Φεστιβάλ / Βραβεία

Το 62ο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης με το βλέμμα του Flix | Ημέρα 5η | Τοπίο στη Ομίχλη

στα 10

Η ομάδα του Flix, στη Θεσσαλονίκη και online, επιλέγει όλα όσα ξεχώρισαν τη Δευτέρα, 8 Νοεμβρίου, πέμπτη ημέρα του #TIFF62.

Το 62ο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης με το βλέμμα του Flix | Ημέρα 5η | Τοπίο στη Ομίχλη

Η Αγορά, το πιο δυναμικό κομμάτι του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και αυτό που συγκεντρώνει κάθε χρόνο επαγγελματίες απ' όλον τον κόσμο, με πρότζεκτς που πρωταγωνιστούν στο προσκήνιο των χρόνων που ακολουθούν, ολοκληρώνει τις δράσεις της - με συναντήσεις, το τμήμα Crossroads με ταινίες που αναζητούν συνέργειες και το τμήμα Work in Progress με έτοιμες ταινίες που αναζητούν φεστιβάλ και χρηματοδότηση για να ολοκληρωθούν και μια σειρά συναντήσεων, masterclasses και επαφών που φέρνουν και την ελληνική κινηματογραφική κοινότητα ακόμη πιο κοντά στο κέντρο της διεθνούς κινηματογραφικής παραγωγής.

tiff62 Ολοι οι συμμετέχοντες στο φετινό φόρουμ συμπαραγωγών Crossroads. της Αγοράς του 62ου Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης

Το Flix βρίσκεται στο 62ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης για να παρακολουθήσει ταινίες, να γράψει γι' αυτές και να καταγράψει την αίσθηση της «επιστροφής στο σπίτι». Μείνετε συντονισμένοι εδώ.

tiff62

Στο τμήμα In the Cut, το μεγάλο αφιέρωμα στο μοντάζ που διοργανώνει το 62ο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, συνεχίζονται τα masterclasses νέων και βετεράνων μοντέρ αλλά και οι προβολές κλασικών ταινίων που έχουν επιλέξει οι εκλεκτοί προσκεκλημένοι του Φεστιβάλ. Ο μοντέρ Πάνος Βουτσαράς επέλεξε την «Αγρια Συμμορία» του Σαμ Πέκινπα και την παρουσίασε στο κοινό.

tiff62

Για τον Ντίνο Κατσουρίδη

Την Κυριακή 7 Νοεμβρίου, στην αίθουσα Παύλος Ζάννας, πραγματοποιήθηκε η προβολή του ντοκιμαντέρ Μια ζωή σαν σινεμά – Ντίνος Κατσουρίδης, σε σκηνοθεσία της Ισαβέλλας Μαυράκη, στο πλαίσιο ενός μίνι αφιερώματος που πραγματοποιεί το 62ο ΦΚΘ στον Ντίνο Κατσουρίδη, με αφορμή τη συμπλήρωση δέκα ετών από τον θάνατό του - προβάλλεται ακόμη και το θρυλικό «Τι Εκανες στον Πόλεμο Θανάση;».

Στην προβολή της ταινίας παρευρέθηκαν η σκηνοθέτης και σύντροφος του Ντίνου Κατσουρίδη, Ισαβέλλα Μαυράκη, καθώς και ο παραγωγός του ντοκιμαντέρ, Κυριάκος Χατζημιχαηλίδης, οι οποίοι προλόγισαν την ταινία.

Τον λόγο πήρε αρχικά ο Κυριάκος Χατζημιχαηλίδης, ο οποίος ευχαρίστησε τόσο το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης όσο και το κοινό, κάνοντας μια μικρή αναδρομή στη δική του γνωριμία και επαφή με τον Ντίνο Κατσουρίδη. «Θα μου επιτρέψετε να κάνω μια συναισθηματική κατάθεση για τον αγαπημένο Ντίνο Κατσουρίδη. Προέρχομαι από τον χώρο της μικρού μήκους ταινίας, ένα πεδίο εξαιρετικά δύσκολο, στο οποίο είναι απαραίτητη η συμβολή και η συνδρομή από όλους τους ανθρώπους του χώρου. Εκεί γνώρισα και τον Ντίνο Κατσουρίδη, μια προσωπικότητα ισχυρή, με βαρύτητα και ανιδιοτέλεια. Ο Ντίνος ήταν ένας άνθρωπος που ήταν πάντα πρόθυμος να σταθεί δίπλα στους νέους δημιουργούς και να συνεισφέρει στα τεκταινόμενα του ελληνικού σινεμά. Όπως ίσως γνωρίζετε, είχε περάσει από σχεδόν κάθε πόστο της κινηματογραφικής διαδικασίας, την οποία γνώριζε απ’ έξω και ανακατωτά. Ήταν γεμάτος αγάπη και δοτικότητα, πάντα έτοιμος να προσφέρει τη στήριξή του, είτε επρόκειτο για εξοπλισμό είτε αναλαμβάνοντας τη διεύθυνση φωτογραφίας αφιλοκερδώς. Ο Ντίνος Κατσουρίδης είχε μια άσβεστη διάθεση να δει το ελληνικό σινεμά να πηγαίνει μπροστά, να εξελίσσεται τόσο καλλιτεχνικά, όσο και στο επαγγελματικό-οικονομικό πεδίο. Αυτή η ταινία είναι μια προσπάθεια να αποτίσουμε φόρο τιμής σε μια αληθινά σπουδαία προσωπικότητα», ανέφερε σχετικά.

Στη συνέχεια, τη σκυτάλη πήρε η Ισαβέλλα Μαυράκη, σκηνοθέτης του ντοκιμαντέρ και σύντροφος του Ντίνου Κατσουρίδη. «Η ταινία που θα παρακολουθήσετε γυρίστηκε σε καθεστώς συναισθηματικής φόρτισης, λίγο μετά τον θάνατο του Ντίνου. Εξακολουθώ να πιστεύω πως ήταν η σωστή επιλογή να τη γυρίσουμε εκείνη τη στιγμή. Ο Ντίνος Κατσουρίδης, αν και φώτισε με μαγευτικό τρόπο αμέτρητες ταινίες του ελληνικού σινεμά, προτιμούσε να στέκεται πίσω από τα φώτα της δημοσιότητας και της προβολής. Μέσα από τις ταινίες του, είναι γνωστός ως όνομα ακόμη και στη νέα γενιά. Πιστεύω ότι η ταινία που θα δείτε, στην οποία εμφανίζονται πολλοί φίλοι, συνοδοιπόροι και συνεργάτες του Ντίνου, θα σας καλύψει όποια κενά έχετε και –γιατί οχι;– θα σας διασκεδάσει. Δεν έχω να πω περισσότερα, ό,τι είχα να πω για τον Ντίνο Κατσουρίδη το είπα μέσα από αυτό το ντοκιμαντέρ», κατέληξε σχετικά, εισπράττοντας το θερμό χειροκρότημα του κοινού.


Το Flix συνεχίζει να βλέπει ταινίες από όλα τα προγράμματα του 62ου Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης - τις περισσότερες μπορείτε να τις δείτε ακόμη κι αν δεν είστε στη Θεσσαλονίκη μέσω της online πλατφόρμας της διοργάνωσης.

la roya

Η Σκουριά (La Roya) του Χουάν Σεμπάστιαν Μέσα (Κολομβία, Γαλλία) | Τμήμα: Διεθνές Διαγωνιστικό

Ο Χόρχε ζει μαζί με τον άρρωστο παππού του και την ξαδέλφη του σε μια απομακρυσμένη φυτεία καπνού στα βουνά της Αντιόχειας στην Κολομβία. Είναι ο μόνος από τους συμμαθητές του που δεν έφυγε για τη μεγάλη πόλη. Το μυαλό του βρίσκεται στην κοπέλα που αγαπάει και δεν έχει δει εδώ και καιρό. Ελπίζει πως θα τη δει στο πανηγύρι του χωριού που πλησιάζει. Μέχρι τότε όμως πρέπει να φροντίσει τη φυτεία που καταστρέφεται από μια ξαφνική αρρώστια, τον παππού του που χάνει ολοένα και περισσότερο την επαφή του με την πραγματικότητα και την ερωτική σχέση με την ξαδέρφη του που μοιάζει με τη μοναδική πράξη που τον φέρνει σε επαφή με τον εαυτό του.

Γυρισμένο με τον τελετουργικό ρυθμό της ζωής που κινείται όπως η ομίχλη που σκεπάζει τα απόκοσμα βουνά ανάμεσα στα οποία ζει ο Χόρχε, το δεύτερο μεγάλου μήκους φιλμ του Χουάν Σεμπάστιαν Μέσα έρχεται με εμφανή την επιρροή της παράδοσης του λατινοαμερικανικού σινεμά που εξερευνά εδώ και δεκαετίες με σχολαστικότητα και ποιητική διάθεση την αλληλεπίδραση ανάμεσα στη φύση και τον άνθρωπο. Μια μικροσκοπική ανθρώπινη ανάσα μέσα στην κοσμική σιωπή, ο Χόρχε είναι ο ίδιος μια φυτεία που μεγαλώνει μέσα στις πιο αντίξοες συνθήκες και απειλείται από τη «σκουριά» της ακινησίας, κάπου ανάμεσα στο μεταίχμιο ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο. Η ματαιότητα στο βλέμμα του, όμως, δεν εμποδίζει την επίπονη χειρωνακτική εργασία που είναι το χρέος που κουβαλά στους ώμους του και η άσκοπη ρουτίνα δεν σταματάει την αγωνία για το τι θα γινόταν αν και ο ίδιος είχε αποφασίσει να εγκαταλείψει με το όνειρο μιας άλλης ζωής.

Όσο το επιβλητικό τοπίο μετατρέπει την απόλυτη ερημιά σε πρωτόγνωρο κινηματογραφικό δέος και ο Χουάν Ντανιέλ Ορτίζ τερματίζει με αφοπλιστικό τρόπο κάθε έννοια νεορεαλιστικής ποιητικής ερμηνείας, η «Σκουριά» σκάβει ακόμη βαθύτερα για να φέρει τον Χόρχε αντιμέτωπο με αυτό το «what if» σε ένα τελευταίο μέρος που όσο μοιάζει αταίριαστο με την υπόλοιπη ταινία, τόσο ολοκληρώνει με ιδανικό τρόπο τη διαλεκτική του Μέσα. Στη λεπτή γραμμή που χωρίζει το παρελθόν με το μέλλον, την παράδοση με τους καταχρηστικούς όρους του μοντέρνου, τη ζωή στη φύση με αυτήν στην αστική ζούγκλα και το σινεμά που γνωρίζουμε με αυτό που τελικά μοιάζει κάθε φορά με μια ολοκαίνουρια κινηματογραφική εμπειρία, η διαδρομή του Χόρχε δεν είναι ένας τέλειος κύκλος, αλλά μια μικρή επανάσταση, μια σχεδόν σπαρακτική συνειδητοποίηση, ενηλικίωση άνευ όρων που μετατρέπει μια μικρή ιστορία που διαδραματίζεται στην άκρη του κόσμου σε ένα οικουμενικό κεκτημένο. Μανώλης Κρανάκης

true things

Στ’ Αλήθεια (True Things) της Χάρι Γούτλιφ (Μ. Βρετανία) | Τμήμα: Διεθνές Διαγωνιστικό

Η Κέιτ πλησιάζει τα 40, αλλά παραμένει στάσιμη. Ζει ακόμα στην παραθαλάσσια βρετανική κωμόπολη που γεννήθηκε, εργάζεται στο δημόσιο ως υπάλληλος κοινωνικής πρόνοιας, επισκέπτεται τους γονείς της για φαγητό τις Κυριακές. Βαλτωμένη σε ένα αέναο λίμπο - ανάμεσα σε μία πρώτη νιότη που έμεινε ανικανοποίητη και την κοινωνική απαίτηση να τακτοποιηθεί. Οχι, η Κέιτ δε θέλει να τακτοποιηθεί. Αν είχε το κουράγιο, θα τα τίναζε όλα στον αέρα. Μυρίζει και η ίδια τη μούχλα της, τις ναφθαλίνες του καλού κοριτσιού. Μυρίζει απελπισία.

Και μάλλον αυτό μυρίζει κι ο Ξανθός. Ενας θρασύς παίκτης, ένας γοητευτικός κακός λύκος, ένα τυχοδιώκτης, που βγαίνοντας από τη φυλακή, βρέθηκε στο γραφείο της για τις τυπικές διαδικασίες εύρεσης εργασίας. Δουλειά δεν βρήκε, αλλά βρήκε το επόμενο θύμα του στο παιχνίδι γάτας-ποντικιού.

Σε ελάχιστα λεπτά και με ακόμα λιγότερα λόγια έχει βγάλει την Κέιτ για μεσημεριανό. Και την έχει πείσει να βγάλει και το εσώρουχο της. Ξαφνικά, το καλό κορίτσι νιώθει την επικινδυνότητα αυτού του ξένου σαν απινιδωτή πάνω στην καρδιά και μέσα στην μήτρα της. «Στ’ αλήθεια» τώρα όμως, όλοι το ξέρουμε: αυτοί οι έρωτες έρχονται κι εξαφανίζονται, παίρνουν φωτιά και παγώνουν, κι οδηγούν μόνο σε αυτοκαταστροφή. Και ξανά πίσω στην απελπισία.

Η Χάρι Γούτλιφ («Only You») πατάει πάνω στο βιβλίο «True Things About Me» της Ντέμπορα Κέι Ντέιβις και επιχειρεί μία στυλιστική αφήγηση της ιστορίας της ηρωίδας της. Την πλησιάζει με σφιχτά κοντινά, την αφήνει εκτός πλάνου, θολώνει τα κάδρα. Την ακολουθεί με κάμερα στο χέρι, μεθυσμένα, όπως και τα παραπατήματα της Κέιτ ανάμεσα στον πόθο, το αλκοόλ και την εμμονή. Η Ρουθ Γουίλσον (που μαζί με τον Τζουντ Λο αγόρασαν τα δικαιώματα του βιβλίου και έμειναν ως παραγωγοί στο πρότζεκτ) χαρίζει στην Κέιτ ζεστή σάρκα και πονεμένα εύθραυστα βλέμματα, θυμίζοντας πολύ την ηρωίδα της στο «The Affair». Ενώ ο Τομ Μπεργκ («The Souvenir», «The Crown», «Modern Love») επαναλαμβάνει αβίαστα, για ακόμα μία φορά, το μοτίβο του αρσενικού κυνηγού που περιπαίζει τα θηράματά του με σαδιστική, ακαταμάχητη γοητεία.

Αυτό όμως είναι και το πρόβλημα. Ολα αυτά τα έχουμε ξαναδεί. Η ταινία έχει ατμόσφαιρα, ιδέες, διάθεση να πει μια ιστορία έξω από τις γραμμές του mainstream βρετανικού σινεμά, όμως, στ’ αλήθεια, δεν καταφέρνει κάτι πρωτότυπο, ούτε πραγματικά τολμηρό. Πόλυ Λυκούργου

οRFEAS2021

ORFEAS2021 των ΦΥΤΑ | Τμήμα: Film Forward

Προσπαθώντας επί ώρα να καταλάβεις τι ακριβώς είναι ο «ORFEAS2021», είναι αδύνατον να μην νιώσεις πως είσαι ήδη από πολύ νωρίς - ακόμη και χωρίς τη θέληση σου ή όντας εν πλήρη συνειδήση - δέσμιος της σε στιγμές άγριας ελευθεριάζουσας γοητείας με την οποία είναι κατασκευασμένος.

Οι επίσημες συνόψεις και τα σημειώματα των ΦΥΤΑ, του δημιουργικού δίδυμου που τον εμπνεύστηκε αρχικά ως μια παράσταση στην Εναλλακτική Σκηνή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής ως «ORFEAS2020» και τώρα στη μορφή μιας ταινίας, μιλούν για την «πρώτη queer ελληνική όπερα επιστημονικής φαντασίας», για ένα «μεταμοντέρνο πειραματικό έργο με στοιχεία μπαρόκ μελοδράματος», για ένα «DIY κολάζ, post-ίντερνετ αισθητικής, εικονικής πραγματικότητας», αφήνοντας απέξω ίσως το σημαντικότερο χαρακτηριστικό αυτού του «Ορφέα» που δεν είναι άλλο από την ανάγκη του να υπάρξει εδώ και τώρα, όχι μόνο στη φαντασία δύο καλλιτεχνών ή στην ουτοπία μιας παράλληλης πραγματικότητας - ίδια ενθουσιωδώς αλλοπρόσαλλης και αποτρόπαιας με αυτήν που ζούμε - αλλά ως ένα «οτιδήποτε» που πρέπει με κάποιο τρόπο να ακουστεί, να ιδωθεί, να αγαπηθεί, να μισηθεί, να απορριφθεί και γιατί όχι, να σιγοτραγουδηθεί.

Με αρχική έμπνευση τον «Ορφέα» του Μοντεβέρντι, μια από τις πρώτες όπερες στην ιστορία της μουσικής, οι ΦΥΤΑ, το εννοιολογικό καλλιτεχνικό δίδυμο που αποτελείται από τους Φιλ Ιερόπουλο και Φοίβο Δούσο, εδώ σε συνεργασία στο σενάριο με τη Αντριάνα Μίνου και στη μουσική με τον Αλέξανδρο Δρόσο και την Αντριάνα Μίνου, επεκτείνουν το μουσικό σύμπαν του Μοντεβέρντι σε μια μπαρόκ αντήχηση με συνθεζάιζερς και ποπ τονωτικές ενέσεις - ίσαμε και με αναφορές στο Σαββόπουλο και ξαναγράφουν το λιμπρέτο του «Ορφέα» για να αφηγηθούν από την αρχή ένα μύθο τόσο προαιώνιο όσο και διακαώς επίκαιρο - queer ήδη από τη μυθολογική σύλληψή του μέχρι και εις τους αιώνες των αιώνων.

Στο κέντρο του «ORFEAS2021» βρίσκεται ο Ορφεάς, ο πρώτος ανοιχτά γκέι πρωθυπουργός της Ελλάδας και πραγματικά δεν χρειάζεται να γνωρίζετε τίποτα περισσότερο, αφού μια από τις απολαύσεις του έργου του ΦΥΤΑ είναι η σταδιακή αποκάλυψη μιας «ουτοπίας» που, παρά τα φαινόμενα, συνεχίζει να κρύβει μέσα της όλη τη μισαλλοδοξία μιας άλλης εποχής (του σήμερα;).

Σαν ένα παλίμψηστο που σε σημεία του μοιάζει να (προ)έρχεται από τα βάθη της απαρχής του κόσμου, καθώς γράφεται και ξαναγράφεται σε ένα χαοτικό σήμερα, το «ORFEAS2021» θυμίζει ένα μανιφέστο στην συσκευασία μιας queer φαντασμαγορίας που ακούγεται και βλέπεται σε ζωντανή μετάδοση, παίζοντας επικίνδυνα, άλλοτε με τον αυθορμητισμό της οργής κι άλλοτε με την διάθεση της πρόκλησης για την πρόκληση, αλλά και με απελευθερωτική ελαφρότητα, με στιγμές συγκίνησης και camp μελούρας με τα καθόλου σταθερά σημεία της σύγχρονης κουλτούρας - αυτής που απέμεινε μετά την κρίση, μετά τις τόσες διεκδικήσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, μετά από πολλαπλούς εθνικούς διχασμούς, μετά την άνοδο την πτώση και τώρα ξανά τη δειλή άνοδο της ακροδεξιάς, μετά την δολοφονία του/της Ζακ/Ζάκι (στον/στην οποία είναι και αφιερωμένος).

Χειροποίητος και καλοδουλεμένος ταυτόχρονα, σαν ένα work in progress που όλο κάτι του λείπει και ίσως να το βρεί στο μέλλον, αταξινόμητος τελικά ως ταινία (ή όχι ταινία), λιγότερο ίσως αιχμηρός σε αυτήν την οπτικοακουστική εκδοχή του και σίγουρα πιο τελέσφορος ως ζωντανό θέαμα που θα ήταν κάτι παραπάνω από υπέροχο να συμπεριληφθεί από δω και στο εξής στο ρεπερτόριο της Λυρικής και να ταξιδέψει και στο εξωτερικό, ο «ORFEAS2021» δοκιμάζει τα όρια της εικόνας, του ήχου και του λόγου, δοκιμάζεται με ιδέες που άλλες προδίδουν κι άλλες αναδεικνύουν τη φαντασία του, παραδίδει τελικά μια οπτικοακουστική δοκιμή πάνω σε μια αφήγηση, γνωρίζοντας ωστόσο πως η πραγματική του δύναμη βρίσκεται στην άρτια, ολοκληρωμένη και πρωτότυπη όπερα που βρίσκεται στη καρδιά του. Και ακόμη περισσότερο από αυτό, στην όπερα που βρίσκεται στη θέση της καρδιάς του. Αν δεν προσπαθήσεις να την χωρέσεις σε κουτάκια (ταινία, βίντεο αρτ, πειραματικό σινεμά κλπ), να ξέρεις ότι ακούγεται δυνατά. Μανώλης Κρανάκης

three floors 607

Τρία Πατώματα (Tre Piani) του Νάνι Μορέτι | Τμήμα: Ειδικές Προβολές

Αν υπήρξε αδιαπραγμάτευτα κάτι ο Νάνι Μορέτι, ήδη από τα χρόνια του «Είμαι ένας Αυταρχικός» μέχρι και το «Mia Madre» του 2015, σε μια φιλμογραφία που τελικά μοιράστηκε ανάμεσα σε κωμωδίες και δράματα χωρίς ποτέ να χτίσει τοίχους ανάμεσα στο τι είναι τελικά αυτό που σε κάνει να γελάς και αυτό που μπορεί να σε κάνει να σπαράξεις στο κλαμα, ήταν το γεγονός ότι ήταν πάντα παρών.

Όχι μόνο ως αυτοβιογραφούμενος auteur, από τους λίγους στην ιστορία του σινεμά (εξ ου και ο παραλληλισμός του με τον Γούντι Αλεν), αλλά αδιαπραγμάτευτα παρών ακόμη και σε ρόλους καθαρά μυθοπλαστικούς: πίσω από την κάμερα με το ίδιο μειδίαμα του κυνικού που λυγίζει πάντα μπροστά στην ανθρωπιά και μπροστά από την κάμερα ως ο πάντα off beat ρόλος ενός άντρα που προσπαθεί να καταλάβει τον κόσμο γύρω του.

Στα «Τρία Πατώματα» ο Νάνι Μορέτι δεν υπάρχει πουθενά. Ούτε πίσω, ούτε μπροστά από την κάμερα. Δεν υπάρχει σε κανέναν από τους μονοδιάστατους χαρακτήρες που ξεκινούν και ολοκληρώνουν τη διαδρομή της σαν να μην υπήρξε ενδιάμεσα καμία μικρή η μεγάλη τραγωδία. Δεν υπάρχει σε καμία από τις «τηλεοπτικές» συμπτώσεις που έχουν γραφτεί με μοναδικό σκοπό για να πυκνώσουν την πλοκή και να δημιουργήσουν ψευδό-διλήμματα ηθικής. Δεν υπάρχει ούτε στην στενά ιδεολογική πλευρά των ιστοριών, υιοθετώντας ένα συντηρητικό και αντιδραστικό ευαγγέλιο κανόνων που αποθεώνουν αυτό ακριβώς που υποτίθεται ότι υπονομεύουν.

Μπορείς να καταλάβεις (μέχρι ενός σημείου) γιατί ο Νάνι Μορέτι θέλησε να διασκευάσει το ομότιτλο μυθιστόρημα του Ισραηλινού Εσκολ Νέβο από το 2017, μεταφέροντας φυσικά την ιστορία στη Ρώμη, εδώ στο πρώτο του μη πρωτότυπο σενάριο.

Τρεις διαφορετικές ιστορίες, χαρτογραφούν το σύγχρονο χάος ανάμεσα στην πατριαρχία, την επιθυμία, τη μοναξιά, τη βία και την μάταιη αναζήτησή της ευτυχίας. Τρεις διαφορετικές ιστορίες που δεν θα μπορούσαν παρά να συμβούν σε μια μεγάλη πόλη, εκεί όπου οι άνθρωποι παραμένουν ανώνυμοι ακόμη κι όταν ζουν με τη ψευδαίσθηση μιας γειτνίασης με τους άλλους. Τρεις διαφορετικές ιστορίες για την οικογένεια ενός δικαστή που θα έρθει αντιμέτωπος με τα κυριολεκτικά και μεταφορικά εγκλήματα του γιου του, για την οικογένεια μιας γυναίκας που θα μάθει αργά στη ζωή της το μέλλον που δεν της επέτρεψε ο σύζυγος της, για την οικογένεια ενός καθημερινού ζευγαριού που θα συγκλονιστεί από την υποτιθέμενη σεξουαλική παρενόχληση της ανήλικης κόρης του από έναν ηλικιωμένο άντρα.

Αυτό που ενώνει και τις τρεις ιστορίες είναι, σεναριακά, η αμφιβολία που (καταχρηστικά) εισβάλλει για να τραντάξει τις βεβαιότητες και να επαναφέρει στην τάξη τους κατοίκους μιας φαινομενικά συνηθισμένης πολυκατοικίας. Πίσω από τις κλειστές πόρτες, το παρελθόν, τα ψυχολογικά ελλείμματα, η πεποίθηση πως αν δεν σταματήσουμε εμείς το χρόνο αυτός μπορεί να τρέχει στο διηνεκές, φέρνει τους ήρωες αντιμέτωπους με διλήμματα ή με την πιο σκληρή πλευρά του εαυτούς τους, με την κοινωνική νόρμα που μπορεί να ραγίζει κάθε φορά που κάποιος φωνάζει πάνω από τα ντεσιμπέλ της κανονικότητας, αλλά δεν σπάει ποτέ για να ελευθερώσει αιώνες από δεδομένα που ορίζουν και (θα;) ορίζουν αυτές και τις επόμενες γενιές.

Σαν ένας άλλος - σίγουρα όχι ο Νάνι Μορέτι του αριστουργηματικού «Δωμάτιο του Γιού Μου» ή ο Νάνι Μορέτι του περισσότερου αριστουργηματικού «Αγαπημένο μου Ημερολόγιο», δυο πλευρές ενός βαθιά αριστερού, ακόμη βαθύτερα θιασώτη της ελαττωματικής ανθρώπινης υπόστασης - ο Νάνι Μορέτι σκηνοθετεί αυτό το σπονδυλωτό δράμα με όρους που όχι μόνο μοιάζουν με φτηνή τηλεόραση, αλλά και με αψυχολόγητη δραματουργική τρικυμία εν κρανίω. Καμία ιστορία δεν συντονίζεται ρυθμικά με την άλλη, όλες οι ιστορίες μοιάζουν «αντιδραστικές», φτιαγμένες για να επιβεβαιώσουν στερεότυπα όπως τη θυματοποίηση των θυμάτων, τη σκανδαλιστική φύση των γυναικών, το κλισέ του αδέκαστου δικαστή, τη νεύρωση μιας μητέρας που γεννάει και μεγαλώνει τελικά μόνη της ένα παιδί που έχει και πατέρα.

Αψυχολόγητοι, αντιπαθείς, αδιάφοροι για τον θεατή, οι κάτοικοι των τριών αυτών πατωμάτων είναι οι ήρωες μιας φτηνής σαπουνόπερας που μοιάζει να διαδραματίζεται τουλάχιστον στα 90s, αν όχι ακόμη πιο οπισθοδρομικά. Κάθε προσπάθεια του σεναρίου να δηλώσει «παρών» σε ανοιχτά debates της εποχής μας πέφτει στο κενό, καθώς ο Μορέτι νιώθει όχι μόνο άβολα απέναντι στο υλικό του αλλά και τους ίδιους τους ηθοποιούς του, αλλά κυρίως (και αυτό είναι που κατεδαφίζει το όλο οικοδόμημα) τον ήρωά του. Στη χειρότερη ερμηνεία της καριέρας του, με πρόζα που δεν πιστεύει και αναπαράγει μηχανικά, βρίσκεται στην κορυφή μιας πυραμίδας που βρίσκει τον Ρικάρντο Σκαμάρτσιο και την Αλμπα Ρορβάκερ να προσπαθούν, σε δύο από τους χειρότερους ρόλους που τους πρότειναν ποτέ. Με επιπλέον τροχοπέδη το βίαιο πέρασμα του χρόνου (η ταινία αλλάζει τρεις εποχές), τα «Τρία Πατώματα» ξεκινούν από το 0 για να καταλήξουν (τουλάχιστον) στο -3, μια πτώση που ακόμη και πιο αφοσιωμένος θαυμαστής του Νάνι Μορέτι (σ.σ. το κείμενο το υπογράφει ένας από τους μεγαλύτερους) οφείλει να παραδεχτεί, να νιώσει πικρά στο πετσί του και να αναδείξει.

Αν δεν γνώριζε κανείς πως αυτή η ταινία φέρει την υπογραφή του Νάνι Μορέτι, θα την πετούσε χωρίς δεύτερη σκέψη στον κάλαθο των αχρήστων ως ένα φτηνό τηλεοπτικό μελόδραμα. Τώρα οφείλει να σταθεί με θάρρος απέναντι της, να βρει μερικά, απειροελάχιστα σημεία που αξίζουν (η μουσική του Φράνκο Πιερσάντι που είναι ο μόνος που έχει καταλάβει τις λεπτές αποχρώσεις ανάμεσα στην ενοχή και την εξιλέωση…) και να κλείσει τα μάτια, διαγράφοντας τη για πάντα από τη μνήμη του. Ίσως έτσι ξεχαστεί για πάντα… Μανώλης Κρανάκης

a pure place

A Pure Place του Νικία Χρυσού (Ελλάδα) | Τμήμα: Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου - Ξεπερνώντας τα Σύνορα

Η νέα ταινία του Βερολινεζο-τραφούς Νικία Χρυσού (μετά το «The Bunker» του 2015), θα μπορούσε να είναι το ευαγγέλιο κάθε ταλαίπωρου κηδεμόνα που προσπαθεί να πείσει τα βλαστάρια του να πλένονται. Θα μπορούσε να είναι μια κωμωδία φαντασίας, μια παραβολή για την ευγονική, μια εξτραβαγκάντσα για την κοινωνική διαστρωμάτωση. Θα μπορούσε;

Η Ιρίνα και ο Πολ είναι δυο αδέλφια που έμειναν ορφανά από πολύ μικρά (η Χαρά Μάτα Γιαννάτου ως μαμά τους είναι προφανές ότι κάτι πολύ κακό παθαίνει εκεί στην παραλία), οπότε και μεταφέρθηκαν στο απομονωμένο νησί του μυστηριώδους Φουστ, επικεφαλής σέκτας. Στο νησί του Φουστ, οι μισοί κάτοικοι (που είναι παιδιά, σε επικοινωνία με τον «Αρχοντα των Μυγών»), ζουν υπόγεια, είναι βρώμικοι κι είναι υπεύθυνοι για την παρασκευή του σημαντικότερου αγαθού της κοινότητάς τους, που είναι το σαπούνι. Οι άλλοι μισοί ζουν στην επιφάνεια, σε μια φωτογενή βίλα, είναι καθαροί (γιατί χρησιμοποιούν το σαπούνι, ενίοτε το τρώνε κιόλας) και λατρεύουν τον Φουστ που τους διδάσκει το μύθο της Υγείας. Οταν ο Φουστ αποφασίσει ότι η Ιρίνα θα γίνει η νέα του ιέρεια (ίσως κι ερωμένη), ο μικροσκοπικός Πολ θα δρομολογήσει την επανάσταση (με έπαθλο ένα φαντασμαγορικό μιλκσέικ).

Το τοπίο (και η βίλα) και η φωτογραφία είναι τα δυο στοιχεία που ανελκύουν την ταινία, όχι από το βρώμικο υπόγειο, αλλά από το ύφος μιας σχολικής παράστασης. Προς τιμήν του, ο Νικίας Χρυσός έχει το θάρρος και την έμπνευση και να δοκιμάσει το σινεμά είδους και να χτίσει ένα σύμπαν υπερβατικό, τουλάχιστον στον ορισμό του. Από την άλλη πλευρά, το ενδυματολογικό φτηναίνει την εικόνα της παραγωγής, με τις προχειροφτιαγμένες ή μαζικά αγορασμένες «στολές» των πιστών της σέκτας και με τον Φουστ ντυμένο με λευκό σταυρωτό κοστούμι τύπου από τα Glu. 

Σημαντικότερα, όμως, η ταινία παίζει μεταξύ δυστοπικού θρίλερ και κωμωδίας, χωρίς να έχει αποφασίσει ποια πλευρά θ' αγκαλιάσει. Οταν ο «δελφίνος» Ζίγκφριντ κοιτάζει μέσα στο αιδοίο της Ιρίνα και βλέπει φωτιζόμενα τα Ηλύσια Πεδία, σκας ένα χαμόγελο. Οταν ο Φουστ «χρίζει» τους ακολούθους του με χαρτομαντηλάκια mannex, ή όταν η φιγούρα του χορογραφεί με τα χέρια, σαν Φασουλής, ή φασουλής κι όταν μιλά σαν ευαγγελιστής Γερμανός ποπ σταρ, η ταινία δεν τραβά ούτε το σενάριο, ούτε την αισθητική της προς τα άκρα, παρότι η ίδια της η ύπαρξη το απαιτεί.

Κι έτσι μένουμε μ' ένα φιλμ χειροποίητο που παριστάνει ότι έχει μεγάλη παραγωγή, που δεν ασπάζεται ούτε τη φαντασία, ούτε το ρεαλισμό, ούτε ένα δικό του, αυθεντικό τόπο. Μια διασκεδαστική, θα μπορούσες να πεις ακόμα και πολιτική, ιδέα, πρόχειρα εκτελεσμένη, όπου το αυθεντικότερο στοιχείο είναι η αρχική πρόθεση - και το γουρουνάκι Στίνκι. Λήδα Γαλανού

Luger

Λούγκερ του Κώστα Χαραλάμπους (Ελλάδα)

Ενας άντρας ξυπνά μετά από ένα ατύχημα που μπορεί να του έχει κοστίσει μια ζωή σε αναπηρικό καροτσάκι. Από το δωμάτιο του νοσοκομείου ενώνει με τη μνήμη του τα γεγονότα που τον οδήγησαν εκεί, ξεκινώντας από την παιδική του ηλικία μετά την Κατοχή στην Κρήτη μέχρι το θάνατο του πατέρα του και το στενό δεσμό που θα τον δέσει για πάντα με τον θείο του, έναν αυτοδημιούργητο επιχειρηματία που θα συγκεντρώσει γύρω του όλην την οικογένεια, θα γίνει πανίσχυρος στα χρόνια του ΠΑΣΟΚ παίζοντας με «όλους» τους όρους του παιχνιδιού, πριν βρεθεί νομοτελειακά αντιμέτωπος με την πτώση του.

Όσο φανερό είναι τι προσπαθεί να κάνει ο Κώστας Χαραλάμπους στην τρίτη και πιο φιλόδοξη μεγάλου μήκους ταινία του μετά τα «Αγάπη στα 16» και «Δεμένη Κόκκινη Κλωστή», τόσο έκδηλη είναι η σχεδόν ολοκληρωτική του αδυναμία να ελέγξει από τις σεναριακές του ιδέες μέχρι το σκηνοθετικό του ειρμό και την αφηγηματική του ικανότητα, σε μια ταινία που μοιάζει να αποτελείται από πολλές μικρότερες, κατακερματισμένη πριν από οτιδήποτε άλλο από την μάλλον αθέλητη απόφασή του να προσπαθήσει να υπονομεύσει τους ίδιους τους ήρωές του (και τελικά και τους ηθοποιούς που τους υποδύονται).

Κάθε σκηνή του «Λούγκερ» μοιάζει να ανήκει σε διαφορετική ταινία. Νοσταλγία, μελόδραμα, (από)μίμηση φιλμ - νουάρ, κοινωνική κριτική και - για να γίνουμε σαφείς - κάτι που θα μπορούσε κανείς να περιγράψει ως το «Θα Χυθεί Αίμα» συναντά το «Τσοβόλα δώστα Όλα» σε μια σαπουνόπερα που θα ήθελε να είναι ο ελληνικός (…) «Νονός». Αφαιρέστε όλες τις βέβηλες αναφορές σε Πολ Τόμας Άντερσον, Ντάνιελ Ντέι Λιούις, Φράνσις Φορντ Κόπολα κλπ προκειμένου να κρατήσετε τη φιλοδοξία αυτή η ταινία να είναι ο χάρτης της σύγχρονης Ελλάδας (της κρίσης…. και όχι μόνο) στη συσκευασία μιας saga που φέρει όλο το βάρος της ιστορικής αλήθειας της, με λανθασμένο όμως τρόπο.

Ο Χαραλάμπους παρασύρεται από την επική του διάθεση, φτιάχνοντας μικρά ενσταντανέ που μεμονωμένα μοιάζουν να βγάζουν νόημα, αλλά όλα μαζί ισοπεδώνονται κάτω από μια (δήθεν) ειρωνία που όχι μόνο μετατρέπει τους ήρωες του σε καρικατούρες αλλά μεταλλάσσει το δράμα σε αθέμιτη κωμωδία, μια ισορροπία που θέλει άλλου είδους χειρισμό και άλλου βεληνεκούς ικανότητα. Αψυχολόγητες σεναριακές λύσεις διαδέχονται το ένα κλισέ πίσω από το άλλο, καθώς το σύνολο του καστ αδικείται με μοναδική οδηγία να ανεβάζει τους τόνους (και τα ντεσιμπέλ της φωνής) προκειμένου ο θεατής να νιώσει κάτι από το «δράμα» που συμβαίνει.

Δυστυχώς, ο θεατής μένει αμέτοχος, αναρωτιέται αν αυτό που βλέπει είναι κυριολεκτικό ή όχι, δεν συμπαθεί κανέναν ήρωα (ενώ μερικούς, με εξέχοντα τον αχρείαστο ήρωα του Ερρίκου Λίτση, νιώθει ότι έρχονται από άλλη ταινία), ο τέλεια γερασμένος Τάσος Νούσιας συνεχίζει να φωνάζει σαν να μην πέρασε μια μέρα από τη «Δεμένη Κόκκινη Κλωστή», το miscast της Στεφανίας Γουλιώτη είναι το μόνο επικό πράγμα της ταινίας και το γκροτέσκο δεν αφήνει ανέγγιχτο κανέναν από τους πρωταγωνιστές, σε μια υπερβολή που φαντάζεται κανείς ότι επικρατεί στην ταινία ως σχόλιο πάνω στην ασυδοσία, τον κυνισμό, τον (;) καπιταλισμό.

Οταν φτάνει η ώρα της τραγωδίας, είναι πλέον πολύ αργά για να επιστρέψεις πίσω και να διορθώσεις μια ολόκληρη ταινία που παίζει σε λάθος τόνο. Κανείς δεν ενδιαφέρεται πια εδώ και πολλή ώρα- και αυτό είναι ακόμη χειρότερο για μια ταινία που σε κάθε σκηνή της προσπαθεί να σου τραβήξει την προσοχή. Μανώλης Κρανάκης


Περισσότερες επιλογές του Flix από το 62ο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης - κάντε κλικ στον τίτλο της κάθε ταινίας για να διαβάσετε τη γνώμη μας

Αναζητώντας τη Βενέρα (Looking for Venera) της Νορίκα Σέφα
Φλέβα Χρυσού (Mother Load) του Ματέο Τορτόνε
Προσκυνητές (Pilgrims) της Λαουρίνας Μπαρέισα
18 του Βασίλη Δούβλη
Φυσικό Φως (Natural Light) του Ντένες Νάζι
Musa του Νίκου Νικολόπουλου
Ευλογία (Benediction) του Τέρενς Ντέιβις
Ατλαντίδα (Atlantide) του Γιούρι Ανκαράνι
Η Βασίλισσα της Κυψέλης (Hive) της Μπλέρτα Μπασόλι
Το Κουτί με τις Αναμνήσεις (Memory Box) των Τζοάνα Χατζηθωμά, Χαλίλ Ζορέζ
Ο Τζον και η Τρύπα (John and the Hole) του Πασκουάλ Σίστο
Μη Διστάσεις (Do not Hesitate) του Σαρίφ Κορβέρ
Saison Morte του Θανάση Τότσικα
Sick των The Callas


Το Flix βρίσκεται στο 62ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης για να παρακολουθήσει ταινίες, να γράψει γι' αυτές και να καταγράψει την αίσθηση της «επιστροφής στο σπίτι». Μείνετε συντονισμένοι εδώ.