Απέναντι από την ευρωπαϊκή Μαδρίτη, στην κοσμοπολίτικη μαροκινή Ταγγέρη, εκεί όπου οι μυρωδιές των μπαχαρικών μπλέκονται με τον αέρα της θάλασσας, η Μαρία Ανχελες ζει μέσα σε έναν μικρό κόσμο που έχει χτίσει με πείσμα και τρυφερότητα. Το σπίτι της, πλημμυρισμένο από φως και αναμνήσεις, είναι κάτι περισσότερο από στέγη, είναι ένα άλμπουμ ζωής, όπου κάθε αντικείμενο κουβαλά μια ιστορία. Οταν όμως η κόρη της, κουρασμένη και γκρινιάρα από τις δυσκολίες της ζωής στη Μαδρίτη, αποφασίζει να το πουλήσει, η εύθραυστη ισορροπία της ηλικιωμένης γυναίκας διαταράσσεται.

Η Μαριάμ Τουζανί, που πριν τρία χρόνια μάς χάρισε το σύνθετο κι απρόσμενο «Μπλε Καφτάνι», σκηνοθετεί μια ταινία χαμηλών τόνων, σχεδόν ψιθυριστή, που δεν επιδιώκει να εντυπωσιάσει με δραματικές κορυφώσεις. Προτιμά να σταθεί σε μικρές καθημερινές χειρονομίες, έναν περίπατο στη γειτονιά, μια κουβέντα με τον μανάβη, έναν δίσκο που γυρίζει αργά στο πικάπ. Μέσα από αυτές τις λεπτομέρειες αναδύεται μια τρυφερή ιστορία για το τι σημαίνει «σπίτι», όχι ως ιδιοκτησία, αλλά ως τόπος μνήμης και ταυτότητας.

Η ταινία κυλά απαλά, με τους ολόζεστους φωτισμούς (και εδώ, όπως και στο «Καφτάνι»), της διευθύντριας φωτογραφίας Βιρζινί Σιρντέ, χωρίς να ζητά πολλά από τον θεατή, σίγουρα χωρίς να ρισκάρει αρκετά. Η ιστορία της κι ιδιαίτερα η πάντα έτοιμη να εκραγεί σχέση μάνας - κόρης μένει στην επιφάνεια και το σενάριο επιλέγει έναν διακοσμητικό χαρακτήρα, παρά μια ψυχολογική επιδέξια μελέτη.

Στο κέντρο, ωστόσο, της ταινίας βρίσκεται η αφοπλιστική Κάρμεν Μάουρα, σ' έναν πρωταγωνιστικό ρόλο που, μετά από χρόνια, αντηχεί τις συναρπαστικές ερμηνείες της στα χέρια του Αλμοδόβαρ. Φωτεινή και ανθρώπινη, με βλέμμα γεμάτο πείσμα και χιούμορ, δίνει στη Μαρία Ανχελες μια γοητευτική αντιφατικότητα: άλλοτε πρακτική, άλλοτε απρόβλεπτη, πάντοτε όμως βαθιά αληθινή. Γύρω της οι υπόλοιποι χαρακτήρες λειτουργούν περισσότερο ως σκιές της δικής της παρουσίας, σ' ένα, ωστόσο, περιβάλλον τόσο αγνό και όμορφο που θες να βουτήξεις μέσα του, για να μυρίσεις τα κατακόκκινα γεράνια της Μαρία Ανχελες.