ούτε λόγος. Οπότε, τέλος και το δεύτερο «πρότζεκτ», που λένε και στο χωριό μου.

Μιλάγαμε καμιά φορά όλα αυτά τα χρόνια και είναι αλήθεια ότι σας έβρισκα θυμωμένο και απογοητευμένο και για τα κινηματογραφικά πράγματα, αλλά και για τα πολιτικά. Θα 'λεγα ότι είστε σαν τη μύγα μεσ’ το γάλα, ένας καλλιτεχνης που δεν δηλώνει, ούτε είναι αριστερός. Που είναι αντίθετα φιλοευρωπαίος, φιλελεύθερος, «Μένουμε Ευρώπη» και «Ποταμίσιος», πώς αλλιώς να το πω; Νοιώσατε ποτέ απομόνωση και μοναχικότητα, αλλά και μια κάποια «απειλή» τα τελευταια χρόνια;

Απειλή, πλην της παραπάνω που σας ανέφερα, με την ταινία που φόβισε τους παραγωγούς, όχι. Οσο για τη μοναχικότητα, την έχω νιώσει από όταν ξεκίνησα να ασχολούμαι με τον κινηματογράφο, τη δεκαετία του ’80. Τότε που οι περισσότεροι πάσχιζαν να κάνουν την ταινία-σταθμό και ελάχιστοι την «ντεμοντέ» ταινία, που θα λέει μια σύγχρονη ελληνική ιστορία με αρχή, μέση και τέλος. Το θεωρούσαν εύκολο! Με μια φίλη, μάλιστα, το σκεφτήκαμε και μέσα σε ένα βράδυ κάτσαμε και φτιάξαμε τον δεκάλογο της «πρωτοποριακής» ταινίας, που θα «σκίσει στα φεστιβάλ». Ευτυχώς δεν την κάναμε. Φοβάμαι πως δεν έχουν αλλάξει πολλά.

γκορίτσας Γυρίζοντας τις «Παρέες»

Αρα όταν ξεκινούσατε με την καταπληκτική μεσαίου μήκους «Δέσποινα» και το πολυβραβευμένο «Απ’ το Χιόνι», ξέρατε μέσα σας με σχετική ακρίβεια τι σινεμά θέλατε να κάνετε. Πιστεύετε ότι το καταφέρατε με όλες τις δυσκολίες και τις «χασούρες»;

Ούτε αδικαίωτος νιώθω, ούτε έχω παράπονο. Εκανα αυτό που ήθελα και κυρίως αυτό που μπορούσα. Με εκπτώσεις πάντα, που μου επέβαλλαν οι συνθήκες παραγωγής. Οπως ακριβώς και σήμερα. Εδώ, το τραγούδι λέει «στην Ελλάδα ζεις, δεν υπάρχει ελπίς», δικαιούμαι εγώ να παραπονιέμαι; Πόσο μάλλον που ζήσαμε την εποχή των παχιών αγελάδων με δανεικά, χωρίς καμιά ποτέ αξιολόγηση ή ευθύνη όσων κάναμε.

Είστε από τους λίγους σκηνοθέτες που εγώ προσωπικά θεωρώ βαθειά πολιτικούς. Το αίσθημά μου όταν έβλεπα και ξαναέβλεπα το «Βαλκανιζατέr» και το «Μπραζιλέρο» ήταν, Θεέ μου, ας τις δουν αυτές τις ταινίες όλοι οι Ελληνες, ένοιωθα δικαιωμένη, όχι μονο ως σινεφίλ, αλλά και ως πολίτης αυτής της χώρας. Οι κομπίνες μας, η εκμετάλλευση της ΕΕ για το προσωπικό μας συμφέρον, η αδυναμία μας να εκσυγχρονιστούμε προς μια πιο δημοκρατική, με κανόνες, όμως, κοινωνία… Θεωρείτε κι εσείς το έργο σας πολιτικό;

Η διαφορά μου με τη νεότερη γενιά, στην οποία αναφέρθηκα στην αρχή, είναι αυτή ακριβώς. Οτι αηδιασμένοι από τις ιδεολογικές και πολιτικές αρλούμπες των γονιών τους, όλων εμάς δηλαδή, δυσκολεύονται να κατανοήσουν το πώς όσα «προσωπικά» τους απασχολούν, και δικαίως, έχουν άμεση σχέση με την πολιτική. Αισιοδοξώ όμως. Πιστεύω ότι θα βρουν τον δρόμο. Για να κάνουν τα δικά τους λάθη, όχι τα δικά μας. Πρόοδος θα είναι.

Ούτε αδικαίωτος νιώθω, ούτε έχω παράπονο. Εκανα αυτό που ήθελα και κυρίως αυτό που μπορούσα.»

Ταινίες αιχμηρές. Και, από την άλλη, εσείς, ο δημιουργός τους, ένα πρόσωπο συγκρατημένο, χωρίς πολλά πολλά με τη δημοσιότητα. Θα μπορούσατε, πάντως, κι εσείς να υψώνετε λίγο τους τόνους, κάποιοι θα έλεγαν, μάλιστα, ότι η διαφορετικότητά σας θα ήταν και πολύ χρήσιμη μέσα στην επικρατούσα πολιτική ομοιομορφία. Γιατί αυτή η στάση;

Θα το κάνω όταν μου εξηγήσετε γιατί έχει το όποιο βάρος η πολιτική άποψη ενός τραγουδιστή, ηθοποιού ή σκηνοθέτη. Δεν ξέρει καν τι θα πει «ΑΕΠ, ισοζύγιο πληρωμών, εξωτερικός δανεισμός», τα απεχθάνεται μάλιστα δηλώνοντας «οι άνθρωποι είναι πάνω από τους αριθμούς», αλλά δηλώνει απτόητος «αριστερός» και οπαδός του Μαρξ, που έχει γράψει «Το Κεφάλαιο»! Τι να πούμε τώρα; Τι τόνο και ποια φωνή να υψώσεις όταν αρνείσαι να γίνεις μέρος αυτής της κωμωδίας; Πάντα μου άρεσε εκείνο το παλιό «Δεν μας χέζεις, ρε Γκορίτσα;» Και μην με αναγκάζετε να πω και το άλλο χαζοχαρούμενο κλισεδάκι «Μιλάει το έργο μου». Σιγά.

Κάποτε είχατε διαπρέψει στην κωμωδια. Θάα 'λεγα, έχοντας διαβάσει το βιβλίο του Κυθρεώτη, ότι αυτή τη φορά βρίσκεστε περισσότερο στο χώρο του δράματος. Νοιώθετε ότι δεν έχουμε πια περιθώριο να αντιμετωπίσουμε με χιούμορ και σάτιρα το «νεοελληνικό Φαρ Ουεστ», όπως γράφετε στο δελτίο Τύπου της ταινίας σας;

Τουναντίον! Κοιτάξτε λίγο γύρω σας. Ισως μάλιστα σήμερα να είναι ακόμα πιο πρόσφορη η εποχή. Εάν βέβαια ζούσαμε στη Βιέννη αρχές του 20ού αιώνα με τους κυρίους Τσβάιχ και Ροτ δεν θα σας απαντούσα έτσι. Ομως «εκεί που ζούμε» δεν πίστεψα ποτέ ότι μπορεί να σταθεί το δράμα ή το χιούμορ μόνα τους. Μου φαίνονται λειψά. Τα βλέπω δεμένα αξεδιάλυτα και ίσως αυτό να είναι η δική μας ταυτότητα, που χρόνια αναζητούμε. Μακάρι.

γκορίτσαςΜάθημα ελληνικής ανατομίας... Με τον διευθυντή φωτογραφίας Σίμο Σαρκετζή στα γυρίσματα του «Απ' τα Κόκαλα Βγαλμένα»

Το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου πέρασε πολλά δεινά τα τελευταία χρόνια. Πιστεύετε ότι σήμερα είναι σε καλύτερο δρόμο; Και ποιο είναι κατά τη γνώμη σας το λάθος, που έκαναν και κάνουν οι κυβερνήσεις, αλλά και ο κινηματογραφικός χώρος, που άλλωστε, με κάποιον τρόπο έχει κι αυτός ευθύνη για τη διαχείρησή του, εστω κι αν τα σωματεία πια είναι εκτός της διοίκησής του;

Το Κέντρο δείχνει να είναι σε καλύτερο δρόμο από παλιότερες εποχές. Πάντα όμως υπήρχε το ίδιο ντεζαβαντάζ. Οι άνθρωποι που καλούνταν να διαχειριστούν τις τύχες του κινηματογράφου μας, δεν είχαν βιώσει οι ίδιοι από μέσα τις πραγματικές δυσκολίες και τα προβλήματα του να κάνεις ταινίες στην Ελλάδα. Εννοώ από το πρώτο βήμα, αυτό του σεναρίου, έως το τελευταίο, αυτό της διανομής. Και κυρίως όλα τα ενδιάμεσα. Γνώριζαν ο καθένας ένα τμήμα της εντελώς περίπλοκης στη χώρα μας αυτής διαδικασίας. Θα μπορούσα να σας μιλάω ώρες με παραδείγματα. Η κύρια ευθύνη είναι βέβαια των κυβερνήσεων, που διορίζουν, αλλά δεν είναι και όλων ημών, όσων τα έχουμε βιώσει και τα γνωρίζουμε «από μέσα», αλλά ο καθένας μας για διαφορετικούς λόγους αρνείται να αναλάβει την ευθύνη να ξεμπερδέψει αυτό το κουβάρι; Ποια είναι η λύση; Δεν ξέρω. Ο μόνος δρόμος που είδα κάποτε να πετυχαίνει ήταν αυτός του Μάνου Χατζιδάκι και του Γ΄ προγράμματος. Τρέχα όμως πες το αυτό στο «χώρο» και στα «σωματεία» του. Σε έφαγαν ζωντανό. Ασε που δεν βλέπω κάπου κρυμμένο κανένα Μάνο Χατζιδάκι.

"Εκεί που ζούμε" δεν πίστεψα ποτέ ότι μπορεί να σταθεί το δράμα ή το χιούμορ μόνα τους. Μου φαίνονται λειψά. Τα βλέπω δεμένα αξεδιάλυτα και ίσως αυτό να είναι η δική μας ταυτότητα, που χρόνια αναζητούμε. Μακάρι.»

Δεν μπορώ να μην σας ρωτήσω για την εισβολή των Ρώσων στην Ουκρανία. Δεν θα το έκανα αν υπήρχε και στην Ελλάδα, όπως σε όλη την υπόλοιπη Ευρώπη, ένα μεγάλο κίνημα συμπαράστασης στους Ουκρανούς και καταδίκης του Πούτιν. Το αντίθετο. Οι συνήθως λαλίστατοι, ακόμα και υπέρ του κακόμοιρου του Κουφοντίνα, καλλιτέχνες και διανοούμενοι ή σιωπούν ή διοργανώνουν ξενέρωτες συναυλίες υπερ της ειρήνης, χωρίς θέση, χωρίς καμμιά αναφορά σε Ουκρανία και Πούτιν. Τι λέτε για όλα αυτά;

Σας είπα ότι θεωρώ την πολιτική άποψη των καλλιτεχνών ανταγωνιστική με εκείνη των ταξιτζήδων. Τι άλλο να σας πω; Εδώ μιλάμε για το απόλυτο κτήνος Πούτιν και πέριξ και μια εγχώρια ξανθιά αοιδός τραγουδάει «ολιστικά» για αγάπη και ειρήνη στον κόσμο. Στα καλλιστεία πιο σοβαρά πράγματα λένε.

info «Εκεί που Ζούμε» Σκηνοθεσία, Σενάριο: Σωτήρης Γκορίτσας | Φωτογραφία: Διονύσης Ευθυμιόπουλος | Μοντάζ: Δημήτρης Πεπονής | Μουσική: Νίκος Πορτοκάλογλου | Παραγωγός: Ηρακλής Μαυροειδής | Παίζουν: Προμηθέας Αλειφερόπουλος, Μάκης Παπαδημητρίου, Στέλιος Μάινας, Ναταλία Τσαλίκη, Μαρία Καλλιμάνη, Μαίρη Μηνά, Γεράσιμος Σκιαδαρέσης, Λένα Κιτσοπούλου, Χριστίνα Τσάφου, Αργύρης Μπακιρτζής, Νικολέτα Παπαληγούρα, Γιούλικα Σκαφιδά, Τάκης Σακελλαρίου, Μάριον Ωρόρα, Γιώργος Καφετζόπουλος, Νίκος Κασάπης | Τα γυρίσματα θα ξεκινήσουν στις αρχές Απριλίου, στην Αττική και τα περίχωρα