Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου #4: Δε θέλουμε να γίνουμε δυσάρεστοι, αλλά...

ΑΠΟΨΗ 12 NOV  /  Μανώλης Κρανάκης

... πρέπει να μιλήσουμε για κάτι πολύ σοβαρό. Οπως ότι η τέταρτη φορά του Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου ήρθε με τα γνωστά προβλήματα που προκύπτουν κάθε χρόνο και με την έλλειψη της συντονισμένης κυβερνητικής πολιτικής να δίνει μη αναστρέψιμα χτυπήματα στο πολύπαθο ελληνικό σινεμά.

Σκηνή από το «Δε Θέλω να Γίνω Δυσάρεστος, Αλλα Πρέπει να Μιλήσουμε για Κάτι Πολύ Σοβαρό» του Γιώργου Γεωργόπουλου

Στην τέταρτη του διοργάνωση, το Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου, δηλαδή το τμήμα των ελληνικών ταινιών μέσα στο 60ό Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, διατήρησε την ίδια ακριβώς φόρμα με τα προηγούμενα τρία χρόνια.

Δεκαεπτά ελληνικές ταινίες παρουσιάστηκαν σε πρώτη προβολή (με τις πέντε απ' αυτές να συμμετέχουν στα δύο διαγωνιστικά πρόγραμματα του Φεστιβάλ, τρεις στο Διεθνές Διαγωνιστικό και δύο στο νεοσύστατο φέτος «Meet the Neighbors»). Δύο ταινίες προβλήθηκαν στο τμήμα «Ξεπερνώντας τα Σύνορα». Μία μόνο ταινία ανήκε στο τμήμα «Δεύτερη Προβολή» με ταινίες που είτε έχουν βγει ήδη στις αίθουσες ή έχουν προβληθεί προηγουμένως σε κάποιο άλλο Φεστιβάλ ή κάπου αλλού.

Το 60ό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης διεξήχθη φέτος από τις 31 Οκτωβρίου μέχρι και τις 10 Νοεμβρίου. Το Flix βρέθηκε στη Θεσσαλονίκη για να σας μεταφέρει όλα όσα συνέβησαν μέσα κι έξω από τις σκοτεινές αίθουσες.

Winona Winona του The Boy

Οι τρεις προβληματικές θεματικές που έχουμε επισημάνει ήδη από την πρώτη, τη δεύτερη και την τρίτη χρονιά του Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου είναι πρώτον τα κριτήρια με τα οποία ταινίες «περνούν» ή «κόβονται» στο επίσημο πρόγραμμα του Φεστιβάλ, δεύτερον η μειωμένη ορατότητα των ταινιών που κάνουν την πρεμιέρα τους στη Θεσσαλονίκη και τρίτο η εικόνα που τελικά στέλνει στο εσωτερικό και το εξωτερικό το εν λόγω (τύπου) πανόραμα του ελληνικού σινεμά.

Σε αυτά θα πρέπει να προστεθεί φέτος πολύ έντονα η χαλαρή σύνδεση του ελληνικού προγράμματος με το υπόλοιπο φεστιβάλ, αλλά και η ακόμη πιο χαλαρή σύνδεσή του με τους επαγγελματίες του σινεμά (διανομείς, παραγωγούς και κριτικούς κινηματογράφου) και τελικά το κοινό. Οπως επίσης και η καταφανής έλλειψη μιας κεντρικής κυβερνητικής πολιτικής που θα μπορούσε να αξιοποιήσει την ολοένα και αυξανόμενη διεθνή δυναμική του Φεστιβάλ και να μετατρέψει αυτό το δεκαήμερο στη Θεσσαλονίκη μια πραγματική ευκαιρία για ανάδειξη, εξέλιξη και ενδυνάμωση του ελληνικού σινεμά.

Διαβάστε ακόμη: Τo Flix βλέπει όλες τις ελληνικές ταινίες που έκαναν την πρεμιέρα τους στο 60ό Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης

πύραυλος 607 Πύραυλος του Στέφανου Σιταρά

Η λογική του «περνάω» ή «κόβω» μια ταινία, δημιουργεί πάντα προσδοκίες. Ακόμη κι αν δεν ισχύει, η λογική θέλει την ταινία που «περνάει» να είναι καλύτερη από αυτή που «κόβεται». Οπως επίσης η ίδια λογική λέει πως η ταινία που «περνάει» στο εκάστοτε διαγωνιστικό τμήμα είναι καλύτερη από αυτήν που «κόβεται» - ακόμη κι αν στη Θεσσαλονίκη πρέπει πάντα να λαμβάνουμε υπόψη πως στα διαγωνιστικά της τμήματα «περνούν» μόνο πρώτες οι δεύτερες ταινίες δημιουργών.

Ας αφήσουμε για την ώρα έξω τις ταινίες που συμμετέχουν στα διαγωνιστικά προγράμματα, η δική τους ορατότητα είναι σαφώς (ελαφρώς) πιο εξασφαλισμένη αφού διεκδικούν βραβεία ισότιμα με ξένες ταινίες και στα μάτια ενός επαγγελματία δημοσιογράφου ή κριτικού ανήκουν στην πρώτη γραμμή της ετήσιας ελληνικής κινηματογραφικής παραγωγής.

Ας επικεντρωθούμε σε αυτές που κάνουν την πρώτη τους προβολή στη Θεσσαλονίκη, αυτές που «πέρασαν» από την τριμελή επιτροπή (φέτος αποτελούνταν από τον κριτικό κινηματογράφου Θοδωρή Κουτσογιαννόπουλο, το σκηνοθέτη Νίκο Λαμπότ και την παραγωγό Αμάντα Λιβανού). Η υπεροχή τους έναντι αυτών που «κόπηκαν» γεννά προσδοκίες. Πρώτον στους ίδιους τους δημιουργούς που θα έχουν δύο προβολές μέσα στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, εκ των πραγμάτων μια σπάνια ευκαιρία για οποιαδήποτε ταίνια, δεύτερον στους θεατές που γεμίζουν τις αίθουσες με τις ελληνικές ταινίες (το εντελώς αντίθετο με ότι συμβαίνει όταν μια ελληνική ταινία παίζει στην κανονική διανομή) και τρίτον στους επαγγελματίες που συγκεντρώνονται στο Φεστιβάλ.

Πολιορκία στην Οδό Λιπερτή 607 Πολιορκία στην Οδό Λιπέρτη του Σταύρου Παμπαλλή

Είναι σαφές πως κανείς δεν έχει απαντήσει ποτέ σε δύο πολύ κρίσιμα ερωτήματα.

Ως τι προβάλλεται μια ταινία στη Θεσσαλονίκη; Προβάλλεται ως μέρος ενός ελληνικού πανοράματος της ετήσιας παραγωγής; Προβάλλεται ως ενδεικτική της ελληνικής παραγωγής και άρα καλύτερη από αυτές που έχουν κοπεί; Προβάλλεται ως ισάξια με τις επιλογές του υπόλοιπου προγράμματος του Φεστιβάλ και άρα δεν έχει σημασία η εθνικότητά της;

Και γιατί προβάλλεται μια ταινία στη Θεσσαλονίκη; Γιατί αξίζει να τη δει το κοινό; Για να βρει διανομέα; Για να ξεκινήσει την ενδεχόμενη διεθνή της καριέρα σε Φεστιβάλ, αφού μπορεί να ενδιαφέρει κάποιον από τους προγραμματιστές διεθνών Φεστιβάλ ή εκπροσώπων εταιριών διεθνών πωλήσεων που βρίσκονται στο Φεστιβάλ; Για να δημιουργήσει hype για ότ(αν) θα βγει στις αίθουσες;

Cosmic Candy Cosmic Candy της Ρηνιώς Δραγασάκη

Η αλήθεια βρίσκεται κάπου πολύ μακριά από τις πιθανές σωστές απαντήσεις.

Οι ταινίες παίζονται στη Θεσσαλονίκη και μετά φεύγουν από τη Θεσσαλονίκη. Ενδιάμεσα δεν συμβαίνει τίποτα πιο ουσιαστικό από μια ωραία γεμάτη προβολή με τους συντελεστές της ταινίας κι ένα ωραίο Q&A. Περισσότερο κι από ένα μηχανισμό - εδώ το μεγάλο θέμα της έλλειψης κεντρικής πολιτικής για τον κινηματογράφο - που θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί αυτές τις πρεμιέρες για να παρουσιάσει το ελληνικό σινεμά στους επαγγελματίες, αυτοί που ξέρουν λιγότερο γιατί βρίσκονται στη Θεσσαλονίκη είναι οι ίδιοι οι δημιουργοί. Με ανεβασμένες προσδοκίες, καθώς αυτή μπορεί να έιναι η μοναδική (σίγουρα η μοναδική γεμάτη) προβολή της ταινίας τους (λυπηρό στατιστικό ότι περσι από τις 20 ελληνικές ταινίες που προβλήθηκαν συνολικά στη Θεσσαλονίκη, 6 από αυτές δεν βγήκαν ποτέ στις αίθουσες και 2 βγήκαν προβλήθηκαν σε περιορισμένες προβολές), οι σκηνοθέτες που ανεβαίνουν στη Θεσσαλονίκη - κυρίως οι πρωτοεμφανιζόμενοι - δεν ξέρουν αν θέλουν να κριθούν ή να αποθεωθούν ή τελικά καταλαβαίνουν πως απλά ξεγελιούνται για μια ορατότητα της ταινίας τους που δεν οδηγεί τελικά πουθενά.

Ταυτόχρονα Ελληνες και ξένοι θεατές μπορεί να πληρώσουν για να δουν μια πολύ κακή ελληνική ταινία - βγάζοντας άδικα συμπεράσματα για το ελληνικό σινεμά - ενώ και τα ανεξάρτητα βραβεία που τελικά αναδεικνύουν σειρά από ελληνικές ταινίες δεν ανταποκρίνονται παρά σε μια «παράλληλη» πραγματικότητα σε σχέση με την ετήσια παραγωγή. Αποτέλεσμα ενδεικτικό μιας αποσπασματικής, χωρίς καμία έμπνευση και κανένα όραμα πολιτικής για το ελληνικό σινεμά σε οποιαδήποτε φάση της δημιουργίας του από οποιονδήποτε εμπλεκόμενο φορέα.

Απόστρατος 607 Απόστρατος του Ζαχαρία Μαυροειδή

Δεν είναι τυχαίο πως σε ένα ολόκληρο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, δεν υπήρξε ούτε μια επίσημη αναφορά στο ελληνικό σινεμά - ούτε από τον Γενικό Γραμματέα Σύγχρονου Πολιτισμού και στις δύο εμφανίσεις του σε έναρξη και λήξη, ούτε από την ΕΡΤ που παραδοσιακά και συχνά επεισοδιακά κάνει συνέντευξη Τύπου στο Φεστιβάλ, ούτε από το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου. Κανείς δεν επιθυμεί επικοινωνιακές πρακτικές του παρελθόντος ή «θα» που δεν γίνονται ποτέ πραγματικότητα, αλλά την ίδια ώρα που στην Αγορά του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης το νέο αίμα του ελληνικού σινεμά διεκδικεί, υπερέχει, βραβεύεται και δίνει τις πιο σπουδαίες υποσχέσεις για το μέλλον, στις αίθουσες του λιμανιού οι ελληνικές ταινίες αγχομαχούν, άλλες από το πόσο κακές είναι και άλλες από το ότι είναι μόνες κι έρημες ανάμεσα σε τόσο πολύ κόσμο. Και την ίδια στιγμή που οι χρηματοδοτήσεις για το ελληνικό σινεμά δεν φτάνουν ούτε για να κάνεις ταινία μικρού μήκους, το ταμείο συμπαραγωγών Γαλλίας και Ελλάδας σταματάει την ενίσχυση των ελληνικών ταινιών, η ΕΡΤ «ανοιγοκλείνει» ακόμη και όταν είναι ανοιχτή και το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου μόλις δείχνει να ορθοποδεί (πριν κλείσει μαθηματικά πάλι σε μερικά χρόνια), η - σε άλλες συνθήκες μόνο θετική - μοναδική μεγάλη κυβερνητική ανακοίνωση στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης ήταν τα στούντιο Nu Boyana Hellenic που θα γίνουν στη Θέρμη της Θεσσαλονίκης.

Αντί επιλόγου.

Δύο από τις καλύτερες (αν όχι και οι καλύτερες) ελληνικές ταινίες του 60ού Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, ο «Απόστρατος» του Ζαχαρία Μαυροειδή και το «Δε Θέλω να Γίνω Δυσάρεστος, Αλλά Πρέπει να Μιλήσουμε για Κάτι Πολύ Σοβαρό» του Γιώργου Γεωργόπουλου μας γυριζουν πίσω στο 2011, όταν οι δύο υπέροχες πρώτες ανεξάρτητες ταινίες των δύο δημιουργών (ο «Ξεναγός» και το «Tungsten», αντίστοιχα) βγήκαν τότε σε κοινή διανομή, ένας ακόμη ευφάνταστος τρόπος δύο νέων ανθρώπων να ξεγελάσουν την κρίση που ξεκινούσε και το μηδαμινό ενδιαφέρον όλων για το φρέσκο νέο ελληνικό σινεμά. Μια περίπου δεκαετία μετά από την εποχή που ολοκλήρωσαν τα ντεμπούτα τους, οι δύο δημιουργοί παρουσίασαν στο 60ό Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης ο καθένας τη δεύτερη ταινία τους. Φανταστείτε πόσο τυχεροί θα ήμασταν σαν θεατές, κριτικοί, σαν χώρα και σαν άνθρωποι αν αυτά τα δύο παιδιά έκαναν ταινίες με τις συνθήκες και τη συχνότητα που άξιζαν στο ταλέντο και την επιμονή τους και όχι με τα χαμένα χρόνια με τα οποία βρίσκονται αντιμέτωποι όλοι οι (ακόμη και πιο καταξιωμένοι) Ελληνες σκηνοθέτες που συνεχίζουν να κάνουν σινεμά στην Ελλάδα.

[Οσο δυσάρεστο κι αν είναι, ας μιλήσουμε κάποια στιγμή σοβαρά.]

entwined Entwined του Μίνωα Νικολακάκη

Το 60ό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης διεξήχθη φέτος από τις 31 Οκτωβρίου μέχρι και τις 10 Νοεμβρίου. Το Flix βρέθηκε στη Θεσσαλονίκη για να σας μεταφέρει όλα όσα συνέβησαν μέσα κι έξω από τις σκοτεινές αίθουσες.

Συνεχίζοντας την πλοήγηση σας στο flix.gr, συμφωνείτε στην εγκατάσταση cookies στον υπολογιστή σας. Μάθετε περισσότερα.