Φεστιβάλ / Βραβεία

To Flix βλέπει και γράφει για όλες τις ελληνικές ταινίες του 63ου Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης

στα 10

Το φετινό Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου στο μικροσκόπιο του Flix.

To Flix βλέπει και γράφει για όλες τις ελληνικές ταινίες του 63ου Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης

Οπως κάθε χρόνο το Flix βλέπει όλες τις ελληνικές ταινίες που κάνουν την πρεμιέρα τους στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης - φέτος 15 στο τμήμα Επίσημη Πρώτη (ανάμεσά τους και από 2 στο Διεθνές Διαγωνιστικό Τμήμα του Φεστιβάλ, στο Διαγωνιστικό Τμήμα Meet the Neighbours και στο Διαγωνιστικό του Film Forward), 4 στο τμήμα Ξεπερνώντας τα Σύνορα και 3 στο τμήμα Δεύτερη Ματιά.

To 63o Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης διεξάγεται φέτος από τις 3 μέχρι και τις 13 Νοεμβρίου. Το Flix θα βρίσκεται εκεί για να σας μεταφέρει όλα όσα θα συμβούν μέσα κι έξω από τις σκοτεινές αίθουσες. Αναζητήστε περισσότερες πληροφορίες στο επίσημο site του Φεστιβάλ, στην επίσημη σελίδα του στο Facebook και το Instagram.

Εδώ θα διαβάζετε καθημερινά τη γνώμη του Flix για τις ταινίες μετά την επίσημη προβολή τους στο Φεστιβάλ. Μπορείτε να δείτε τις ελληνικές ταινίες του Φεστιβάλ και στην online πλατφόρμα εδώ.



ΕΠΙΣΗΜΗ ΠΡΩΤΗ

Διεθνές Διαγωνιστικό Τμήμα

Ακουσε με

Ακουσέ με της Μαρίας Ντούζα

Η Βαλμύρα είναι κωφή. Τη συναντάμε όταν θα πρέπει να αφήσει την ασφάλεια της ζωής της στο σχολείο των κωφών και να συναντήσει τον πατέρα της και τη νέα οικογένεια του σε ένα ελληνικό νησί. Η ίδια θέλει να επιστρέψει πίσω και να κάνει πραγματικότητα το όνειρο της και να γίνει χορεύτρια. Δεν την ενδιαφέρει να ζήσει στον κόσμο των «άλλων». Ομως θα προσπαθήσει να επιβιώσει μέσα σε αυτόν. Θα δημιουργήσει μια αδελφική σχέση με τον γιο της μητριάς της, θα δείξει πυγμή στα πειράγματα των συνομίληκων στο σχολείο, θα γοητευτεί και από τον «πιο μαλακά» της τάξης στα πρώτα της ερωτικά σκιρτήματα. Παγιδευμένη ανάμεσα σε μια «με το ζόρι» ενηλικίωση και μια αναπηρία που την επιστρέφει στην ασφάλεια μιας φαινομενικής προστασίας, έναν πατέρα που μαθαίνουμε από πληροφορίες πως κάποτε την παράτησε, χωρίς ακουστικό (παρόλο που θα μπορούσε να το χρησιμοποιήσει) αλλά με οδηγό την καρδιά της, θα αναζητήσει εξόδους κινδύνου από τη νέα της ζωή, χαμένη μέσα στο «θόρυβο» των συναισθημάτων, των δύσκολων επιλογών, των λέξεων που μένουν βωβές.

Το ίδιο χαμένη μέσα στο «θόρυβο» των υλικών που την αποτελούν μοιάζει και η δεύτερη ταινία της Μαρίας Ντούζα μετά το «Το Δέντρο και η Κούνια», εδώ σε μια πιο φιλόδοξη διαπροσωπική απόπειρα συμφιλίωσης διαφορετικών γενεών αλλά και ανθρώπων «ξένων» μεταξύ τους - και με τον εαυτό τους.

Με φόντο την επαρχιακή Ελλάδα και όλη την υποκρισία που αυτή αναδύει, τους μεσήλικες που κουβαλούν ακόμη τα ξέφτια της οικονομικής κρίσης, τους νέους που παραμένουν «αγρίμια», ένδοξοι διάδοχοι της πατριαρχίας (και πολλών άλλων -ίας, όπως ξενοφοβίας, ομοφοβίας) και με έμφαση στην απόρριψη του «ξένου» και του «διαφορετικού», το «Ακουσε Με» χτίζει μεθοδικά το δράμα του μέχρι και την τραγωδία, πλέκοντας δεσμούς που κολλάνε και σπάνε κάτω από την πίεση μιας απροσδιόριστης αίσθησης που μοιάζει να έρχεται από το γεγονός της έλλειψης επικοινωνίας.

Ή τουλάχιστον αυτή είναι η αρχική ιδέα της Μαρίας Ντούζα, που με αφορμή την κεντρική (;) της ηρωίδα, δίνει στην ταινία και την σύγχρονη πραγματικότητα διαστάσεις ενός διάλογου στον οποίο κανείς δεν ακούει κανέναν και όλοι μιλούν μόνοι τους.

Η φιλόδοξη ιδέα της προσπαθεί (και καταφέρνει μέχρι τη μέση της ταινίας) να μπαίνει στις ράγες κάθε φορά που οι σεναριακές επαναλήψεις την εκτροχιάζουν, απομακρύνοντας την από το κέντρο βάρους της που θα έπρεπε να είναι η Βαλμύρα. Υποπλοκές και σκηνές που δεν έρχονται ή εξελίσσονται φυσικά, τοποθετούν την ταινία σε μια μάλλον αμήχανη διαδρομή που μεταφέρεται και στην οπτική (και εδώ, ειδικά, ακουστική) γωνία άλλων ηρώων ενώ νιώθεις διαρκώς και την αγωνία της να υπογραμμίζει αυτό που θέλει να πει παρά το λέει.

Στο δεύτερο μέρος, τα σεναριακά και σκηνοθετικά προβλήματα προδίδουν ακόμη περισσότερο μέχρι και την κινηματογραφική γραφή της ταινίας, αφήνοντας ορατές τις ραφές της κατασκευής της με μικρές σκηνές που μοιάζουν (φωτογραφημένες με ατμόσφαιρα και νεύρο - που όμως δεν αρκεί - από τον Ζαφείρη Επαμεινώνδα) κι αυτές χαμένες, σε μια ταινία που δημιουργεί ανατροπές που δεν εκπλήσσουν και κλείνει σε εντελώς άλλο τόνο από την όλη ταινία με αισιοδοξία για το μέλλον, αλλά αφήνει αμήχανα ανοιχτούς λογαριασμούς σχεδόν με κάθε ένα από τα μικρά και μεγάλα θέματα που έχει ανοίξει.

Ενα από τα «θέματα» αυτά και η επιλογή μιας μη κωφής κοπέλας για τον ρόλο της κωφής (σε έναν κόσμο και μια Ελλάδα που υπάρχουν ηθοποιοί που θα μπορούσαν επιτέλους να αναδειχθούν με την σπάνια ευκαιρία ενός τέτοιου σεναρίου), το οποίο δεν μειώνει ωστόσο ούτε στο ελάχιστο την έμφυτη αυθεντικότητα της Ευθαλίας Παπακώστα. Η νεαρή ηθοποιός (με το μεγάλο μέλλον) παραμένει μαζί με τον Γιώργο Πυρπασόπουλο το δυνατό ερμηνευτικό δίδυμο της ταινίας, απέναντι στην φορσέ σκηνοθετική και μονταζιακή ροπή που οδηγεί τον μέχρι εκείνη τη στιγμή υπέροχο Δημήτρη Κίτσο να δείχνει άτεχνος στην δύσκολη σκηνή της τελική σύγκρουσης του με την Βαλμύρα και την ολοκληρωτικά αδούλευτη (εδώ παρά την πειστικότητα της επιλογής, αντίθετα με τους ήρωες της Βαλμύρας και του «αδερφού» της) ερμηνεία της Βουλγάρας Γιοάνα Μπουκόφσκα.

Μεγαλύτερο ωστοσο «θέμα« και η Ελλάδα που στη μικρογραφία που φτιάχνει η Ντούζα μοιάζει μονοδιάστατη, χωρίς γκρίζες γραμμές, με απεικόνιση που καίει την ίδια της την πρώτυ ύλη στα όρια του γραφικού και της καρικατούρας, αναγκάζοντας την ταινία της να ακούγεται μεν, αλλά όχι απαραίτητα να φτάνει στα αυτιά μας.

Μανώλης Κρανάκης

ησυχία

Ησυχία 6-9 του Χρήστου Πασσαλή

Ελλάδα, άγνωστος χρόνος. Μία παραθαλάσσια πόλη ερειπωμένη κι έρημη. Εκεί, κάθε μέρα από τις 6 μέχρι τις 9 πρέπει να κάνεις ησυχία. Κεραίες από έναν πύργο συλλαμβάνουν παράξενους απόκοσμους ήχους και μία υπηρεσία τους μαγνητοφωνεί. Ο Αρης, ένας 35χρονος άντρας, φτάνει στο ξενοδοχείο του. Εχει βρει δουλειά στην επεξεργασία δεδομένων του πύργου και περιμένει να γνωρίσει τον υπεύθυνο για να ξεκινήσει. Τότε μαθαίνει για τους Εξαφανισμένους. Ανθρωποι που την μια στιγμή είναι με τους αγαπημένους τους και την άλλη χάνονται - απότομα, ανεξήγητα. Που πηγαίνουν; Οι συγγενείς τους δεν σταματούν να τους αναζητούν. Δεν σταματούν να ελπίζουν. Δεν σταματούν να ακούν κασέτες με τις φωνές τους και να τους περιμένουν.

Στο ίδιο ξενοδοχείο μένει και η Αννα. Μία μυστηριώδης κοπέλα που υποφέρει από αϋπνίες. Όπως κι Άρης. Μαζί περπατούν τα βράδια, μαζί κάθονται στο παγκάκι τους στη θάλασσα μέχρι να ξημερώσει. Λίγο λίγο, σε αυτή την ησυχία, συνδέονται, ερωτεύονται. Χαμογελούν, ενώ γύρω τους άνθρωποι λυγίζουν από τον πόνο της απώλειας - καταστρέφουν τις κασέτες, κόβουν το νήμα, επιθυμούν να ξεχάσουν.

Και ξαφνικά, απότομα κι ανεξήγητα η Aννα εξαφανίζεται…

Ο Χρήστος Πασσαλής κάνει το κινηματογραφικό του ντεμπούτο (μετά το ντοκιμαντέρ «Η Πόλη και η Πόλη» που συνυπέγραψε με τον Σύλλα Τζουμέρκα) πλάθοντας έναν ιδιαίτερο κόσμο. Έναν κόσμο αλλόκοτο, αινιγματικό, φασματικό. Οι κάτοικοι αυτού του κόσμου είναι εξίσου ιδιοσυγκρασιακοί. Κινούνται και μιλούν σαν να ζουν τον χειρότερο εφιάλτη τους - έναν εφιάλτη με τοίχους που σε χωρίζουν από όσα λαχταράς και διαδρόμους με πόρτες δωματίων που παραμένουν κλειδωμένες. Μόνο το ζευγάρι, ο Άρης και η Άννα, μοιάζουν να έχουν κάτι που τους κάνει ευτυχισμένους, ζωντανούς. Ανάμεσα σε εγκατελειμμένα στην μοναξιά τους ζόμπι, οι δυο τους μοιάζουν με τις μόνες καρδιές που πάλλονται. Σαν να έχουν φτιάξει κι εκείνοι με τη σειρά τους ένα δικό τους σύμπαν - σαν ο έρωτας να τους επιτρέπει να βρίσκονται στο δικό τους ονειρικό λίμπο.

Με τον Γιώργο Καρβέλα στη Διεύθυνση Φωτογραφίας, ο Πασσαλής καδράρει πλάνα άρτιας αισθητικής, σκοτεινής ομορφιάς, αιθέριας ατμόσφαιρας. Ο σχεδιασμός του ήχου συμπληρώνει αριστοτεχνικά τον αταξινόμητο τόνο της ταινίας και την bizarre της θερμοκρασία. Τι ακούμε; Από που;

Ναι, ο συνιδρυτής του Blitz theater group και πρωταγωνιστής του Γιώργου Λάνθιμου («Κυνόδοντας») κάνει το σκηνοθετικό του ντεμπούτο μιλώντας μια γλώσσα κοινή με όλη την καλλιτεχνική του πορεία. Και καθοδηγεί παρόμοια και την Αγγελική Παπούλια κι όλους τους δεύτερους ρόλους σε κωδικοποιημένες ερμηνείες που σε κρατούν σε μία ανεξήγητη απόσταση. Κάποιοι θα βιαστούν να στριμώξουν κι αυτή την ταινία στο κουτάκι του weird cinema.

Δεν είναι καθόλου έτσι. Γιατί όλα έχουν εξήγηση - δεν υπηρετούν απλώς μία trendy κινηματογραφική φόρμα. Υπάρχει εξήγηση ακράδαντα ρεαλιστική μέσα στον σκοτεινό λαγούμι του σουρεαλισμού. Μία εξήγηση σπαρακτικά συγκινητική μέσα στην αποστειρωμένη ατμόσφαιρα. Μία εξήγηση ανθρώπινη, που μόλις την συνειδητοποιείς σε τσακίζει.

Εκεί όμως έρχεται ο Πασσαλής να σου βάλει την μάσκα οξυγόνου. Έρχεται το σινεμά να σου χαρίσει την πιο αληθινή φαντασίωση. Έρχεται το όνειρο, μέσα στο όνειρο να σου ψιθυρίσει ότι στη ζωή δεν κάνουμε ησυχία. Ειδικά όταν βρούμε κάποιον που θέλουμε να μένουμε ξύπνιοι, σ’ ένα παγκάκι δίπλα του, μέχρι το πρωί.

Πολύ Λυκούργου

--------------

MEET THE NEIGHBORS | Διαγωνιστικό Τμήμα

black stone

Black Stone του Σπύρου Ιακωβίδη

Το διμελές συνεργείο μίας επίδοξης ελληνικής ταινίας («μίας υπαρξιακής/μεταφυσικής ανάγνωσης της σύγχρονης Ελλάδας») πέφτει πάνω σε μία περίεργη ιστορία εξαφάνισης. Ο 30χρονος Πάνος, ένας υπάλληλος του ΟΑΕΔ, μοιάζει να σκάρωσε μία απάτη, να έκλεψε χρήματα και να το έσκασε από τη χώρα. Το συνεργείο ανακαλύπτει το σπίτι του και γνωρίζει την μάνα του, τη Χαρούλα. Μία υπερπροστατευτική χήρα που έχει γίνει θυσία για να μεγαλώσει τα παιδιά της - τον Πάνο, αλλά και τον ανάπηρο αδελφό του τον Λευτέρη, έναν κακότροπο μονόχνωτο 25χρονο. Η Χαρούλα δεν πιστεύει με τίποτα ότι ο γιος της είναι κλέφτης. Μάλλον έχει μπλέξει με μια ξένη που του έχει φάει τα χρήματα και τώρα ντρέπεται να γυρίσει. Μέσα στην απελπισία της πιστεύει ότι οι κινηματογράφοι είναι τηλεοπτικό συνεργείο ειδήσεων και τους επιτρέπει να γυρίσουν ταινία, ώστε να την προβάλουν στα κανάλια, να τη δει ο Πάνος και να γυρίσει. Στην αναζήτησή της βρίσκει και έναν απρόσμενο σύμμαχο: έναν μαύρο ταξιτζή, στην ηλικία του χαμένου γιου της.

Ο Σπύρος Ιακωβίδης κάνει το σκηνοθετικό του ντεμπούτο με μία κατάμαυρη, έξυπνη κωμωδία. Ένα ψευδοντοκιμαντέρ που δεν λέει τίποτα το ψευδές για την ελληνική πραγματικότητα: την εγκατάλειψη των δημόσιων υπηρεσιών, την διαφθορά και την κατάχρηση.

Ο Ιακωβίδης με κάμερα στο χέρι, jump cuts, και επιτηδευμένη κακοτεχνία μπαίνει σε ένα τυπικό ελληνικό σπίτι. Το εύρημα του συνεργείου δίνει απλά την αφορμή για να μην κλείσει η κάμερα ποτέ. Κι εμείς να μην κλείσουμε τα μάτια μας μπροστά στην αποκάλυψη μίας Ελλάδας που δεν αλλοιώθηκε μόνο από την οικονομική κρίση. Αλλά από την ηθική της παρακμή που έχει ακόμα πιο βαθιά ρίζα.

Με πικρό, καυστικό βλέμμα παρακολουθεί την εγκατάλειψη της Χαρούλης σε μια χώρα που δεν παρέχει καμία βοήθεια στους πολίτες της, σε μια αστική κόλαση που το να βγάλεις τον ανάπηρο γιο σου για ψώνια είναι μία βασανιστική αγωνία, σε μια πολυκατοικία που κανείς δεν βοηθά μια κουρασμένη 70χρονη γυναίκα να σπρώξει το καρότσι πάνω στην ράμπα της εισόδου. Όχι μόνο δεν την βοηθά, αλλά κλέβει και τη ράμπα. Όταν όμως η βοήθεια έρχεται από έναν μετανάστη, έναν μαυριδερό, η Χαρούλα σηκώνει την μύτη της και κατεβάζει τα ρολά της - αχάριστα, φοβικά,

Η Ελένη Κοκκίδου ερμηνεύει την ηρωίδα της με τόλμη αλλά και πειθαρχία. Δεν χαρίζεται στα στερεότυπα (η Χαρούλα της είναι αφελής αλλά και πεισματάρα, ιδιωτική αλλά και κουτσομπόλα, ευκολόπιστη αλλά και καχύποπτη, φροντιστική αλλά και ρατσίστρια), αλλά ταυτόχρονα τίποτα δεν ξεφεύγει στην καρικατούρα. Ο τρόπος που σιγά σιγά πέφτει το τοίχος προς «τον μαύρο που της έμπασαν στο σπίτι της», η επικοινωνία με τον άλλον μέσω της φροντίδας, του φαγητού, η βαριά σωματικότητά της που μαρτυρά την επί χρόνια αυτοθυσία της, το σπασμένο εκφραστικό της πρόσωπο, οι ανάσες, οι αναστεναγμοί και οι παύσεις της - όλα είναι μετρημένα, μελετημένα και στις σωστές ισορροπίες. Η κωμωδία προκύπτει από τις αντιθέσεις: αυτό που βλέπουμε είναι υπερβολικό, αλλά και τόσο οικείο. Την ξέρουμε τη Χαρούλα. Μένει δίπλα μας.

Από αυτή την οικειότητα προκύπτει και η συγκίνηση. Ο Ιακωβίδης γυρίζει τη βαλβίδα της θερμοκρασίας με μια ανατροπή. Η σατιρική ματιά του γίνεται ζεστή παρατήρηση. Η παρωδία δίνει τη θέση της στην αισιοδοξία. Η παλιά Ελλάδα πεθάνει για να δώσει χώρο σε την νέα. Η ελληνική οικογένεια αλλάζει, διευρύνεται, ανοίγει τις πόρτες της και χωράει όλους στο μεσημεριανό τραπέζι.

Κι όσο για την μαύρη πέτρα - αυτή που έριξε ο Πάνος πίσω του φεύγοντας; Μπορεί και να γελά με τα χάλια μας.

Πολύ Λυκούργου


πίσω από τις θημωνιές

Πίσω από τις Θημωνιές της Ασημίνας Προέδρου

Μια παρέα μικρών παιδιών παίζουν κοντά σε μια λίμνη. Η κάμερα τα παρακολουθεί από κοντά. Οι κινηματογραφικοί κώδικες, το νιώθεις, ότι σε προετοιμάζουν για κάτι κακό, ένα ατύχημα, μια στιγμή που θα σκοτεινιάσει την υπέροχη ανοιξιάτικη ημέρα, ένα τραγικό γεγονός που θα αλλάξει για πάντα τις ζωές μιας ολόκληρης κοινότητας, μιας ολόκληρης κοινωνίας.

Το κακό όμως δεν θα συμβεί. Για έχει ήδη συμβεί. Και έχει ήδη σκεπαστεί με επιμέλεια κάτω από τόνους ψεμάτων, ανθρώπινης υποκρισίας, κάτω από άλλα μικρά και μεγάλα εγκλήματα που με τη σειρά τους κρατούν ολοζώντανο έναν κύκλο που δεν τελειώνει ποτέ, κρυμμένα κι αυτά στον βυθό της λίμνης, πίσω από τις θημωνιές. Αν ξεβραστούν, θα επιπλεύσουν για να (και αν) διαταράξουν την τακτοποιημένη ζωή όλων όσων υπήρξαν συνένοχοι στο έγκλημα. Και τότε ίσως κάτι αλλάξει…

Η Ασημίνα Προέδρου, στην πρώτη της ταινία μεγάλου μήκους, έρχεται μια δεκαετία μετά το σοκ του μικρού μήκους «Red Hulk» για να επιβεβαιώσει πως δεν υπήρξε τυχαία η θαρραλέα, ανήσυχη δημιουργός που αποτύπωσε με ανατριχιαστικό timing, περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη tην γέννηση και γιγάντωση του φιδιού της Χρυσής Αυγής. Στο «Πίσω από τις Θημωνιές» που διαδραματίζεται το 2015, η Χρυσή Αυγή βρίσκεται ως κραταιό τρίτο κόμμα στη Βουλή, η Ελλάδα ζει το μεγαλύτερο μεταναστευτικό κύμα της ιστορίας της και το βλέμμα της στρέφεται στον μικρόκοσμο μιας οικογένειας κοντά στα βόρεια σύνορα της Ελλάδας.

Ο πατέρας δουλεύει στα κτήματα και περιστασιακά ως ψαράς για διανομές στην γειτονική (ακόμη τότε) Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας, χρωστάει στην εφορία από μια «μαύρη» δουλειά που έκανε στο παρελθόν και θα ενδώσει στην πρόταση του προύχοντα κουνιάδου του να περνάει παράνομα μετανάστες από τα σύνορα. Η μητέρα έχει (κυριολεκτικά) τα κλειδιά της εκκλησίας της ενορίας, που αρνείται να φιλοξενήσει τους μετανάστες που ζουν έξω στον χιονιά, μια γυναίκα χωρίς θέση και άποψη που τακτοποιεί και «καθαρίζει» συνεχώς τις βρωμιές των άλλων. Η κόρη είναι ένα κορίτσι που δεν μπορεί να ελέγξει την «ενηλικίωση» της, παιδί για τον πατέρα της, γυναίκα για τον άντρα που αγαπάει, σταρ στα μουλωχτά στο μπουζουξίδικο που θα οργανώσει την επανάστασή της.

Αυτοί οι τρεις άνθρωποι αποτελούν τα τρία κεφάλαια της ταινίας της Ασημίνας Προέδρου σε ένα παιχνίδι με το χρόνο και τις οπτικές γωνιές που χρησιμοποιεί το τέχνασμα, όχι για να εντυπωσιάσει αλλά για να σκάψει ακόμη βαθύτερα μέσα στις επιθυμίες, τις αγωνίες, τις αντιδράσεις, τις μικρές ανεπαίσθητες στιγμές που ορίζουν ολόκληρες ζωές και εκείνες τις άλλες - τις στιγμές που θα μπορούσαν να ιδωθούν αλλιώς. Το μεγάλο ερώτημα είναι «πώς αλλιώς;», όταν, όπως συμβαίνει νομοτελειακά στις (ελληνικές) τραγωδίες, το παιχνίδι μοιάζει πάντα στημένο, οι μικροί άνθρωποι συνθλίβονται από όσους κρατούν την εξουσία και το τρίπτυχο «πατρίς-θρησκεία-οικογένεια» συνεχίζει να τρέφει γενιές και γενιές ανθρώπων που νιώθουν πάνω στο πετσί τους την υποκρισία αλλά συνεχίζουν να είναι ρατσιστές, να κοινωνούν κάθε Κυριακή με λερωμένα από το έγκλημα χέρια και να φτιάχνουν οικογένειες γιάφκες για περίθαλψη εγκληματιών;

Iσως ο τρόπος να «το δεις αλλιώς» είναι με το βλέμμα της Ασημίνας Προέδρου.

Που αγαπάει τους ήρωες της, αλλά δεν τους μετακινεί από την γκρίζα γραμμή στην οποία βρίσκονται, θύματα και θύτες οι ίδιοι μιας εξωτερικής και μιας ολότελα δική τους μοίρας. Που τολμά να ανοίξει την εικόνα του μικρόκοσμου που περιγράφει σε ακόμη περισσότερες ελληνικές παθογένειες (από την κρατική αναλγησία μέχρι την πατριαρχία και από τον ρατσισμό μέχρι την εκκλησία) ακόμη κι όταν δεν νιώθει πολύ σίγουρη να διαχειριστεί τη μεγάλη ταινία που αυτό προμηνύει. Που «φωτογραφίζει» (με το διάτρητο βλέμμα με τη σειρά του, του Σίμου Σαρκετζή) τα σύνορα σαν να επρόκειτο για το πιο όμορφο και ταυτόχρονα το πιο τρομακτικό μέρος στον κόσμο. Που δίνει (ίσως περισσότερο απ’ όσο χρειάζεται) χρόνο στους ηθοποιούς της για να αφηγηθούν τις ιστορίες τους - εδώ τον Στάθη Σταμουλακάτο στην καλύτερη πιο ολοκληρωμένη ερμηνεία της καριέρας του).

Που στέκεται κι αυτή ακίνητη μπροστά στην Ιστορία, προσπαθώντας να την δει «αλλιώς». Με ένα βλέμμα αυστηρό, που κρύβει κατανόηση. Ενα βλέμμα κινηματογραφικό που κρύβει αλήθεια. Ενα βλέμμα που περισσότερο ή λιγότερο διαυγές, παραμένει διαρκώς άγρυπνο και επείγον.

Μανώλης Κρανάκης

-------------------

FILM FORWARD | Διαγωνιστικό Τμήμα

dignity

Με Αξιοπρέπεια του Δημήτρη Κατσιμίρη

Ο Δημήτρης Κατσιμίρης φτάνει στην πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία, έχοντας προηγουμένως τολμήσει ήδη μεγάλα πράγματα με τις μικρού μήκους ταινίες του, με κεντρικές προβληματικές τη διαφορετικότητα απ’ όπου κι αν αυτή προέρχεται (μια τρανς που πηγαίνει στην κηδεία της μητέρας της στο «Μαμά Γύρισα» του 2017, ένας νεαρός με εγκεφαλική παράλυση που θα σταθεί στο ύψος ενός σούπερ ήρωα στα «Γενέθλια» του 2106) και την μετωπική της σύγκρουση με το περιβάλλον που φαινομενικά τη δέχεται αλλά στην πραγματικότητα δεν την ανέχεται.


Το «Με Αξιοπρέπεια» έρχεται σαν ανάπτυξη του μικρού μήκους «Γενέθλια», ανοίγοντας περισσότερο τον ορίζοντα όχι τόσο της κοινωνικής κριτικής όσο της αφόρητης υποκρισίας που ελλοχεύει μέσα στους τέσσερις τοίχους ενός διαμερίσματος ή τελικά μιας κλειστοφοβικής κοινωνίας. Στα «Γενέθλια», ένας νεαρός θα έπεφτε θύμα της κοινωνικής περιθωριοποίησης και οικογενειακής κακοποίησης εξαιτίας της αρρώστιας του. Και όλα θα ξεκινούσαν με την επίσκεψη του θείου του την ημέρα των γενεθλίων του. Στο «Με Αξιοπρέπεια», στο κέντρο βρίσκεται ένας ηλικιωμένος πατέρας που βρίσκεται στην αρχή της άνοιας, την ημέρα των γενεθλίων του με τα τρία του παιδιά να συναντιούνται για να του ευχηθούν.

Αν υπάρχει κάτι που τρομάζει στο «Με Αξιοπρέπεια» δεν είναι το δύσκολο θέμα και η στα σημεία συνεπής σεναριακή του ανάπτυξη, αλλά το γεγονός ότι ο Κατσιμίρης κινηματογραφεί κάτι τόσο γνώριμο με έναν τέτοιο αφτιασίδωτο ρεαλισμό που υπάρχουν στιγμές που θέλεις να βρεις έξοδο κινδύνου από το μικροαστικό σαλόνι, κυρίως για να γλιτώσεις για τις δικές σου «ενοχές». Δεν έχει σημασία αν δεν έχεις βρεθεί ποτέ σε μια ανάλογη περίπτωση, αφού ο Κατσιμίρης θα καταφέρει (από το τίποτα - ή τελικά μετά από πολλή δουλειά και ταλέντο) να σε βάλει στη θέση και των τριών αδερφιών, καθώς προσπαθούν να «μοιράσουν» την ευθύνη της φροντίδας του ανεπιθύμητου πατέρα τους.

Οι σκέψεις τους, έτσι όπως εκτοξεύονται στον αέρα, πρώτα διακριτικά, κεκαλυμμένα, στη συνέχεια απροκάλυπτα, τελικά αληθινά, ξεσκεπάζουν ένα χάρτη μιας κοινωνίας που όχι μόνο δεν διαθέτει καμιά πυξίδα ανθρωπιάς αλλά πιστεύει πως πρέπει να χειροκροτηθεί και γι’ αυτό. Η τακτοποίηση ενός ανθρώπου γίνεται μια ακόμη τακτοποίηση ενός «θέματος», πριν επιστρέψουμε σπίτι, πάμε στους φίλους ή μετακομίσουμε στην εξοχή. Ο καθένας που προτείνει λύσεις γίνεται ο σωτήρας του επόμενου πεντάλεπτου, μέχρι τη θέση του να πάρει ο επόμενος με ακόμη μια στρώση από αποτρόπαια «αγάπη προς τον πλησίον».

Σίγουρος για τους ηθοποιούς του, αλλά κυρίως για τον τόνο με τον οποίο χτίζει την ένταση, τις ανατροπές (αν και λιγότερο) και το σασπένς, ο Κατσιμίρης αποστασιοποιείται από τη λογική του τελικά πιο ιμπρεσιονιστικού «Σπιρτοκούτου» για να δώσει τη δική του ρεαλιστική εκδοχή της κλειστοφοβικής (όχι μόνο λόγω των εσωτερικών χώρων) ατμόσφαιρας που κρύβεται και αναδύεται μέσα στις σημερινές οικογένειες. Σε μια δύσκολη ισορροπία ανάμεσα στο κλισέ, το γκροτέσκο, το διδακτικό και το αφελές, καταφέρνει με μικρά στραβοπατήματα να ισορροπήσει και να αποδώσει την πρόθεση του για μια μικρή ταινία με αντίκτυπο, φτιαγμένη με φτηνά μέσα και αχρείαστο, σε άλλο τόνο αισιόδοξο ή απαισιόδοξο (;) φινάλε, αλλά πληρωμένη υπόσχεση σκηνοθετικής πυγμής και ωρίμανσης με θεμέλια για το μέλλον.

Μανώλης Κρανάκης

μπάσταρδα

ΜΠΑΣΤΑΡΔΑ του Νίκου Πάστρα

Σκοτάδι, μπαρόκ χρώμα, υγρασία, σάλιο, χύσια και βαφή μαλλιών, αυτά είναι τα συστατικά της πρώτης μεγάλου μήκους ταινίας του Νίκου Πάστρα, που παίρνει τον Τζον Χιουζ και τον Αντρέι Ζουλάφσκι και τους αναγκάζει να ενωθούν σ' ένα ιδρωμένο σεντόνι, με τον Γκασπάρ Νοέ, τελετάρχη, να κρυφοκοιτάζει από την κλειδαρότρυπα. Αισθησιακό, αισθαντικό και μαζί εξαιρετικά αθώο ή/και αφελές, μια νεανική παγανιστική επανάσταση που ψάχνει την αιτία της.

Τα εν λόγω μπάσταρδα είναι δέκα παιδιά, πέντε αγόρια και πέντε κορίτσια, που εγκαθίστανται σ' ένα εξοχικό σπίτι, στη λαύρα του ελληνικού καλοκαιριού και ξεκινούν το παιχνίδι. Μονολογούν (και κοιτάζοντας την κάμερα), συζητούν, κάνουν σεξ, ανταγωνίζονται, φιλιούνται και βρίζονται, μέσα στη φούσκα αυτού του απομονωμένου σπιτιού που τους επιτρέπει, προσωρινά έστω, μια αυτάρκεια και μια ανεξαρτησία. Εκεί θα φτιάξουν τους δικούς τους νόμους (ή θα προσπαθήσουν να καταλάβουν τι θέλουν να νομοθετήσουν), θ' αποκηρύξουν την κοινωνία που τα γέννησε (ή θα προσπαθήσουν να στήσουν μια νέα, με μοναδικό κανόνα το χωρίς κανόνες), θα ζήσουν ελεύθεροι - και πάγια εξαρτημένοι.

Με πάθος που ξεχειλίζει από την κάθε λέξη και το κάθε πλάνο, με τον Mazoha να δίνει τον τόνο και τον διευθυντή φωτογραφίας, Πέτρο Νούσια, να δίνει το βελούδινο βάθος ή το καμμένο πρωινό φως, ο Πάστρας κάνει μια ταινία που είναι κι η ίδια ένα παιχνίδι παιδικό. Πεισματάρικη, φορσέ κατά στιγμές, πολυλογού κατ' άλλες, σέξι και δροσερή χωρίς προσπάθεια. Και μαζί, έντονα πολιτική, με μια ιδεολογία που, από τη μια πλευρά, στη σκέψη του «ενήλικα» μοιάζει να μην έχει κανένα υπόβαθρο παρά μια επιπόλαια απόρριψη των πάντων χωρίς ουσιαστικές προτάσεις, μια ετσιθελική αντίδραση που τραβάει τιμωρία (κι η τιμωρία έρχεται, φυσικά, στο έξαλλο φινάλε που φέρνει μαζί του την αφρόκρεμα της σύγχρονης ελληνικής υποκριτικής αλλά και μια τελεσίδικη σφραγίδα αντι-επικοινωνίας).

Κι από την άλλη, μια ιδεολογία τόσο ταυτισμένη με την ίδια της την κολλεκτιβίστικη κατασκευή, μ' ένα τόσο αυθεντικό «τίποτα» της generation z, που νιώθεις την ανάγκη να την προστατεύσεις μ' ένα ζακετάκι, να τη φυσήξεις να κρυώσει, να την κοιτάξεις λαίμαργα και να την κλείσεις σ' ένα συρταράκι να μη φωνάζει. Γιατί το σύμπαν που είναι ικανός να φτιάξει ο Νίκος Πάστρας κι η ομορφιά που μπορεί να μοιράσει δημιουργούν ακριβώς αυτή τη love/hate σχέση που κάνει το σινεμά του εθιστικό, εκνευριστικό, τελικά τρυφερό κι ερωτεύσιμο, σαν παιδί που θέλεις να παίξεις μαζί του, αλλά πρέπει να το στείλεις να κάνει τα μαθήματά του.

Λήδα Γαλανού

--------------

ΕΠΙΣΗΜΗ ΠΡΩΤΗ - ΣΥΝΕΧΕΙΑ

Τα Ανθη στα Ανθη

Τα Ανθη στα Ανθη του Γιώργου Αθανασίου

Ο Κωνσταντίνος φεύγει στο εξωτερικό. Την τελευταία του μέρα συναντιέται με τη Σοφία στο πάρκο. Η Σοφία είναι εκείνη η κοπέλα που «ποτέ δεν έγινε κάτι, ενώ κάλλιστα θα μπορούσε…» Το timing ήταν όλο λάθος, πάντα συναντιόντουσαν σαν φίλοι, δεν είχαν καταφέρει να συνδεθούν βαθιά και ουσιαστικά. Εκείνο το απόγευμα αποφασίζουν να παίξουν ένα παιχνίδι - μέχρι να βραδιάσει κι ο Κωνσταντίνος να πρέπει να μπει στο Express για το αεροδρόμιο. Θα τα πουν όλα. Οσα δεν κατάφεραν να πουν ποτέ. Οσα πάντα έλεγαν ότι θα πουν, αλλά δεν είπαν. Εκείνη την μέρα θα γνωριστούν.

Και τα λένε όλα: ποια ήταν η πιο εξευτελιστική στιγμή της ζωής τους, τι ήταν το πιο απρόοπτο που τους έχει συμβεί στο δρόμο, πώς θα περνούσαν την τελευταία μέρα τους στη γη; Τι σημαίνει έρωτας, τέχνη, ζωή, θάνατος, Θεός; Τι θα αγόραζε ο Μάρκος Βαμβακάρης αν έμπαινε σήμερα στον Σκλαβενίτη;

Ο πρωτοεμφανιζόμενος Γιώργος Αθανασίου βάζει τους ήρωες του σε μία γνωστή συνθήκη: από τα walking-and-talking αμερικανικά indie των 90ς, μέχρι την “Before” τριλογία του Λινκλέιτερ, αλλά και τα περσινά «Μαγνητικά Πεδία» του Γιώργου Γούση, αρκετοί σκηνοθέτες πειραματίστηκαν με την ιδέα ζευγαριών που γεννιούνται μέσα από το εύρημα μίας «αυθόρμητης φλυαρίας», στην οποία εμείς οι θεατές γινόμαστε κρυφοί παρατηρητές. Μία πειραματική πολυλογία, άλλοτε scripted, άλλοτε παρορμητικά αυτοσχεδιαστική.

Το πρόβλημα σε αυτές τις περιπτώσεις είναι πάντα το άνισο αποτέλεσμα. Μετά από ώρες υλικού, τι κρατάς που να έχει ενδιαφέρον, φρεσκάδα, γοητευτική αμεσότητα, χιούμορ, συγκίνηση. Και τι δεν λειτουργεί. Τι προδίδει την κατασκευή - πότε η άσκηση των ηθοποιών φανερώνει τον εξαναγκασμό της, πότε οι αμηχανίες δεν επιτρέπονται (όπως στη ζωή), αλλά καλύπτονται βιαστικά, «υποχρεωτικά» με τον επόμενο αυτοσχεδιασμό.

Στην περίπτωση του Κωνσταντίνου (Κωνιού) και της Σοφίας (Ιωάννου) τα πράγματα είναι μοιρασμένα. Ο Αθανασίου επιλέγει 4-5 τοποθεσίες μέσα στο πάρκο. Τους πλαισιώνει σε όμορφα κάδρα, τους φωτίζει σε λαμπερό ασπρόμαυρο. Και τους αφήνει ελεύθερους. Μετά μοντάρει το αποτέλεσμα, μιξάροντας τις συζητήσεις από το ένα location στο άλλο.

Ο Κωνιός είναι ταλαντούχος και τολμηρός - αρπάζει την (όποια) ιδέα και παίρνει φωτιά. Η Ιωάννου είναι πιο συγκρατημένη, η ιδιοσυγκρασία της πιο εσωτερική, μοιάζει με όμορφο, απρόσιτο κύκνο της λίμνης του πάρκου.

Το αποτέλεσμα δεν είναι απόλυτα επιτυχημένο. Βγάζει όμως μία άγουρη τρυφερότητα που ίσως να ήταν και το ζητούμενο.

Αλλωστε, τα άνθη (τα νιάτα) δεν συζητούν ούτε σοφά, ούτε ισορροπημένα. Βλέπουν τη ζωή μέσα από την τρέλα, μία απείθαρχη διαλογική αμφισβήτησης, μέσα από πλάκα, πρόκληση, χαβαλέ. Μέσα από την ξερολίαση των χρόνων τους.

Οπως ακριβώς και οι πρώτες ταινίες: μπορεί να μην ανθίζουν στο τέλειο λουλούδι. Αλλά μπορείς να μυρίσεις την υπόσχεση του μίσχου τους.

Πόλυ Λυκούργου

θολή γραμμή

Θολή Γραμμή του Μένιου Καραγιάννη

Ενα αγόρι κι ένα κορίτσι προσπαθούν να βρουν «τι είναι αυτό που το λένε αγάπη», σε μια εικονογράφηση που προσπαθεί να αποτυπώσει τον κατακερματισμό των σκέψεων, των αισθήσεων, των αντιθέσεων και των συνθέσεων που φέρνουν δυο ανθρώπους από μακριά… πιο κοντά.

Οι συναντήσεις τους και οι μοναχικές τους στιγμές, λόγια που δεν ολοκληρώνονται και άλλα που εκστομίζονται σαν απλή πρόζα, θυμοί και αγάπες, καθημερινότητες και μνήμες, τραγούδια και α καπέλα ρίμες, όλα μοιάζουν σαν σκηνές από μια σχέση που δεν την βλέπουμε ποτέ ολόκληρη, παρά μόνο κομματιασμένη, στις κρίσεις της και στις ήρεμες στιγμές της, στο τέλος της ή τελικά στην αρχή της.

Περνώντας (πιο) οριστικά στη μυθοπλασία, μετά από μια μακρά, ακριβή στο βλέμμα και την παρατήρηση περίοδο τεκμηρίωσης, ο Μένιος Καραγιάννης («Σκάπετα», «Το Αλογο που Είμαι», «Η Μουσική των Πραγμάτων») καταπιάνεται με μια αφήγηση που προσπαθεί να ακυρώσει και την ίδια της την έννοια της κατασκευής αλλά και της πραγματικότητας που μπορεί τελικά να μην συμβαίνει ή να μην έχει συμβεί ποτέ, παρά μόνο μέσα στο ανθρώπινο μυαλό.

Η «Θολή Γραμμή» αλλάζει χώρους, διαθέσεις, μουσική και ένταση ανάλογα με την εικόνα που βλέπουμε, σε έναν σχετικά ενιαίο τόνο που προσπαθεί να συντονιστεί με την (ψυχαναλυτική) κοινή εμπειρία όλων όσων κάποια στιγμή υπήρξαν έστω και για λίγο μαζί με κάποιον άλλον και όσων κάποια στιγμή θέλησαν να φύγουν από εκεί που ήταν «σπίτι» τους.

Τα ψήγματα της «αλήθειας» που κρύβει όμως αυτό το παιχνίδι ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη φαντασία (ή μάλλον καλύτερα το φαντασιακό) δεν είναι αρκετά για να νετάρουν ούτε στο ελάχιστο την τελικά κυριολεκτικά θολή γραμμή που σχεδιάζει σε λευκό καμβά ο Μένιος Καραγιάννης μέχρι και το φινάλε.

Λόγια, εικόνες, μουσικές και ήχοι διαδέχονται το ένα το άλλο σε μια συρραφή μικρών ή μεγαλύτερη σκηνών που δεν εξελίσσονται, που δεν λειτουργούν πάντα με τον τρόπο που νιώθεις ότι έχουν δουλευτεί, που δεν δημιουργούν σίγουρα το ηχητικό σύμπαν που φιλοδοξεί να μοιάζει σαν το «καρδιογράφημα» (αποτελούμενο από ηχητικά παράσιτα, λαϊκά όργανα, μουσική, ήχους της φύσης και ανθρώπινες κραυγές…) μιας σχέσης, αλλά το σημαντικότερο, δεν φτάνουν ποτέ εκεί που προορίζονται: στο να προκαλέσουν το ανθρώπινο συναίσθημα.

Κάπου ανάμεσα στην επιτήδευση και τη βαρύγδουπη (θεατρική) διάθεση που βαραίνει ακόμη περισσότερο η ακατανόητη επιλογή συγκεκριμένων σκηνών (συν η «υστερική» ευκολία των συναντήσεων του αγοριού με τη μητέρα του και του κοριτσιού με τον πατέρα του στις χειρότερες στιγμές της ταινίας), ο Ομηρος Πουλάκης και η Ηλιάνα Μαυρομάτη προσπαθούν να δώσουν νόημα στο σύμπαν που έχουν πέσει ως σύμβολα δύο ερωτευμένων ανθρώπων που δεν μπορούν να είναι μαζί. Θύματα κι αυτοί, όμως, μιας ασυνεπούς και ασυνεχούς ποιητικότητας που τους κρατάει στην επιτήδευση κάθε φορά που αυτοί είναι έτοιμοι να σου μιλήσουν στην καρδιά.

Μανώλης Κρανάκης


καθαρτήριο Καθαρτήριο του Βασίλη Μαζωμένου

Αθήνα, τώρα, επτά ιστορίες ανθρώπων, με έναν ξεχωριστό, υπονομευτικό τίτλο η καθεμιά. Ο Covid 19 ως σατανάς. Η ανήλικη πόρνη που διαμαρτύρεται στον νταβατζή της: τον πατέρα της. Τα αποκαΐδια μιας επίθεσης με μολότοφ. Το οδοιπορικό ενός ηλικιωμένου με άνια και μιας φιλότιμης, ίσως, αστυνομικού. Ενα ζευγάρι που αναζητά τον έρωτά του, ένας τσακωμός με το στερεότυπο δημοσίου υπαλλήλου, μια απρόσμενη απαγωγή.

Ο Βασίλης Μαζωμένος έχει τον δικό του τρόπο να κάνει σινεμά, το δικό του κινηματογραφικό ύφος - κι η νέα του ταινία δεν ξεστρατίζει. Μονολεκτικός, βαρυσήμαντος τίτλος. «Νυχτερινό» αστικό τοπίο, ανεξαρτήτως ώρας της ημέρας, street ατμόσφαιρα, αντανακλάσεις σε τζάμια. Χρήση φυσικών χώρων, περίπου όπως είναι, πράγμα που κατεβάζει και το κόστος παραγωγής: το diy κι η αποτύπωση τής χωρίς παρεμβάσεις πραγματικότητας είναι χαρακτηριστικό των ταινιών του.

Και ένα σενάριο γραμμένο με σοβαρότητα, με οργή ακόμα, αλλά τόσο ξύλινο, με διαλόγους τόσο μη φυσικούς, που αγγίζουν τα όρια της παρωδίας. Κι όμως, μέσα σ' αυτή τη σχεδόν γραφική δημιουργία, κάτι διατυπώνεται για το σήμερα, για το cancel culture, για τα λαϊκά δικαστήρια, για τις εύκολες κρίσεις που, έστω και με εικόνες αφόρητες και συζητήσεις μπανάλ, η καρδιά της αγγίζει μια χορδή ευαισθησίας. Κι αν την περιορίζαμε σε μια μόνο από τις επτά ιστορίες, αυτή της αστυνομικού Μαρίας Ζορμπά, θα μιλούσαμε και για ένα (μικρού μήκους, έστω), φιλμ που αγγίζει και τα μάτια και τη συνείδηση.

Λήδα Γαλανού


a night at the theater

Μια Νύχτα στο Θέατρο του Σωτήρη Σταμάτη

Ενας άντρας βρίσκεται μέσα σε ένα άδειο θέατρο στη Θεσσαλονίκη. Απ’ έξω ακούγονται σειρήνες από περιπολικά, ταραχές. Μια γυναίκα χτυπάει την πόρτα και ζητάει βοήθεια. Μπαίνει μέσα. Αρχίζει να ρωτάει, ζητάει να μάθει, μεταφέρει ειδήσεις από τον έξω κόσμο, βρίσκει καταφύγιο.

«Η Αθήνα κάηκε. Οι Τούρκοι κατέλαβαν τη Λέσβο και τα Δωδεκάνησα. Η υπόλοιπη Ελλάδα βρίσκεται υπό στρατιωτικό νόμο», του λέει. Ο άντρας δείχνει αποκομμένος από όσα κοσμογονικά συμβαίνουν εκεί έξω, αλλά και από όσα συμβαίνουν μέσα (του). Μοιάζει να μην έχει άποψη, αλλά σταδιακά δείχνει ενήμερος για όλα. Η γυναίκα μοιάζει έντονα πολιτικοποιημένη, κοινωνικά ενεργή, αλλά σταδιακά θα μπερδευτεί, θα μετακινηθεί από τις ιδέες και την ιδεολογία της. Ανάμεσα στους δύο ξεκινά ένα παιχνίδι γνωριμίας. Είναι αντίθετοι. Και ίδιοι. Διαφωνούν (ή συμφωνουν;) σε όλα. Κυρίως γιατί μιλούν για όλα: από το τέλος του κόσμου μέχρι τις περικοπές στους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων και την πολιτικοποίηση του εγκλήματος και από το Netflix μέχρι τον Χριστόφορο Παπακαλιάτη και την κλίκα των κριτικών κινηματογράφου που λυμαίνονται τις επιδοτήσεις.

Εκπρόσωποι (τελευταίοι στη Γη ή πρωτόπλαστοι από την αρχή;) της γενιάς της κρίσης των 2010s και του τελικού χτυπήματος που (ίσως) ήταν η πανδημία του κορονοϊού, ο Οδυσσέας και η Αθηνά μετρούν αντίστροφα τα 100 χρόνια από την Επανάσταστη του 2021, έχοντας βρει καταφύγιο σε ένα χώρο τέχνης, καθώς ένα πραξικόπημα έρχεται να αφανίσει τα πάντα - το παρελθόν, το παρόν και κυρίως το μέλλον τους. Ή μήπως όχι;

Πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Σωτήρη Σταμάτη, το «Μια Νύχτα στο Θέατρο» είναι το εντελώς αντίθετο από την υπόσχεση που δίνει όταν κάποιος διαβάζει ή ακούει την υπόθεση του.

Γυρισμένο με τα βασικά, σε ένα χώρο, με δύο ηθοποιούς, (υπό ή υπέρ) φωτισμένο, χωρίς πάντως σαφή αισθητικό (και μάλλον μια έντονη ροπή προς κάτι παλιομοδίτικο) προσανατολισμό και μονταρισμένο ή μάλλον μη μονταρισμένο, φιλοδοξεί και προσπαθεί να είναι ένα κομμάτι μια θεατρικής «πραγματικότητας» που τη βλέπεις να σκηνοθετείται ακριβώς τη στιγμή που συμβαίνει Ηθελημένα ή όχι, ο Σταμάτης αρνείται οποιαδήποτε απόπειρα κάποιας υποτυπώδους ατμόσφαιρας που θα ταίριαζε με το δυστοπικό σύμπαν που κρατά απ’ έξω από το κέντρο της δράσης, ενώ η φλυαρία των δύο ηρώων (εκτός από το γεγονός ότι θυμίζει κουβέντα στα σχόλια ενός ποστ στα κοινωνικά δίκτυα) μοιάζει σαν να βρίσκεται διαρκώς σε ένα πρώτo draft που έπρεπε να δουλευτεί και να ξαναδουλευτεί και να ξαναδουλευτεί πριν η κάμερα ξεκινήσει να γράφει.

Πολύ σύντομα μέσα σε αυτή τη… νύχτα στο θέατρο, δεν υπάρχει τίποτα (ούτε καν η υποψία μιας... αποκάλυψης) που να σε κρατάει όχι στην άκρη, ούτε στην ίδια την καρέκλα σου, εκτός ίσως από τη φιλότιμη (αν και εντελώς ξεκούρδιστη και πομπώδη και επιτηδευμένη) υποκριτική αντιπαράθεση του Ανδρέα Κωνσταντίνου και της Ρέας Σαμαροπούλου, σε μια «παράσταση» που ο δημιουργός της, ας οικτίρει όσο θέλει την κριτική, θα έπρεπε όμως να γνωρίζει καλύτερα τις αρετές της αυτοκριτικής.

Μανώλης Κρανάκης


φαντάσματα της επανάστασης θάνος αναστόπουλος

Φαντάσματα της Επανάστασης του Θάνου Αναστόπουλου

Ένας Έλληνας σκηνοθέτης έχει μία φιλόδοξη ιδέα: θα γυρίσει μία υβριδική ταινία (ένα δραματοποιημένο ντοκιμαντέρ) για τον Ρήγα Φεραίο - την επαναστατική του φλόγα, αλλά και την προδοσία που οδήγησε στη σύλληψη του στην Τεργέστη και τη βάρβαρη δολοφονία του στο Βελιγράδι. Όσο το συνεργείο του στήνει κάμερες και φώτα στο ελληνορθόδοξο κοιμητήριο της Τεργέστης, 5 φαντάσματα της εποχής της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 ξυπνούν από τους τάφους τους: ο πλούσιος Αρκάδας έμπορος Δημήτριος Καρυτσιώτης, ιδιοκτήτης του Palazzo Carciotti (που εγκατελειμένο πλέον το βλέπει να μετατρέπεται σε διαμερίσματα), ένας ρομαντικός νεαρός ναύτης που αδημονεί να ξαναμπαρκάρει και να ξαναπολεμήσει, ένας φτωχός αλκοολικός λιμενεργάτης (παρατηρητής της Ιστορίας κι αντικείμενο εκμετάλλευσης όποιος κι αν ήταν στην εξουσία), ένας κομπογιαννίτης ταχυδακτυλουργός (από αυτούς που, ιστορικά, πάντα υπάρχουν για “να σου δείξουν που να κοιτάξεις”, ενώ ρίχνουν παραπετάσματα καπνού εκεί που όντως πρέπει να κοιτάξεις) και μία αμίλητη, θλιμμένη αρχοντοπούλα, η Ελευθερία. Μια κοπέλα που αέναα περιμένει έναν ήρωα να επιστρέψει. Ή, κάποιον επιτέλους να κάνει κάτι.

Τα φαντάσματα θα περιηγηθούν στην Τεργέστη του σήμερα, παρατηρώντας την εξέλιξη μας, σιωπηλά αξιολογώντας τη θυσία τους. Παράλληλα και ο σκηνοθέτης περιπλανιέται στους δρόμους και ψάχνει το θέμα του: είναι μόνο ο Ρήγας Φεραίος; Είναι η ταυτότητα του ελληνισμού; Είναι αυτή του μετανάστη σε μια Ευρώπη που τον απαξιώνει;

Είναι ξεκάθαρο ότι ο Νίκος Γεωργάκης ερμηνεύει το alter ego του Θάνου Αναστόπουλου. Γιατί κι ο ίδιος, μπορεί να πήρε αφορμή από τα 200 χρόνια από την ελληνική επανάσταση για να φτιάξει μία υβριδική ταινία (και σύγχρονη και εποχής), αλλά ξεκάθαρα μιλάει για το σήμερα. Ο Αναστόπουλος (ο οποίος μένει και εργάζεται στην Τεργέστη, μία πόλη με ιστορική ελληνική ρίζα) είναι που αναρωτιέται για την ελληνική ταυτότητα - παρουσιάζοντας με χιούμορ, αλλά και πίκρα, Έλληνες δεύτερης και τρίτης γενιάς που δεν γνωρίζουν τον Ρήγα Φεραίο. Αυτός είναι που κοιτά, με ειρωνία, μία άλλη κατακτητική επέλαση που συμβαίνει ύπουλα στις μέρες μας: τα σπίτια μας που ξεπουλιούνται σε Γάλλους, Άγγλους, Γερμανούς για να τα ανακαινίσουν σε Airbnb. Ο Αναστόπουλος βάζει τους αγίους να τσακώνονται: τον (Σέρβο) Άγιο Σπυρίδωνα και τον (Έλληνα) Άγιο Νικόλαο για το ποιος είναι ο πραγματικός ορθόδοξος ναός. Εκείνος κάθεται στο παγκάκι και μοιράζεται ένα τσιγάρο με τον άστεγο Κροάτη-Σέρβο (υπέροχος ο Ράντε Σερμπέτζια στο ρόλο), ο οποίος είναι από τους λίγους που θα μιλήσει ξεκάθαρα και σοφά για τα Βαλκάνια ως πολιτικά πιόνια στα χέρια των ισχυρών, ενώ οι λαοί δεν έχουν τίποτα να χωρίσουν. Κι ο Αναστόπουλος στήνει φιξιόν σεκάνς δεξίωσης στο Palazzo Carciotti, όπου η Ελευθερία γίνεται αντικείμενο διεκδίκησης από πλούσιους, ευγενείς, διπλωμάτες, στρατηγούς, Ελληνες και ξένους. Τι πραγματικά παίχτηκε ώστε να ελευθερωθεί η Ελλάδα το 1821; Ήταν ήρωες σαν τον Ρήγα Φεραίο; Ή μια τυχαία κανονιά σε αιγυπτιακό πλοίο;

Κατακτητές και πολιορκημένοι, αγνοί επαναστάτες και προδότες, νικητές και ηττημένοι υπάρχουν πάντα σε μια Ιστορία που κάνει κύκλους. Όπως και πανδημίες που χτυπούν την ανθρωπότητα. Κι αυτοί που κερδίζουν πάντα είναι όσοι κρατούν το χρήμα και το σύστημα από τα κέρατα. Απλώς, μέσα στους αιώνες, αλλάζουν ενδυματολογικά και φέρουν άλλα ονόματα.

Η μεγαλύτερη επιτυχία της ταινίας είναι ο χιουμοριστικός της τόνος. Ο Αναστόπουλος δεν παίρνει τον εαυτό του στα σοβαρά, ούτε ισχυρίζεται ότι έχει τις απαντήσεις. Περιπλανιέται κι εκείνος με τα φαντάσματα του. Τους κινηματογραφεί κωμικά (ο Αινείας Τσαμάτης ερμηνεύει το ρόλο του γενναίου ναύτη με τη σωματική παρωδία γελωτοποιού), τους επιτρέπει να κοιτάζουν τον μοντέρνο κόσμο σαν επική φάρσα, αλλά κι εμάς να τους κοιτάζουμε λοξά - κι όχι σαν σοβαροφανή σύμβολα ενός βαρύγδουπου μηνύματος. Κι όμως, όσα αγγίζει, συζητά, διερωτάται είναι απολύτως κρίσιμα. Θα μπορούσε σήμερα, μια εποχή που και πάλι «τρώμε μαύρο ψωμί», να γίνει μία εξέγερση; Πώς θα χαρακτηριζόταν στην εποχή μας ένας Ρήγας Φεραίος που τύπωνε προκηρύξεις για την επανάσταση: ήρωας, ή μαυροντυμένος τρομοκράτης που πηδάει στις ταράτσες των Εξαρχείων και πετάει τρικάκια; Θα διεκδικούσε κανείς αυτή την ταλαίπωρη κόρη, που συνεχώς κοιτά το φακό και μάς γνέφει, την Ελευθερία; Τα φαντάσματα κοιμούνται στα νεκροταφεία ή εμείς είμαστε σε λήθαργο;

Δε θα το κρύψουμε: το ρεαλιστικό σινεμά του Αναστόπουλου( «Η Κόρη», «Διόρθωση») είναι το αγαπημένο μας. Εδώ μοιάζει να θέλει να επανεπισκεφτεί και να ξανακουβαλήσει στις πλάτες του «Όλο το Βάρος του Κόσμου». Ωριμότερος, διαυγέστερος, οξυδερκής, κινηματογραφεί κι οργανώνει το πολυπληθές σουρεαλιστικό του σύμπαν πολύ πιο άρτια, πολύ πιο γοητευτικά και με σωστή θερμοκρασία. Οι σκηνές αναχρονισμού έχουν μεγάλο ενδιαφέρον κι ο διευθυντής φωτογραφίας Ηλίας Αδάμης φωτίζει και κινηματογραφεί την Τεργέστη με μαεστρία, σαν ένα τεράστιο μυθικό σκηνικό - το παλιό με το καινούργιο παντρεύονται οργανικά, εξυπηρετώντας ουσιαστικά αυτή την πολιτική αλληγορία.

Πάνω από όλα, και παρόλο τον σαρκασμό και την διαπεραστική του ματιά, ο Αναστόπουλος κοιτά τον Έλληνα με τρυφερότητα. Δεν τον διορθώνει. Δεν τον κρίνει. Δεν του κουνάει το δάχτυλο. Απλώς βάζει το παρελθόν με το παρόν στην ίδια βάρκα. Και του ζητάει να κοιτάξει τον ορίζοντα, το μέλλον. Θα ακολουθήσει με αρετή και τόλμη (κάνοντας κουπί έστω) το κορίτσι που επιτέλους χαμογέλασε;

Πόλυ Λυκούργου


ΞΕΠΕΡΝΩΝΤΑΣ ΤΑ ΣΥΝΟΡΑ | Τέσσερις ταινίες ελληνικού ενδιαφέροντος, γυρισμένες εκατέρωθεν των συνόρων της ελληνικής επικράτειας.

Cavewoman

Cavewoman του Σπύρου Σταθουλόπουλου

Μια νεαρή γυναίκα, μαθημένη στη βία και στην αυταπάρνηση, ορκίζεται εκδίκηση: έχει δει τη μητέρα της και τον εραστή αυτής να δολοφονούν τον πατέρα της. Σύμμαχός της ο αδελφός της. Μαζί, οι δυο (αφότου εκείνος επιστρέψει από την εξορία και της φανερωθεί, πρώτα, με άλλη ταυτότητα), θα καταστρώσουν σχέδιο και θα απαιτήσουν αίμα για να εξιλεωθούν οι αμαρτίες των γονέων και των τέκνων.

Αν η ιστορία μοιάζει γνώριμη, πράγματι είναι: ο Σπύρος Σταθουλόπουλος διασκευάζει την Ηλέκτρα του Ευριπίδη, εφαρμόζοντας τα δυο χαρακτηριστικά που έχουμε μάθει ν' αναγνωρίζουμε από το ως τώρα έργο του, τη συναρπαστική άσκηση ύφους με το αγωνιώδες μονοπλάνο του «PVC-1» και την πνευματικότητα, την αναμέτρηση με το Θείο των «Μετεώρων». Ως εδώ καλά. Από εδώ και πέρα, όχι τόσο.

Ο Σταθουλόπουλος εφαρμόζει στην ταινία του μια σειρά από έντονες επιλογές, τις οποίες, ωστόσο, δεν μπορεί να κάνει λειτουργικές. Κατ' αρχάς, τοποθετεί τη (μη) δράση στο πεδίο της Αντίστασης στην Κρήτη την εποχή της ναζιστικής κατοχής. Αρα οι Τρώες γίνονται οι σύγχρονοι φασίστες σε μια, ίσως, υπεραπλουστευμένη απεικόνιση του σημερινού Κακού;

Σ' αυτό το σύμπαν ζει η Κόρη, η Αγγελική Παπούλια, η οποία στην κυριολεξία στηρίζει ολόκληρη την ταινία. Το φιλμ εξελίσσεται μόνο πάνω σε και μέσα από το πρόσωπό της, το οποίο η κάμερα παρακολουθεί αδιάλειπτα. Οι γύρω ήρωες, τα γύρω γεγονότα, αποτυπώνονται μόνο ως ήχοι, σκιές κι αντιδράσεις στα μάτια και την εύθραυστη μορφή της ηρωίδας (ο - για πάντα «Trainspotting» - Γιούαν Μπρέμνερ δίνει φωνή στον Αδελφό, η Ρένη Πιττακή στη Μητέρα). Η Παπούλια ενσαρκώνει τη σύγχρονη Ηλέκτρα της αντίστασης, της γυναικείας αυτοδιάθεσης, της τιμωρίας και της βίας, με μια ερμηνεία άνιση. Κατά στιγμές εκπληκτικά εκφραστική και πολύπλοκη, κατ' άλλες κωμική καθώς ορμά στην εκδίκηση, ξεμαλλιασμένη, ντυμένη με φυσεκλίκια και κραδαίνοντας το όπλο της.

Το διαχρονικό, μεταφυσικό στοιχείο που συνδέει τις εποχές, τα υπαρξιακά ερωτήματα, τη θρησκεία, το έγκλημα, τους αρχέγονους πολιτισμούς (κι οι Μαορί έχουν τη συμμετοχή τους εδώ) και την αρχαία τραγωδία προσφέρει υλικό συγκλονιστικής έντασης, συνδυασμένο με μια πηγαία κραυγή του άδικου. Κι όμως και παρά την συμμαζεμένη διάρκειά της, η ταινία ξετυλίγεται άνευρα, μονότονα, κουραστικά: μια επίφαση πνευματικότητας, που ενώνει, σαν πίνακας, το δέρμα με το χώμα και γεμίζει το φιλμ αργά, εξαιρετικά κοντινά, πλάνα, δεν είναι αρκετή για να χτίσει ένα αληθινό δράμα ή, έστω, μια αποτελεσματική ταινία δράσης. Κι έτσι η ταινία παραμένει μια ωραία ιδέα με αδύναμη σκηνοθεσία κι η Cavewoman απεκδύεται την Ηλέκτρα κι αναζητά, ίσως, ένα λιγότερο επιτηδευμένο, πιο ουσιαστικό κείμενο για να εκφράσει την οργή της.

Λήδα Γαλανού


Iman

Iman των Κόριννα Αβρααμίδου, Κυριάκου Τοφαρίδη

Η Ιμάν καταφθάνει στην έρημο, φοράει την μπούρκα και με απόλυτη μυστικότητα μεταφέρεται στο στρατόπεδο των εξτρεμιστών μουτζαχεντίν. Μια νέα κοπέλα που έχει αποφασίσει να ριζοσπαστικοποιηθεί και να υπηρετήσει τον Αλλάχ και τους μαχητές Τζιχαντιστές. Η Μισέλ, ένα έφηβο κορίτσι, μοναχικό κι αντιδραστικό, ερωτεύεται τον σκληροτράχηλο Άγγελο. Βίαιος, κακοποιητικός και με μία κρυφή πολιτική δράση, όμως αρκετά γοητευτικός για μία 17χρονη που κάνει την προσωπική της επανάσταση. Ο Αμπντάλα, ένας άραβας πολιτικός μηχανικός μεγαλωμένος στην Κύπρο, ζει μία ευτυχισμένη ζωή. Παντρεμένος με την όμορφη κόρη του ιδιοκτήτη της κατασκευαστικής εταιρίας, έχουν την μικρή Αλίνα και περιμένουν και ένα δεύτερο παιδί. Μέχρι που όλα καταρρέουν - μαζί με το κτίριο που κατασκεύασαν για να στεγάσει μετανάστες, σκοτώνοντας 7 άτομα, 3 από αυτά μικρά παιδιά. Τι κι αν ο Αμπντάλα είχε προειδοποιήσει τον πεθερό του για τα σκάρτα υλικά που χρησιμοποίησαν για οικονομία. Η δική του υπογραφή είναι στα συμβόλαια.

Οι Κόριννα Αβρααμίδου («Ο Τελευταίος Γυρισμός») κι ο Κυριάκος Τοφαρίδης («Block 12») μάς βάζουν να παρακολουθούμε αυτές τις τρεις ιστορίες παράλληλα - μέχρι το τέλος να ενώσει όλους τους ήρωες σε μία κοινή μοίρα.

Το σενάριο του «Iman» είχε αποσπάσει το πρώτο βραβείο στον Πανελλήνιο Διαγωνισμό Σεναρίου των Ελλήνων Σεναριογράφων το 2018. Πράγματι, πρόκειται για μία έξυπνη ιδέα που καλείται να εξετάσει πόσο σύνθετη είναι η σύγχρονη κοινωνική και πολιτική μας πραγματικότητα. Πόσο πιο κοντά βρισκόμαστε στην Ανατολή από όσο νομίζουμε. Πόσο μάς αφορούν και μάς αγγίζουν τα θέματα της διαφθοράς, του μεταναστευτικού, αλλά κι ακόμα η τρομοκρατική δράση γύρω από την Μεσόγειο που φλέγεται.

Κινηματογραφικά όμως, η δράση μοιάζει να χαρακτηρίζεται από μία σεναριακή υπερβολή. Σαν να πρέπει να στριμωχτούν σε χαρακτήρες όλα τα σχήματα που οι σεναριογράφοι ήθελαν να θίξουν - κι αυτό κάνει τους ήρωες λιγότερο αληθινούς και περισσότερο σύμβολα. Ο Αγγελος παραείναι «κακός», του λείπει μία ανθρώπινη στιγμή που θα μπορούσε να δικαιολογήσει τη γοητεία του. Στην Μισέλ συμβαίνουν όλα τα αρνητικά που μπορούν να συμβούν σε μία έφηβη. Η Ιμάν πρέπει να ωριμάσει και να βρει τρυφερότητα μέσα από μία αντισυμβατική σεξουαλική εμπειρία. Κι ο Αμπντάλα (παρόλη την υπέροχη ερμηνεία του Αντρέα Τσέλεπου) μοιάζει να υπηρετεί την σεναριακή ανατροπή, περισσότερο από την πιστευτή εξέλιξη του ήρωα του.

Αυτό συνήθως είναι και η παγίδα μίας σπονδυλωτής ταινίας με ensemble cast. Μπορεί, σκηνοθετικά, το «Iman» να έχει ατμόσφαιρα και ρυθμό, όμως στο τέλος δεν δίνει χρόνο στους ήρωες, στιγμές που να τους εμβαθύνουν. Η αφήγηση περνά επιδερμικά από τις ιστορίες τους υπηρετώντας την κορύφωση κι αυτό κάνει το αποτέλεσμα να μοιάζει περισσότερο με σαπουνόπερα, παρά με την κινηματογραφική υπόσχεση με την οποία ξεκινούσε.

Πόλυ Λυκούργου


ioanna

Ioanna του Αλμπρεχτ Χίρκε

Η Ιωάννα έχει μια όψη αγαθή, ένα κορμί ζουμερό, μια προαίρεση παιδική. Τη συναντάμε σ' ένα κυκλαδονήσι, όπου καθαρίζει ψάρια, ζει με τους λίγους μόνιμους κατοίκους, με τη φίλη της Μαρία που είναι οργισμένη με όλους τους άντρες (που το σπέρμα τους είναι χαλασμένο!) και με το όνειρό της. Να ξανασυναντήσει έναν παλιό της έρωτα, του οποίου το μόνο απομεινάρι είναι μια καρτ ποστάλ, ν' αγαπήσει και ν' αγαπηθεί, να κάνει ένα παιδί, να ξαναβρεί τα λόγια της γιατί η μελαγχολία τής τα έχει πάρει. Κι έτσι ξεκινά ένα ταξίδι, από την Ελλάδα ως την Πολωνία, με σκοπό ν' ανακαλύψει τον άντρα της ανάμνησής της, τον δικό της Μεγαλέξανδρο, κυρίως τη δική της φωνή.

Ο Γερμανός, θεατρικός περισσότερο, σκηνοθέτης, φτιάχνει ένα ασπρόμαυρο φιλμ βάζοντας την πάντα υπέροχη Ιωάννα Τσάμη στο κέντρο του. Κι εκεί περίπου τελειώνουν τα θαύματα στο σακούλι του. Η αναζήτηση της Ιωάννας δεν αποκτά ποτέ αρκετή ουσία ώστε ν' αφορά τον θεατή, οι συναντήσεις της, διαδοχικά, με διάφορους «characters» στη διαδρομή της, από την πειρατίνα ταξιτζού Λένα Κιτσοπούλου ως τον... Ομπάμα, μοιάζουν με κρύα αστεία, οι διάλογοι έχουν μια εκνευριστική επιτήδευση, ίσως ενός αποτυχημένου αυτοσχεδιασμού.

Το σύνολο φέρνει περισσότερο σε μια παρεΐστικη δοκιμαστική εμπειρία που θ' απολάμβαναν στην αίθουσα οι ίδιοι οι συντελεστές. Οπως λένε και οι ήρωες της ταινίας, Σκατά! Γιατί;

Λήδα Γαλανού


paris is in harlem

Το Παρίσι Είναι στο Χάρλεμ της Χριστίνας Κάλλας

Ο νόμος για τα καμπαρέ ή νόμος «No Dancing» επιβλήθηκε το 1926, κατά τη διάρκεια της Ποτοαπαγορευσης και απαγόρευε το χορό σε χώρους όπως μπαρ ή εστιατόρια ή καφέ που δεν είχαν άδεια καμπαρέ, δηλαδή συγκεκριμένες προδιαγραφές χωροταξίας, ασφαλείας και εργασίας. Στην πραγματικότητα, ο νόμος φτιάχτηκε και διατηρήθηκε μέχρι το… 2017, στην αρχή ως ένας μοχλός για την ανακοπή της λεγόμενης «Αναγέννησης του Χάρλεμ» και την παρεμπόδιση της μείξης λευκών και μαύρων στα τζαζ κλαμπ της εποχής. Την ίδια εποχή πολλοί μαύροι μουσικοί, προκειμένου να μπορέσουν να δημιουργήσουν αλλά και να… χορέψουν ελεύθερα έφυγαν για το Παρίσι, δημιουργώντας ένα μύθο που συνεχίζει να ακούγεται δυνατά ως και σήμερα.

Αυτήν την παράδοξη (και άγνωστη σε πολλούς) ιστορία, με τον νόμο να συντηρείται μέχρι πολύ πρόσφατα, ως δήθεν αποτρεπτικό της επικίνδυνης για τη «δημόσια ασφάλεια» διασκέδασης αλλά στην πραγματικότητα ως μια ακόμη στρώση θεσμικού ρατσισμού, παίρνει ως αφετηρία της η Χριστίνα Κάλλας στην τρίτη της ταινία μετά τα «The Rainbow Experiment»και «42 Seconds of Happiness») με τίτλο «Το Παρίσι στο Χάρλεμ», γραμμένη και σκηνοθετημένη σαν η απελευθερωτική δύναμη της free jazz να συναντά ένα αεικίνητο ψηφιδωτό ανθρώπων, ιδεών και ιδεολογιών στο ακριβώς σήμερα της Νέας Υόρκης.

Η ταινία ξεκινάει από το φινάλε της. Ή και όχι, αφού η Κάλλας «δοκιμάζεται» και «δοκιμάζει» πάνω στην έννοια του μέλλοντος που έχει ήδη υπάρξει ως παρόν ή και τελικά στην (ανθρώπινη) δύναμη της αλλαγής των μελλοντικών πεπραγμένων. Ενας πυροβολισμός σε ένα κλαμπ τη νύχτα του 2017 που ο νόμος για τα καμπαρέ θα πέρναγε πλέον στην ιστορία, ξετυλίγει το νήμα για να μας οδηγήσει στην αρχή μιας μέρας όπου ετερόκλητοι μεταξύ τους άνθρωποι θα διασχίσουν την πόλη και το θόρυβο της πριν καταλήξουν όλοι μαζί μάρτυρες μιας κοσμογονικής αλλαγής.

Από τον ιδιοκτήτη του μπαρ που θα βρεθεί αντιμέτωπος με περισσότερες από τις συνηθισμένες προκλήσεις μιας έτσι κι αλλιώς ιδιαίτερης ημέρας μέχρι έναν ινδοαμερικάνο καθηγητή που θα βρεθεί υπόλογος επειδή χρησιμοποίησε τη λέξη «nigger» στην τάξη, αναφερόμενος σε μια συγκεκριμένη σκηνή από ταινία του Σπάικ Λι και από την λευκή φεμινίστρια καθηγήτρια που κατηγορείται για σεξουαλική παρενόχληση μέχρι έναν οδηγό Uber που θα γίνει φύλακας άγγελος για μια γυναίκα που θέλει να δώσει τέλος στη ζωή της, αυτοί είναι μόνο λίγοι από τους ήρωες της ταινίας της Χριστίνα Κάλλας.

Όλοι τους θύτες και θύματα της ίδιας πολυπολιτισμικότητας που τους απελευθερώνει την ίδια στιγμή που τους περιορίζει. Ολοι τους θύτες και θύματα του ίδιου ιδεολογικού πολέμου γύρω από το ρατσισμό, την εξουσία, το politically correctness που καθώς βρίσκεται διαρκώς εν εξελίξει προκαλεί απρόβλεπτες παράπλευρες απώλειες. Ολοι τους εν δυνάμει ήρωες μιας ιστορίας που θα μπορούσε να αλλάξει τον κόσμο, όχι απαραίτητα προς το καλύτερο.

Η Κάλλας σκηνοθετεί στη διαπασών, χωρίζει την οθόνη σε δύο και τέσσερα κομμάτια, αφηγείται την ίδια σκηνή από διαφορετικές οπτικές γωνίες και «επιτίθεται» στον θεατή σαν να φτιάχνει έναν jazz αυτοσχεδιασμό που, όπως συμβαίνει συνήθως, με τον ίδιο τρόπο που μπορεί να σε παρασύρει με το ρυθμό του, είναι πιθανό να σε απωθήσει με την έντασή του. Αυτό συμβαίνει και με τους μεγάλους μονολόγους ή τις διαλογικές σκηνές που προσπαθούν να αναδείξουν τη σύγχυση γύρω από το woke culture, αλλά με τη σειρά τους προκαλούν μια νέα σύγχυση σε ένα κύκλο που είναι πιο ισχυρός στις χαμηλές του νότες και λιγότερο γοητευτικός στις ψηλές, με ήρωες και αποχρώσεις που χάνονται τελικά μέσα στην πληθωρική κατασκευή, ιδέες που ακυρώνονται από την υπεραναλυτική υπογράμμισή τους, αλλά και ένα φινάλε που θα σε κάνει σίγουρα να χαμογελάσεις - και ίσως να σε κανει και να χορέψεις.

Μανώλης Κρανάκης


ΜΙΑ ΔΕΥΤΕΡΗ ΜΑΤΙΑ | Στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου του 63ου ΦΚΘ θα προβληθούν τρεις ταινίες που έχουν ήδη πραγματοποιήσει ελληνική πρεμιέρα.

broadway

Broadway του Χρήστου Μασσαλά

Μετά από 15 χρόνια κρίσης, η Αθήνα είναι μια πόλη λαβωμένη. Μοιάζει να φορά ένα ξεθωριασμένο κοστούμι μίας πάλαι ποτέ ένδοξης ντίβας - δεύτερο χέρι, ξεφτισμένο, ξεβαμμένο. Στο κέντρο, χρεοκοπημένα μαγαζιά, κλειστά ρολά, εγκατελειμμένα θέατρα. Σ’ ένα από αυτά, το «Broadway» έχει βρει στέγη μία συμμορία από πορτοφολάδες. Ντόπιοι και ξένοι, στρέιτ και γκέι, γυναίκες και άντρες - απόκληρα, διαφορετικά πλάσματα που δεν τους δέχτηκε ποτέ, ή τους ξέρασε το σύστημα. Χαμένα παιδιά που βρήκαν κάπου να ανήκουν - έκαναν σπίτι τους τα ερειπωμένα παρασκήνια του λαμπερού πάρτυ μιας προηγούμενης γενιάς. Μια γενιάς που γλέντησε κι άφησε στα σημερινά παιδιά να υποστούν το χανγκόβερ.

Εκεί φέρνει ο ερωτοχτυπημένος Μάρκος την Νέλλυ - ένα κορίτσι που το έσκασε από το σπίτι της κι, εκδικητικά σχεδόν, έγινε στρίπερ. Θέλει να της γνωρίσει την Οικογένεια του. Να της ανοίξει την πόρτα του κόσμου του. Να τη βάλει στη δουλειά. Η ιδέα είναι η χορεύτρια Νέλλυ, ντυμένη με τα -ξεχασμένα να σκονίζονται στα καμαρίνια- φανταχτερά και σέξι κοστούμια του «Broadway» να δίνει παραστάσεις στο δρόμο, προσελκύοντας πλήθος περαστικών γύρω της που, όσο παρακολουθούν την περφόρμανς της, οι πορτοφολάδες της παρέας θα τους ξαφρίζουν.

Ο Μάρκος έχει στήσει το κόλπο σαν μία καλολαδωμένη μηχανή. Όμως πάντα κάπου, κάτι πάει στραβά. Και μια μέρα τον συλλαμβάνουν. Παράλληλα, ο Έλληνας αρχηγός της συμμορίας έχει περισυλλέξει και κρύψει στα υπόγεια του «Broadway» τον Γιόνας, έναν αγόρι που ξέρει πολλά - και για αυτό τον κυνηγάει να τον εξαφανίσει ο ισχυρότερος μαφιόζος του αθηναϊκού υπόκοσμου. Για να τον κρύψει, η Νέλλυ τον μεταμορφώνει σε γυναίκα, την «Μπάρμπαρα» κι εκείνη, αγνώριστη πια, ξεκινά τις περφόρμανς μαζί της. Γίνονται ντουέτο, γίνονται ζευγάρι. Η Νέλλυ προδίδει τον Μάρκο, κι ο Μάρκος όταν τον προδίδουν γίνεται θανάσιμα επικίνδυνος. Και τώρα που το «Broadway» δεν είναι πια καταφύγιο, αλλά φυλακή, υπάρχει έξοδος κινδύνου;

Ο Χρήστος Μασσαλάς («Copa-Loca») κάνει το σκηνοθετικό του ντεμπούτο στη μεγάλου μήκους με μία ωραία ιδέα και μια φιλόδοξη ταινία. Σκηνοθετικά, διαθέτει ένα φρέσκο, σύγχρονο βλέμμα, camp αλλά καθόλου φολκλόρ, ενώ παράλληλα ξέρει να στήνει ατμόσφαιρα (συντελεί και το πρωτότυπο, υπέροχο μουσικό σκορ του Γκάμπριελ Γιάρεντ), να δημιουργεί σασπένς και, πάνω από όλα, να κατασκευάζει έναν ολόδικο του κόσμο από σκιές, φως, παγέτες, φτερά, πούπουλα, κόκκινα κραγιόν, σκισμένες ταπετσαρίες, μαϊμούδες, κατσαρίδες, αίμα, πάθος, ενοχές, εκδίκηση. Έναν κόσμο, που (κυριολεκτικά, συμβολικά και ψυχογεωγραφικά) ισορροπεί στο όριο ανάμεσα στη μυθοπλασία με την πραγματικότητα, στην περφόρμανς με τη ζωή, στον έρωτα με το θάνατο, στα εξαϋλωμένα όνειρα με τον εφιάλτη, στους λαμπερούς προβολείς, με τη βαριά σκιά της μαρκίζας. Ένα κόσμο παρακμιακό, ξεπεσμένο, βρώμικο, αλλά ταυτόχρονα τόσο αλήτικα γοητευτικό, μυσταγωγικό, επικίνδυνα ερωτεύσιμο.

Oi αναφορές του είναι προφανείς, δεν τις κρύβει. Το κλείσιμο ματιού στον Χίτσκοκ (η ψυχαναλυτική διάσταση της μεταμόρφωσης του «Vertigo», το γκρο πλαν στο ποτήρι γάλα από τις «Υποψίες»), η σαφής επιρροή του τρυφερού queer σύμπαντος του Πάνου Χ. Κούτρα, η αγάπη για τον βρώμικο ρομαντισμό του Λέος Καράξ, οι εμβληματικοί πολυδιάστατοι καθρέφτες του Όρσον Ουέλς, αλλά και η «με γνώρισες σε μια περίεργη στιγμή της ζωής μου» κάθαρση του Ντέιβιντ Φίντσερ.

Σαφής και η υπόκλιση του στην drag κουλτούρα με αναγνωρίσιμα cameos και camp χιούμορ.

Όλα αυτά όμως μοιάζουν με μια χούφτα γκλίτερ που πετά κανείς στον αέρα. Ως ιδέες, ευρήματα, θα χρυσαφίσουν την ατμόσφαιρα στιγμιαία, αλλά μετά θα προσγειωθούν ατάκτως στο πάτωμα. Το σενάριο είναι άνισο και σε στιγμές απλοϊκό, με τις αρετές της ταινίας να μην ενώνονται ποτέ σε κάτι δυνατό, εννιαίο, μεστό που θα οδηγήσει την αφήγηση σε μια πιστευτή κορύφωση, σε μία αληθινή συγκίνηση. Μοιάζει με κατασκευή που έχουν παραμείνει οι σκαλωσιές της. Με ένα γκλαμ φόρεμα με ορατές τις ραφές του πατρόν του.

Η Ελσα Λεκάκου ερμηνεύει την Νέλλυ με ωραία κίνηση, κοριτσίστικο τσαμπουκά, και μία αύρα Αλίκης που έχει πέσει στο λαγούμι των θαυμάτων. Αλλά femme fatale δεν είναι. Δεν φταίει η ίδια. Η ηρωίδα της είναι γραμμένη άνισα και περίεργα και οι οδηγίες της μάλλον τη θέλουν να εμπλουτίζει τις σκηνές της με μία επιτηδευμένη, σε στιγμές ξύλινη, αμηχανία που δεν ταιριάζει ούτε στη γυναίκα δηλητήριο, ούτε στο κορίτσι που έμαθε να επιβιώνει στους δρόμους, αλλά ούτε στο λαβωμένο παιδί που η Νέλλυ κρύβει μέσα της.

Ο Φοίβος Παπαδόπουλος μοιάζει με άγγελο που έπεσε στο σετ - ευειδής, αλαβάστρινος, σμιλευμένος. Αλλά και φλατ, διεκπεραιωτικός - σ’ έναν αλμοδοβαρικό ρόλο που θα έπρεπε να αποπνέει μυστήριο, επικινδυνότητα, πάθος, απελπισία. Ο Στάθης Απόστολου είναι αρκετά καλός - έχει τη φάτσα, την πλαστικότητα, την εκφραστικότητα ενός αβίαστα villain πρωταγωνιστή. Όμως κι εκείνος δεν σώζεται από κλισέ αστοχίες που βάζουν τρικλοποδιές στην ερμηνεία του. Αυτός που κλέβει την παράσταση είναι ο Χρήστος Πολίτης (ναι, ο Γιάγκος Δράκος) γιατί κάνει το αντίθετο από όλους τους υπόλοιπους: πετά τα άχρηστα και κρατά τα απαραίτητα - σαν να σκιτσάρει με αυτοπεποίθηση το περίγραμμα του ήρωα του και πιστεύει ότι αρκεί. Ο Έλληνας αρχηγός της συμμορίας, αυτός που κρατά τα κλειδιά στο θέατρο/λημέρι (αλλά και το κλειδί στο μέλλον των «παιδιών» του) σου κόβει το αίμα γιατί σου δίνει τρεις λέξεις, ένα βλέμμα κι ένα ακίνητο σώμα. Εσύ ολοκληρώνεις την εικόνα στο μυαλό σου κι ανατριχιάζεις.

Χωθείτε στο λαγούμι του «Broadway» γιατί αξίζει η βουτιά στο γοητευτικό σύμπαν του - και ας μην απογειώνει το γκλαμ νουάρ του, ανάλογα με τις προσδοκίες που έθεσε. Εμείς κρατάμε το σκηνοθετικό ταλέντο, το τολμηρό στοίχημα και την εμφανή, συγκινητική αγάπη του δημιουργού για το σινεμά - ως χώρο, ως σύμβολο, ως ιδέα. Γιατί, πράγματι, το σινεμά είναι ένας από τους ελάχιστους τόπους πλέον που σου επιτρέπει να καταφεύγεις και να ονειρεύεσαι. Και κάπου να ανήκεις.

Πόλυ Λυκούργου


μήδεια

Μήδεια του Δημήτρη Αθανίτη

Διαχρονικός και κάθε φορά που κοιτάζεις γύρω σου σε όποια εποχή, ακόμη πιο ανατριχιαστκά επίκαιρος, ο μύθος της (γυναίκας, ξένης, μητέρας) Μηδείας βρισκόταν ανέκαθεν δικαιολογημένα στο μικροσκόπιο δεκάδων άμεσων και έμμεσων κινηματογραφικών διασκευών. Εμπνευση και αφετηρία για πειραματισμούς, για ταινίες που παίζουν με τη μυθοπλασία και την τεκμηρίωση, άλλες που αναζητούν την απαρχή και την ενσωμάτωση της ιστορίας στη… διπλανή πόρτα, σε μια λίστα που τελικά δεν ξεκινάει καν από τη «Μήδεια» του Παζολίνι και σίγουρα δεν εξαντλείται όσο ο μύθος αντέχει να ανανεώνεται, αλλά και να ταλαιπωρείται - τις περισσότερες φορές στην ίδια ακριβώς ταινία.

Στη δέκατη του ταινία κι έχοντας ενδιάμεσα πειραματιστεί ποικιλοτρόπως (και με την τεκμηρίωση), ο Δημήτρης Αθανίτης παραδίδει τη δκή του «Μήδεια», σε μια προς τιμήν του απέριττη διασκευή που κρατάει αλώβητο το μύθο της γυναίκας που εγκαταλείπεται από τον σύζυγό της, κινδυνεύει να χάσει για πάντα τα παιδιά της, μένει μόνη σε μια ξένη χώρα και αποφασίζει να πάρει την εκδίκηση της διεκδικώντας με κάθε τρόπο τη θέση της μέσα σε έναν αφιλόξενο, άδικο κόσμο.

Απόφαση που αποτελεί ωστόσο δίκοπο μαχαίρι, αφού όσα κερδίζει η ταινία του σε διαχρονικότητα και άμεση αναγωγή στο παρόν, τα χάνει σε μια μάλλον άδεια από κινηματογραφική ένταση αφήγηση που, ωστόσο, αντίθετα με τη λιτότητα του σεναρίου, προσπαθεί να προσδώσει βάθος στην τραγωδία με ανεβασμένα ντεσιμπέλ ανθρώπινης φωνής και κάμερας «αφ’ υψηλού».

Μέσα στη μικρή της διάρκεια, η «Μήδεια» του Δημήτρη Αθανίτη στέκεται άχρονη αν και με μικρές λεπτομέρειες… (παρελθοντικής ή μελλοντικής) εποχής, σε ένα τοπίο φυσικό που λειτουργεί μέχρι και παραπλανητικά για το οικολογικό «φόντο» που δίνει στην ιστορία (το ίδιο παραπλανητικά με την ακατανόητη εναλλαγή του έγχρωμου με το ασπρόμαυρο), χωρισμένη σε λίγες συνολικά σκηνές (με μοτίβο την αντιπαράθεση της Μηδείας με τους άντρες - τον Κρέοντα, τον Αιγέα, τον Ιάσονα…), που όλες μαζί δίνουν νόημα στο εκτός πλάνου, με το εντός πλάνου να βρίσκεται σωστά πάνω στο πρόσωπο, την οργή και την απελπισία της Μηδείας.

Οπου Μήδεια, η Αλεξάνδρα Καζάζου, όμορφη, επιβλητική, δυναμική και την ίδια στιγμή επιτηδευμένη, στομφώδης, ψεύτικη, όχι πάντα συντονισμένη στην εσωτερικότητα που είναι σαφές ότι υπάρχει σαν σκηνοθετική οδηγία ούτε όμως και πάντα εύστοχη στην υπερβολικά προσεκτική εκφορά των λέξεων που μοιάζουν με δοκιμή ανάγνωσης, σε ένα ρόλο που αντί να μεγαλώνει, καθώς η τραγωδία φτάνει στην… κάθαρση, μικραίνει αδικαιολόγητα. Την έκταση του ρόλου της, παραγεμίζουν σκηνές επαναλήψεων και περιηγήσεις στο τοπίο, χωρίς καμία οργανική και κυρίως συναισθηματική σύνδεση με τα προηγούμενα και τα επόμενα, που τελικά υπογραμμίζουν ακόμη περισσότερο την αίσθηση ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μια ταινία που θυμίζει περισσότερο σχέδιο παρά την τελική εκδοχή της.

Μανώλης Κρανάκης


μια μέρα στη σαγκάη

Μια Μέρα στη Σαγκάη του Βασίλη Ξηρού

Ηλιόλουστη Σαγκάη, η Τζίνσι, μια νεαρή βιολονίστα έχει μόλις χωρίσει από τον φίλο της - το αρκουδάκι που της χάρισε εκείνος βρίσκεται παραπεταμένο στο δρόμο. Θα το μαζέψει ο Πάνος, ένας Ελληνας αρχιτέκτονας, καινούριος στην πόλη. Οι… τρεις τους θα περάσουν μια μέρα περπατώντας και μιλώντας, για την αγάπη, την τέχνη, την παγκοσμιοποίηση, τους γονείς, τα όνειρά τους, όσα τους χωρίζουν κι όσα τους συνδέουν, ανακαλύπτοντας ο ένας τον άλλον και, κυρίως, ο καθένας τον εαυτό του.

Ο Βασίλης Ξηρός, διπλωμάτης καριέρας με πρόσφατο πόστο στη Σαγκάη, εμπνέεται από την πολύβοη πόλη και, προφανώς, την αγάπη του για το σινεμά και στήνει μια περιπατητική ρομαντική κομεντί, στο δρόμο που χάραξε το «Πριν το Ξημέρωμα», χωρίς πρωτοτυπία, αλλά με μια ναΐφ χάρη.

Η σκηνοθεσία μοιάζει ν' ακολουθεί σπουδαστικές ασκήσεις - και, πάντως, να περνά τις εξετάσεις - χωρίς πρωτοτυπία, αλλά με προθυμία. Η φωτογραφία, παρά την εναλλαγή εσωτερικών-εξωτερικών κι ένα τόσο γόνιμο αστικό ντεκόρ, δεν ξεπερνά τις φλατ τηλεοπτικές απαιτήσεις. Η θεματολογία των συζητήσεων των δυο ηρώων πιάνει καίρια (ή και διαχρονικά) ζητήματα - την εθνικότητα και τα όριά της, την επαναληπτικότητα στην καλλιτεχνική δημιουργία, την ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη, την τρίτη ηλικία - αγγίζοντας μόνο τα πάνω-πάνω, με μια ανάλυση κλισέ που αρνείται όποιον σεξισμό, ρατσισμό αλλά, ταυτόχρονα, στην απλοϊκότητά της, τα πλησιάζει, άθελά της, ξώφαλτσα. Η Του Χούα στο ρόλο της Τζίνσι είναι εύθραυστη και χαμογελαστή, αλλά η αναγκαστική χρήση αγγλικών την εμποδίζει ερμηνευτικά.

Από την άλλη πλευρά, μ' έναν φωτογενή, φυσικό, αυτάρκη Δημήτρη Μοθωναίο να κρατά το ενδιαφέρον της κάμερας και του θεατή, με μια συναισθηματικά ταξιδιάρικη μουσική από τον Νίκο Πλατύραχο (έστω κι αν ξεχειλώνει στη χρήση της), και με τις απλές προθέσεις μιας τρυφερής δοκιμής (αχ και να έλειπε το αλά Φίνος τουριστικό όνειρο της Ελλάδας του ούζου, του φραπέ και της θάλασσας), ο Ξηρός τοποθετεί από την αρχή σε προσιτό ύψος τον πήχυ, ώστε να μην σκοντάψει πάνω του. Οπως λέει η ίδια η ταινία, «η ιδιοφυία είναι 1% ταλέντο και 99% σκληρή δουλειά» κι αυτή η ρομαντική βόλτα θα ωφελούνταν από περισσότερη, ειδικά σεναριακή, δουλειά.

Λήδα Γαλανού


ΕΙΔΙΚΗ ΠΡΟΒΟΛΗ

dodo

Dodo του Πάνου Χ. Κούτρα

Στις ταινίες του Πάνου Χ. Κούτρα υπάρχει, πάντα όπως φαίνεται, ένα στοιχείο... «ιαματικό». Είτε όταν η Αθήνα πρόκειται να καταστραφεί από béchamel overload, όπως στην πρώτη του ταινία, την «Επίθεση του Γιγαντιαίου Μουσακά» το 1999, είτε όταν οι ήρωες αναζητούν μια θέση σ' έναν αφιλόξενο κόσμο, όπως στην πιο πρόσφατη, το «Xenia», που το 2014 ταξίδεψε επίσης στις Κάννες, τα φιλμ του ντύνονται πάντα με μια ζεστασιά, ένα συναισθηματισμό, έναν εκτός συμβατικών ορίων ανθρωπισμό που κάμπτει τις άμυνες απέναντι στο παράδοξο και σε τυλίγει με μια κουβερτούλα αγάπης, που προστατεύει το ανθρώπινο είδος σαν εύθραυστο αυγό. Το «Dodo» όχι απλώς δεν αποτελεί εξαίρεση, αλλά συμπυκνώνει αυτό τον αλλόκοτο οπτιμισμό σε μια ταινία ωριμότητας.

Το σκηνικό, αυτή τη φορά, είναι κλειστό. Εδώ δεν υπάρχουν οι πολύβουοι δρόμοι και η αστική γοητεία των άλλων ταινιών του αλλά, πιο κοντά στην «Αληθινή Ζωή», μια πολυτελής, απομονωμένη βίλα, με πισίνα, κήπο και πρόσφορες κρυψώνες. Εδώ ζει η Μαριέλλα με τον άντρα της, τον Παύλο Καρακώστα, ένα πάλαι ποτέ πλούσιο ζευγάρι στο χείλος της οικονομικής καταστροφής. Σε δυο μέρες παντρεύουν την κόρη τους, τη Σοφία, μ' έναν πολύφερνο γαμπρό που θα λύσει τα προβλήματά τους: όχι όμως κι εκείνα που προκύπτουν όταν, από το πουθενά, ανακαλύπτουν στον κήπο τους ένα καταδιωκόμενο ντόντο με ιδιαίτερη αγάπη για τα ποπ κορν. Ενα πουλί που έχει εξαφανιστεί εδώ και 300 χρόνια και που έρχεται για να θυμίσει, ίσως, ότι οι τελευταίες ρανίδες ανθρώπινης τρυφερότητας έχουν, πρέπει, μπορεί να διασωθούν. Εστω κι αν χρειαστεί να περάσουν από το λαγούμι της αποκάλυψης και της αυτογνωσίας, σαν την Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων.

Μέσα στο σπίτι θα συγκεντρωθούν 14 ήρωες, όλοι με μια σκοτεινή πλευρά: η οικογένεια, το βοηθητικό προσωπικό, η wedding planner, ο αινιγματικός συνέταιρος, οι εργάτες που στήνουν τον γάμο, παράνομα έτερα ημίσεα για κλεφτές ηδονές, μετανάστες δεύτερης γενιάς από την Ουκρανία, τη Ρωσία (σε μια έξτρα προφητική σεναριακή επιλογή), την Αλβανία, δυο αδέλφια πρόσφυγες, από τη ΜΚΟ όπου η Μαριέλλα ξεπλένει τη συνείδησή της, όλα τα συστατικά της συναρπαστικά ανομοιογενούς σύγχρονης (ελληνικής) κοινωνίας, για μια τραγικωμωδία δωματίου, ένα πολύχρωμο μυστήριο που δεν θα λυθεί προτού οι ήρωες αλλάξουν.

Συνεργαζόμενος ξανά με την Ελένη Κοσσυφίδου στην παραγωγή, με την Ολυμπία Μυτιληναίου (μετά τη «Στρέλλα») στη φωτογραφία, που αυτή τη φορά καταφέρνει να φωτίσει τα εσωτερικά ώστε να συνδέσουν τη «Δυναστεία» με τα μεγαλοαστικά μυστήρια του Σαμπρόλ και τα παιδικά παραμύθια, ο Κούτρας δουλεύει (και) με νέα εργαλεία. Μια ομάδα ηθοποιών πολυσχιδή, από τον Νίκο Γκέλια που ο ίδιος ανέδειξε, αλλά πια με τόσο μεγαλύτερο εκτόπισμα και τη Νατάσσα Εξηνταβελόνη στο ρόλο της Σοφίας μ' ένα πρόσωπο εύπλαστο κι εθιστικό, ως τον Ακη Σακελλαρίου με τις εκπληκτικές μεταπτώσεις και τη Σμαράγδα Καρύδη σε μια ερμηνεία γόνιμης μελαγχολίας, εσωτερικής σύγκρουσης κι εξωτερικής κομψότατης θλίψης, όπως ποτέ ως τώρα δεν την είχαμε δει.

Αλλά και με την αυστηρή οριοθέτηση της δράσης του, με τρόπο ώστε οι σκηνοθετικές επιλογές του, πάντα flamboyant και πάντα με σεβασμό στο σινεμά ως σπουδαία τέχνη, να συμπυκνώνονται και να γίνονται τόσο πιο διακριτές. Λες και το ίδιο το είδος της ταινίας, που αντλεί από το κλασικό σινεμά του παρελθόντος για να το οδηγήσει στο μέλλον, συμβαδίζει με το βαθύτερο νόημά της.

Γιατί παρά το πληθωρικό καστ των δεκατεσσάρων, ο πρωταγωνιστής της ταινίας, στην «αληθινή ζωή», είναι, φυσικά, το ντόντο, ένα αξιολάτρευτο cgi πλουμιστό πουλί που φοβάται, ορμάει, ή λικνίζει τη φτερωτή ουρά του με αυτοπεποίθηση και μπρίο. Ενα σύμβολο για ό,τι σπάνιο, ό,τι σπουδαίο, ό,τι τρωτό κι ό,τι ευάλωτο από τ' ανθρώπινα αξίζει να επιβιώσει σ' ένα παρόν με τόσο σκληρές αιχμές.

Το «Dodo» είναι εύκολα διασκεδαστικό, αλλά και βαθιά συγκινητικό, μ' αυτή τη συναισθηματική γενναιοδωρία των ταινιών του Κούτρα που αγαπά ελαττώματα, αγκαλιάζει το ξένο, μετατρέπει τη φαντασία σε πειστική και πεισματική πραγματικότητα. Λες και οι ήρωες που συγκεντρώνονται στη βίλα Καρακώστα ετοιμάζουν, άθελά τους, μια χρονοκάψουλα: βάζουν μέσα τις ανθρώπινες αδυναμίες και τις μεγαλύτερες ομορφιές της ψυχής μιας ποικιλόμορφης κοινωνίας, τα σφραγίζουν καλά και τα χαρίζουν στον απρόσμενο επισκέπτη από το παρελθόν, στο ντόντο στο σαλόνι τους, για να τα προστατεύσει και να τα μεταφέρει στο μέλλον, σαν δείγμα μιας κοινωνίας διχασμένης και υποκριτικής που, όμως, μέσα της, κρύβει πολύτιμα φτερά και ολοστρόγγυλη αγάπη.

Λήδα Γαλανού


To 63o Διεθνές Φεστιβάλ Κινημαογράφου της Θεσσαλονίκης διεξάγεται φέτος από τις 3 μέχρι και τις 13 Νοεμβρίου. Αναζητήστε περισσότερες πληροφορίες στο επίσημο site του Φεστιβάλ, στην επίσημη σελίδα του στο Facebook και το Instagram.