Ενας κόσμος που αλλάζει πιο γρήγορα από όσο πλέον έχει νόημα να παρακολουθήσεις. Οι κοσμογονικές αλλαγές στον κόσμο και το κινηματογραφικό τοπίο - εντός και εκτός συνόρων. Το ελληνικό σινεμά. Η άνοδος του ελληνικού σινεμά. Οι διεκδικήσεις του ελληνικού σινεμά. Οι αίθουσες που χάνονται. Η Ελλάδα της κρίσης, του cash rebate, της πανδημίας. Τα ανθρώπινα δικαιώματα και πώς αυτά αντικατοπτρίζονται στο σινεμά. Το τέλος της κριτικής. Οι ήρωές μας.
Γιορτάζουμε 15 χρόνια Flix και θυμόμαστε πως ήμασταν εκεί...
Στην άνοδο του ελληνικού σινεμά
Με μόνο λίγους μήνες ζωής, το Flix βρίσκεται ενώπιον του πρώτου αφιερώματος στους «Νέους Ελληνες Σκηνοθέτες» το καλοκαίρι του 2011. Μια πρωτοβουλία του Φεστιβάλ του Κάρλοβι Βάρι με έξι ταινίες («Ιστορία 57» του Αλέξη Αλεξίου, «Στρέλλα» του Πάνου Χ. Κούτρα, «Κυνόδοντας» του Γιώργου Λάνθιμου, «Χώρα Προέλευσης» του Σύλλα Τζουμέρκα, «Ακαδημία Πλάτωνος» του Φίλιππου Τσίτου, «Attenberg» της Αθηνάς Τσαγγάρη, «Wasted Youth» του Αργύρη Παπαδημητρόπουλου), που δίνουν το έναυσμα στην ιλιγγιώδη πορεία που θα έχει το ελληνικό σινεμά στα επόμενα χρόνια. Θα ακολουθήσει διαρκής παρουσία στα διεθνή φεστιβάλ, αθρογραφία εντός και εκτός συνόρων με αιχμή του δόρατος το «weird» που λειτούργησε και διαφημιστικά και ομφαλοσκοπικά και την κρίση που έκανε και το σινεμά πιο ενδιαφέρον, με κάθε πιθανή έννοια. Το Flix δεν δίστασε στιγμή, βρέθηκε και κυριολεκτικά και μεταφορικά εκεί στις μεγαλύτερες στιγμές του ελληνικού σινεμά (σχεδόν την ώρα που συνέβαιναν), γιορτάζοντας και αναδεικνύοντας κάθε πτυχή της δημιουργίας και της εξόδου των ελληνικών ταινιών, θεωρώντας το ελληνικό σινεμά απόλυτα ισότιμο με το «εισαγόμενο» και τους δικούς μας δημιουργούς και συντελεστές των ταινιών, τις δικές μας αγαπημένες αναφορές. Και συνεχίζει να το κάνει ακόμη και τώρα που η «μόδα» τελείωσε, επιβεβαιώνοντας αυτό που είχε απαντήσει ο Νίκος Πάστρας, σκηνοθέτης και σκηνοθέτης του Flix στο μεγαλύτερο μέρος των 15 του χρόνων, όταν τον ρωτήσαμε τι είναι γι αυτόν το Flix: «Σπίτι. Θεωρώ πως με το Flix μεγάλωσα μαζί και θα είναι πάντα οικογένεια. Και για μένα και για το ελληνικό σινεμά.»
Οταν έκλεισαν τα σινεμά λόγω πανδημίας
Ημέρα Πέμπτη, 12 Μαρτίου 2020, το Yπουργείο Υγείας ανακοίνωσε την αναστολή της λειτουργίας των κινηματογράφων λόγω της αύξησης κρουσμάτων του κορωνοϊού (107 τότε στην Ελλάδα), αρχικά για 15 ημέρες, τελικά για 3 μήνες (άνοιξαν τον Ιούνιο τα θερινά), ή για πάνω από ένα χρόνο ώσπου η λειτουργία τους να επανέλθει, χωρίς κενές θέσεις ασφαλείας και πρωτόκολλα. Η μεγάλη οθόνη πενθεί σ’ όλο τον κόσμο, αντί για σινεμά βλέπουμε τον Τσιόδρα των 17.00, αλλά προσπαθούμε να τα βγάλουμε πέρα.
Το Flix επιμένει με την αγάπη στο σινεμά που δεν αναστέλλεται, προτείνει, καθημερινά, τι να δούμε online, δουλεύει και ζει μέσω zoom, φτιάχνει μια κοινότητα που αντιστέκεται, «ιδρύει» το Cine #ΜένουμεΣπίτι, ζητώντας από αγαπημένους καλλιτέχνες και φίλους του να προτείνουν ταινίες για τις μέρες του εγκλεισμού. Οι πλατφόρμες γιγαντώνονται, το Netflix μπαίνει σε κάθε σπίτι, αναπτύσσεται το νεογέννητο Cinobo. Τα εισιτήρια των σινεμά δεν θα επανέλθουν ποτέ στην πρότερη κατάσταση, ούτε κι εμείς ακριβώς.
Από το πρώτο μέχρι το τελευταίο cancel
64ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου των Καννών, Μάιος 2011. Η πρώτη χρονιά του Flix στις Κάννες σημαδεύτηκε από ένα σκάνδαλο. Στη συνέντευξη Τύπου του «Melancholia», ο Λαρς φον Τρίερ είχε παρουσιαστεί - παραδόξως - εύθυμος. Δεν είναι κρυφό ότι ο Δανός σκηνοθέτης παλεύει με την κατάθλιψη, ούτε ότι είναι απρόβλεπτος και συχνά σκοτεινός. Εκείνη την μέρα έμοιαζε να έχει κέφια. Αλλά δεν είχε όρια. Μία ερώτηση για το πώς αισθάνεται που ανακάλυψε ότι έχει γερμανικές ρίζες, μία απάντηση που ξέφυγε σε κακόγουστο χιουμοράκι για τον Χίτλερ, τα viral δημοσιεύματα, η απάντηση του φεστιβάλ που τον καθιστά «persona non grata» και του κλείνει την πόρτα για 7 χρόνια.
76ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου, Φεβρουάριος 2026. Μία ερώτηση στον Πρόεδρο της Κριτικής Επιτροπής, Βιμ Βέντερς για το Παλαιστινιακό, η δύσκολη θέση του (καθώς η Berlinale κρατά μία γκρίζα στάση κι αυτή τη στιγμή την εκπροσωπεί), η εντελώς αμήχανη, αλαζονικά απροετοίμαστη, λάθος θέση του ότι το σινεμά «δεν πρέπει να μπλέκεται με την πολιτική», τα viral δημοσιεύματα, η διεθνής κατακραυγή.
Το Flix ήταν εκεί σε όλα αυτά. Με σαφή θέση, καθαρό μυαλό, αλλά χωρίς καμία διάθεση για εύκολα κλικ. Ο Βέντερς είναι ξεκάθαρα πολιτικός σκηνοθέτης, με γνωστές απόψεις. Κι ήταν απαράδεκτα κι υπεροπτικά απροετοίμαστος να απαντήσει σε κάτι τόσο καίριο και σοβαρό. Αλλά δεν έγινε ξαφνικά οπαδός της ακροδεξιάς Γερμανίας. Οπως κι ο Τρίερ μπορεί να γίνει βαθειά αντιπαθής, αλλά ναζιστής δεν είναι. Το να καυτηριάσεις και να καταδικάσεις το αστείο του είναι ένα, το να βγάλεις τίτλους την επόμενη μέρα που τον θέλουν οπαδό του Χίτλερ είναι κάτι άλλο. Κανείς δεν μπορεί να γράψει πραγματικά αντικειμενικά - είμαστε υποκειμενικοί, έχουμε άποψη, κι αυτή φαίνεται. Οπως φαίνεται και πότε οι κραυγαλέοι τίτλοι δεν προκύπτουν από ιδεολογική ένταση, αλλά από κάτι πολύ πιο απλό: εύκολο clickbait.
Στη μανία με το «Game of Thrones»
Ηταν το παγωμένο τοπίο με το οποίο ξεκίνησε, το πράσινο φύλλο με το οποίο τελείωσε: ο χειμώνας ήρθε, ο χειμώνας έφυγε. Συνδυασμός μεσαιωνικής βίας, σεξ, αγάπης, πίστης, έρωτα, εξωτικών πλασμάτων, ξανθών βασιλισσών μητέρων των δράκων, το «Game of Thrones» ένωσε λαούς και γούστα, κέρδισε 59 Emmy, έφερε 19,3 εκατομμύρια θεατές στην οθόνη σ' ένα μόνο επεισόδιο, ανέβασε τα τηλεοπτικά μπάτζετ φτάνοντας τα 15 εκ. δολάρια ανά επεισόδιο, τουριστικοποίησε την Ιρλανδία, την Ισλανδία, την Κροατία, δίδαξε τα ντοθράκι (Valar Dohaeris αλλά και Valar Morghulis), έριξε την πλατφόρμα του HBO, πειρατεύτηκε όσο τίποτε, άφησε παρακαταθήκη επεισόδια όπως «Ο Ματωμένος Γάμος», το «Blackwater» και ο «Σιδερένιος Θρόνος», σύστησε ηθοποιούς, σαν τους Κιτ Χάρινγκτον, Εμίλια Κλαρκ, Σόφι Τέρνερ, Νικολάι Κόστερ-Γουάλνταου, Γκουέντολιν Κρίστι αλλά και, κυρίως, τον Πέδρο Πασκάλ που μετά το ρόλο του ως Ομπεριν Μαρτέλ είδε την καριέρα του να εκτοξεύεται.
Το Flix το είδε από το πρώτο επεισόδιο, το 2011, ως το τελευταίο, το 2019, και δημοσίευσε εβδομαδιαίο recap με μπρίο και συναίσθημα. Ακολούθησαν άλλες μνημειώδεις σειρές (από το «Mad Men» που παιζόταν ήδη, στο «Succession», το «Squid Game», το «Stranger Things», τις «Αγριες Μέλισσες» στην Ελλάδα), αλλά τίποτε δεν μας άγγιξε ποτέ σαν τον Καλ Ντρόγκο, ή σαν τον Τζον Σνόου που (και καλά) δεν ήξερε τίποτα.
Οταν κάηκε ο Απόλλωνας και το Αττικόν
12.02.2012, στο κέντρο της Αθήνας, μεγάλες διαδηλώσεις εν μέσω οικονομικής κρίσης και ψηφοφορίας για το νέο μνημόνιο. Θύματα δυο από τους εμβληματικότερους, αλλά και πιο αγαπημένους, κινηματογράφους της πόλης, στην οδό Σταδίου, το Αττικόν και ο Απόλλωνας, στέγη των Νυχτών Πρεμιέρας αλλά και των κινηματογραφικών μας ονείρων από τα παιδικά χρόνια ως την ενηλικίωση και βάλε. Οι αίθουσες δεν αποκαταστάθηκαν από το Υπ.Πο, ούτε από το Ιδρυμα Σταύρος Νιάρχος, ούτε με την επίλυση των διαφορών στο δικαστήριο και παραμένουν καπνισμένη πληγή - ενώ στο εσωτερικό τους είναι άθικτες! Μια δεκαετία αργότερα, το 2023, λόγω, για να το πούμε γενικά, υπερτουρισμού, σφραγίστηκε το Ιντεάλ, το Παλάς στο Παγκράτι θα γίνει σούπερ μάρκετ, το κέντρο της Αθήνας έχει γίνει αφιλόξενο και οι κλασικοί κινηματογράφοι σβήνουν ένας-ένας τις μαρκίζες τους, απροστάτευτοι από τα κενά του νόμου. Εξακολουθούμε να τους θέλουμε πίσω, για εμάς και για τους επόμενους.
(Oχι μόνο) στο ξέσπασμα του #metoo
Φθινόπωρο 2017. Οι σαρωτικές κατηγορίες εναντίον του μεγαλοπαραγωγού Χάρβεϊ Γουάινστιν για σεξουαλική κακοποίηση και βιασμό, τράβηξαν την κουρτίνα στη σκοτεινή πλευρά του Χόλιγουντ. Σταδιακά, περισσότερα ονόματα (από τον Μπιλ Κόσμπι μέχρι τον Ζεράρ Ντεπαρντιέ, τον Κέβιν Σπέισι και τον Diddy, κι από τον Τζέφρι Επστιν, μέχρι τον Ντόναλντ Τραμπ - μόνο στην Αμερική, γιατί το κίνημα πέρασε γρήγορα και στην Ευρώπη αλλά και στην Ελλάδα, κυρίως εδώ για το χώρο του ελληνικού αθλητισμού και του θεάτρου), βγήκαν στη φόρα, γιατί οι γυναίκες άνοιξαν για πρώτη φορά μαζικά το στόμα τους και αποκάλυψαν μία καλά κρυμμένη αλήθεια: μου έχει συμβεί κι εμένα. Το #metoo έγινε κίνημα, έγινε hashtag, έγινε κατεπείγουσα ανάγκη για αλλαγές, έγινε υποστήριξη - ψυχική, ηθική και οικονομική - των θυμάτων σεξουαλικής παρενόχλησης/κακοποίησης. Για πρώτη φορά, η γυναίκα ως επαγγελματίας του σινεμά (και, ελπίζαμε, όχι μόνο) και το αίτημά της για πραγματική ισότητα, ασφάλεια κι αξιοπρέπεια στο επάγγελμα ήρθε στο προσκήνιο. Για πρώτη φορά ισχυροί άντρες έχασαν εξουσία και άσυλο, κάποιοι καθαιρέθηκαν από τις δουλειές τους, κάποιοι οδηγήθηκαν στη δικαιοσύνη. Για πρώτη φορά, τρόμαξαν και οι υπόλοιποι. Δεν ήταν ούτε η πρώτη, ούτε η τελευταία φορά που ένα κίνημα ξέφυγε από τα όρια, με σαφή στραβοπατήματα και ακραίες αστοχίες (πόση ζημιά έκανε η υπόθεση Τζόνι Ντεπ). Κι ούτε η πρώτη, ούτε η τελευταία φορά που δέχθηκε επίθεση γι' αυτό - συστημική επίθεση για να ακυρωθεί όλο μαζί. Η ειρωνία για τη «woke» κουλτούρα σκέπασε με μία ζεστή καθησυχαστική κουβερτούλα όσους δεν θέλουν καμία αλλαγή. Ο κόσμος «κουράστηκε» με τις φεμινίστριες, ο όρος #metoo αντιμετωπίζεται με #eyeroll.
Το Flix δεν ήταν απλώς εκεί στο peak της έκρηξης. Παραμένει εδώ, 9 χρόνια μετά. Και παρακολουθεί με άγρυπνο βλέμμα τα σωστά και τα λάθη του. Γιατί ο σπουδαιότερος στόχος ενός κινήματος θα ήταν να μην είναι κίνημα. Να γίνει συνείδηση και θεσμός.
Οταν έκλεισε η ΕΡΤ
Ηταν 11 Ιουνίου του 2013, όταν ο κινηματογραφικός κόσμος είχε συγκεντρωθεί στο Μουσείο της Ακρόπολης, στο κάλεσμα μετά την ελληνική πρεμιέρα του «Μετά τα Μεσάνυχτα» του Ρίτσαρντ Λινκλέιτερ, μιας από τις διεθνείς ταινίες που γυρίστηκαν εξ ολοκλήρου στην Ελλάδα, σημάδι μιας νέας ελπιδοφόρας εποχής για την κινηματογραφική κοινότητα στη χώρα. Τις συζητήσεις όμως θα μονοπωλούσε η αναστολή λειτουργίας της δημόσιας τηλεόρασης από την κυβέρνηση, τότε, ΝΕΑΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ/ΠΑΣΟΚ/ΔΗΜΑΡ. Επιστρέφοντας λίγο μετά τα μεσάνυχτα και με την οθόνη της τηλεόρασης να μην δίνει σήμα, δώσαμε το δικό μας σήμα σε ένα «μαύρο» - όπως έμεινε πιο γνωστό στην ιστορία - πισωγύρισμα στο χρόνο, μια απόφαση πρωτοφανή εν καιρώ δημοκρατίας, που έστειλε το μήνυμα μίας τρομακτικής και σκοτεινής πολιτικής αδιαλλαξίας, θύμισε άλλα καθεστώτα και απείλησε, ανάμεσα σε άλλα, την εργασία για χιλιάδες ανθρώπους, τη συνέχεια κινηματογραφικών παραγωγών με συμπαραγωγό την ΕΡΤ και τελικά ένα δημόσιο αγαθό που δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται συγκυριακά. Το μαύρο διήρκεσε μέχρι τον Νοέμβριο του ίδιου χρόνου, με την ΕΡΤ να συνεχίζει τη λειτουργία της έκτοτε, μέχρι και σήμερα, με πολλά και διαφορετικά ονόματα, πολλούς και διαφορετικούς διευθύνοντες, σε μια διαχρονική κομματική παλινδρόμηση, ευτυχώς και με σπάνιες, σε καμία περίπτωση αρκετές, εκλάμψεις δημιουργικότητας, ανάμεσά τους το ERTFLIX, το Αρχείο της ΕΡΤ και μόνο μέρος της πρωτότυπης τηλεοπτικής μυθοπλασίας.
Στην ιλιγγιώδη πορεία του Γιώργου Λάνθιμου
Η γενιά μας μπορεί να είναι άτυχη σε πολλά πράγματα. Ομως έχει υπάρξει εξαιρετικά προνομιούχα σε ένα: το απίστευτο ταλέντο των σύγχρονων Ελλήνων και Ελληνίδων σκηνοθετών, που έσπασε γεωγραφικά σύνορα και καλλιτεχνικά όρια. Και τη γέννηση του (φαινομένου, πλέον) σκηνοθέτη Γιώργου Λάνθιμου. Από την πρεμιέρα του «Κυνόδοντα» στην αίθουσα Debussy του Palais des Festivals στις Κάννες, έως την Κεντρική σκηνή της Στέγης Ιδρύματος Ωνάσση και τα εγκαίνια της έκθεσης «Yorgos Lanthimos: Photographs», ήμασταν εκεί. Στις καλές και τις κακές στιγμές. Τα δημόσια συγχαρητήρια πολιτικών θεσμών και φορέων για τα βραβεία σε Κάννες, Βενετία, Χρυσές Σφαίρες, BAFTA, Οσκαρ. Ενώ παράλληλα, ακόμα και μετά την επιστροφή από τον οσκαρικό θρίαμβο του «Κυνόδοντα», το Κέντρο Κινηματογράφου έδινε ακόμα λιγότερα χρήματα για τις «Αλπεις». Την αναχώρηση για το εξωτερικό, που έγινε χωρίς περιττές τυμπανοκρουσίες και δημόσια κατηγορώ «για την Ελλάδα που πληγώνει τα παιδιά της». Την αποφυγή να απαντήσει σε ερωτήσεις-παγίδες, σε κάθε συνέντευξη Τύπου, κάθε νέας του ταινίας, για το «αν θα γυρίσει πίσω». Μέχρι τη σκανδαλώδη άρνηση του Υπουργείου Πολιτισμού να του δώσει άδεια για γυρίσματα στην Ακρόπολη για τη «Βουγονία». Περισσότερο απ' όλα: ήμασταν εκεί για να δούμε αυτό που αγαπάμε, το σινεμά, να αλλάζει, να μεταμορφώνεται, να επικοινωνεί με μια άλλη πρωτότυπη γλώσσα. Μία γλώσσα που γέννησε το δίδυμο Λάνθιμου-Φιλίππου, κι ο σκηνοθέτης την εξέλιξε και την επέβαλε στο σύγχρονο κινηματογραφικό τοπίο με μία απήχηση μαζική, ωστική. Με χολιγουντιανούς ηθοποιούς να μπαίνουν στη σειρά για μια ευκαιρία να πρωταγωνιστήσουν στις ταινίες του. Με το διστακτικό κοινό να ανοίγει το βλέμμα και την καρδιά του στο διαφορετικό. Με τον Λάνθιμο να γίνεται επίθετο στο κινηματογραφικό γλωσσάρι («λανθιμικό» σινεμά), όπως ο Σκορσέζε ή ο Ταραντίνο.
Οταν η Ελλάδα έγινε πόλος έλξης διεθνών γυρισμάτων
Μια εντυπωσιακή επανεκκίνηση (εννοώντας μετά τη δεκαετία του 1950-60), έγινε το 2012, όταν δυο μεγάλες ξένες παραγωγές γυρίστηκαν στην Ελλάδα, «Τα Δυο Πρόσωπα του Ιανουαρίου» και το «Πριν τα Μεσάνυχτα». Τα πραγματικά θεμέλια μπήκαν το 2015, όταν, επί ΣΥΡΙΖΑ, θεσμοθετήθηκε το ΕΚΚΟΜΕ και το cash rebate, προσφέροντας φορολογικά κίνητρα για τις διεθνείς ταινίες που χρησιμοποιούν ελληνικά locations και συνεργάτες/συνεργεία. Μπορεί αυτό να προκάλεσε, στην πορεία, πλήθος δυσκολιών, από τη δυσλειτουργία του ίδιου του ΕΚΚΟΜΕ, ως την προτίμηση των ξένων παραγωγών έναντι των ελληνικών και την πριμοδότηση της τηλεοπτικής μυθοπλασίας, όμως φτάσαμε, το 2026, να γυροφέρνει ο Μπραντ Πιτ στο Μενίδι (και στην Υδρα) και οι ελληνικές τοποθεσίες, τουριστικές και μη, και, κυρίως, οι εγχώριοι επαγγελματίες ν’ αξιολογούνται με άριστα από τη διεθνή κινηματογραφική και τηλεοπτική κοινότητα.
Κάθε φορά που η μεγάλη οθόνη κρατά τον καθρέφτη στον πολιτικά ταραγμένο κόσμο μας
Δεν αρνηθήκαμε ποτέ ότι το σινεμά είναι entertainment. Και δείγματα ψυχαγωγικού, blockbuster σινεμά τα αγαπάμε και τα τιμούμε στο Flix - ακομπλεξάριστα, δυναμικά, όπως τους αξίζει. Ομως για εμάς η μεγάλη οθόνη ήταν και θα είναι πάντα ένας μεγάλος καθρέφτης. Με διπλή όψη. Δεν μας αφορά μόνο η αντανάκλαση της πολιτικής αστάθειας, της διαφθοράς ή των εκρηκτικών γεωπολιτικών εντάσεων μέσα στις ταινίες. Αλλά πίσω και κάτω από τη βαριά σκιά της, έξω από τις αίθουσες - στους δρόμους, τα σύνορα, τα νερά της Μεσογείου, τη λωρίδα της Γάζας, τα σκαλιά του Καπιτωλίου, την Ουκρανία, τα Τέμπη. Από τις μεγάλες απεργίες που σταμάτησαν τις χολιγουντιανές παραγωγές, μέχρι τη δημόσια άποψη και στήριξη καλλιτεχνών στον παλαιστινιακό αγώνα, από την παγκόσμια μεταναστευτική κρίση μέχρι τα απόνερά της στην άρθρωση ενός νέου φασιστικού λόγου, από τις ομοφοβικές και τρανσφοβικές επιθέσεις μέχρι την κινητοποίηση No Kings στη λαϊκή μάζα μίας υπερδύναμης και τις χιλιάδες κόσμου στα αστικά ελληνικά κέντρα να φωνάζουν για οξυγόνο, όλα μάς αφορούν. Ιστορική μνήμη και πολιτικό παρόν, παγκόσμια κι ελληνική πραγματικότητα, ζωή και σινεμά. Ολα συνδέονται, όλα επικοινωνούν, όλα αλληλεπιδρούν στη συλλογική συνείδηση. Και θα συνεχίσουμε να γράφουμε για όλα. Γιατί καλό είναι σκοτάδια να υπάρχουν μόνο στις αίθουσες.
Στις διεκδικήσεις του ελληνικού σινεμά
Ξεκινήσαμε το 2011 με πρώτη μας συνέντευξη τον τότε Υπουργό Πολιτισμού, Παύλο Γερουλάνο, να μιλάει για τον νέο νόμο που προέκυψε από τη μεγάλη κινητοποίηση των Κινηματογραφιστών στην Ομίχλη λίγα χρόνια πριν. Στηρίξαμε και αναδείξαμε τις δράσεις της νεοσύστατης τότε Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου, επισημαίνοντας μέσα στα χρόνια και βελτιώσεις για τη σημασία της για την ελληνική κινηματογραφική κοινότητα. Και σταθήκαμε διαχρονικά δίπλα σε κάθε διεκδίκηση του ελληνικού σινεμά, είτε αυτό είχε να κάνει με χρηματοδοτήσεις, με αιτήματα για επανεκκίνηση του πολύπαθου Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου, για θεσμικές παραβάσεις με θύμα το ελληνικό σινεμά, την ορατότητά του και την αξιοπιστία της κοινότητας εντός και εκτός συνόρων. Πάντα από τη πλευρά των δημιουργών και κόντρα σε κυβερνήσεις, υπουργεία, ενίοτε και συνδικαλιστικά όργανα ή ενώσεις, με πρώτο μας μέλημα να γίνουν όλα πιο εύκολα για τους ανθρώπους που κάνουν σινεμά. Και στόχο να δημιουργηθεί επιτέλους - ακόμη περιμένουμε - μια υγιής κινηματογραφική πρακτική που θα κάνει το ελληνικό σινεμά να αποκτήσει τη σημασία που θα έπρεπε να έχει και πολιτιστικά και οικονομικά αλλά κυρίως και ως μορφή μελλοντικής ιστορίας που γράφεται και μας αφορά όλους.
Οταν ο Μπόμπι ξαναήπιε καφέ με τον Αλ
Το Flix έχει κεράσει τον Αλ Πατσίνο ένα ποτήρι νερό. Ισως αυτό κάποια στιγμή μπει πρώτο-πρώτο στο βιογραφικό μας, μαζί με όλους τους υπέροχους ανθρώπους που γνωρίσαμε μέσα σε αυτά τα χρόνια από όλο τον κόσμο. Μιλώντας σοβαρά, το γεγονός ότι ζήσαμε από κοντά, σε μία αποκλειστική για την Ελλάδα συνέντευξη, τη συνάντηση Ρόμπερτ Ντε Νίρο και Αλ Πατσίνο, 23 χρόνια μετά το «Heat», στον «Ιρλανδό» του Μάρτιν Σκορσέζε είναι κάτι παραπάνω από σταθμός για το Flix. Μία μισάωρη κουβέντα που μοιάζει να έχει βγει από τα σινεφίλ όνειρα των παιδικών μας χρόνων. Δεν ήταν το ραντεβού μας σ’ ένα diner αυτοκινητόδρομου της Καλιφόρνια. Αλλά σε μία σουίτα του ξενοδοχείου «Corinthia». Και οι δύο μύθοι των παιδικών μας χρόνων μπήκαν χαμογελαστοί, χαλαροί, με όρεξη. Μας έδωσαν χρόνο να συζητήσουμε, απάντησαν ζεστά, γενναιόδωρα, έκαναν πλάκα μεταξύ τους. Να είσαι στους 50 πόντους από τον Πατσίνο που πειράζει τον Ντε Νίρο κι ο τελευταίος σκάει στα γέλια, όπως τον φαντάζεστε: βουβά, με χαμηλωμένο βλέμμα και πηγούνι. Ανεκτίμητο. Mας είπαν πολλά, [(μπορείτε να τα θυμηθείτε όλα εδώ)]( https://flix.gr/articles/robert-de-niro-al-pacino-irishman-interview.html], αλλά αυτό το κουβαλάμε πάντα μαζί μας: «Δεν νομίζω ότι κάθεσαι στην πολυθρόνα σου ως γέροντας και σκέφτεσαι την καριέρα σου. Τους ανθρώπους σκέφτεσαι και τις σχέσεις που ήσουν τυχερός κι έζησες, ή εκείνες που ήσουν βλάκας κι έχασες…»
Στο τέλος της κριτικής
Απόρροια της εξέλιξης των social media, της αλλαγής του τρόπου ζωής. Το αναλυτικό κείμενο αποκτά άλλο όνομα, «long read», ώστε οι αναγνώστριες/ες να γνωρίζουν ότι ενδέχεται να τις/τους κουράσει. Η κριτική των ταινιών περνά σ’ ένα παρορμητικό, εφετζίδικο «μ’ αρέσει - δεν μ’ αρέσει», 280 χαρακτήρων ή ενός λεπτού για το κοινό του TikTok. Αυτόκλητοι κριτικοί γίνονται influencers της κινηματογραφικής εξόδου. Η πιο αξιόπιστη άποψη είναι εκείνη που συγκεντρώνει τα περισσότερα reactions, άρα συνήθως η πιο προκλητική, ή περισσότερο διατυπωμένη «για τον απλό θεατή». Υποτιμώντας και την κριτική ως λογοτεχνική φόρμα ή/και επάγγελμα, αλλά και τον θεατή τον ίδιο που ποτέ δεν ήταν στ’ αλήθεια απλός, η ανάλυση και αξιολόγηση μιας ταινίας γίνεται είδος πολυτελείας, niche, ενώ, ουσιαστικά - πράγμα που είναι αδιαπραγμάτευτο στο Flix - είναι ο μόνος τρόπος το κοινό να επικοινωνήσει και με τα mainstream και με τα πιο απαιτητικά έργα, με την ποιότητα που τους αξίζει.
Στο τέλος του σινεμά (όπως το ξέραμε)
Μέσα στα 15 χρόνια που υπάρχει το Flix είδαμε κυριολεκτικά μπροστά στα μάτια μας το σινεμά να τελειώνει με τον τρόπο που το ξέραμε - σε αυτό που μοιάζει να είναι η μεγαλύτερη αλλαγή του από την εποχή της ψηφιακής επανάστασης πίσω στα '90s. Δεν ήταν μόνο οι αίθουσες, που η οικονομική κρίση και η πανδημία δοκίμασαν - με όχι πολύ ελπιδοφόρα αποτελέσματα - τις αντοχές τους. Ούτε μόνο οι πλατφόρμες που επικράτησαν πανηγυρικά, κάνοντας τη λέξη «περιεχόμενο» πιο ισχυρή από τη λέξη «ταινία», αλλάζοντας συλλήβδην τόσο τον τρόπο παραγωγής (ζήτηση-προσφορά), όσο και τον τρόπο θέασης σε όλον τον κόσμο. Ηταν κυρίως η σχεδόν ισοπεδωτική επίδραση μιας νέας χαρτογράφησης γύρω από κατεστημένες έννοιες όπως «Χόλιγουντ», «ανεξάρτητο σινεμά», «cult», «διανομή», «εθνική παραγωγή», καθώς ένα νέο λεξικό γράφεται αυτή τη στιμή από τους Millenials και την Gen Z. Οσες φορές ακούσαμε το κλισέ «το σινεμά πέθανε», υπήρξαμε εκεί για «το σινεμά που συνεχίζει να ζει». Αντιδράσαμε πολλές φορές όταν έπρεπε, αλλά δεν υπήρξαμε αρνητικοί στη φυσική πορεία των πραγμάτων, ακόμη και τώρα που η τεχνητή νοημοσύνη φέρνει μια ακόμη τεκτονική επανάσταση για το μέλλον. Αυτό που κάναμε ήταν πάντα να προσπαθούμε να πλοηγηθούμε μέσα στη νέα εποχή, ανακαλύπτοντας αυτό που πάντα μας ενδιέφερε: τρόπους που μας κάνουν να συνεχίζουμε να αγαπάμε (μαζί) το σινεμά.
Είμαστε ακόμα εδώ
15 χρόνια μετά. Κι αυτό το καλοκαίρι. Συνεχίζοντας όπως ακριβώς όταν ξεκινήσαμε. Με τον ίδιο ενθουσιασμό, την ίδια - ή μάλλον μεγαλύτερη - αγάπη για το σινεμά.
