Η Ανιές Βαρντά έλεγε πως «Αν ανοίξεις τους ανθρώπους θα βρεις τοπία. Αν ανοίξεις εμένα θα βρεις παραλίες».
Αν ανοίγαμε τον Φρέντερικ Γουάιζμαν θα βρίσκαμε κτίρια.
Διάσημος ήδη από την δεκαετία του '60 για την πρωτοπόρα σε φόρμα, διάρκεια και οπτική «τεκμηρίωση» ιδρυμάτων και τοποσήμων, δεν είναι παράλογο να θυμάται κανείς το έργο του ως μια ανεπίσημη χαρτογράφηση της ανθρώπινης κατάστασης, κάτι σαν ένα οδηγό «εισόδου» στην πραγματικότητα. Ψυχιατρικά ιδρύματα, το Σέντραλ Παρκ, η Οπερα του Παρισιού, η βιβλιοθήκη της Νέας Υόρκης, το θρυλικό Crazy Horse, για τον Γουάιζμαν, κάθε κτίριο ή χώρος συμβόλιζε την κορνίζα μέσα στην οποία έβρισκε άπλετο χώρο (και χρόνο) η ανθρώπινη φωτογραφία.
Και με βλέμμα πάντα στραμμένο στην ανθρώπινη κίνηση όταν αυτή εγκλωβίζεται μέσα στην ακινησία μιας κατασκευής, φτιάχνοντας ελεύθερες ταινίες που διαδραματίζονται σε περιορισμένους χώρους (με ό,τι σημαίνει αυτό για τη στάση του απέναντι στους θεσμούς), έγραψε τη δική του εκδοχή μιας νέας αμερικανικής ιστορίας. Πριν ταξιδέψει στη συνέχεια στη Γαλλία και στον κόσμο για να ολοκληρώσει τελικά ένα έργο που αποτελείται από περισσότερες από 40 ταινίες, παρακαταθήκη για οτιδήποτε θα αναφέρεται ως τεκμηρίωση στο μέλλον.
«Ελπίζω πως όχι μόνο τα δικά μου αλλά τα ντοκιμαντέρ όλων να αντέξουν στο χρόνο. Θα μπερδέψουν τελείως τους ιστορικούς των επόμενων αιώνων γιατί, μαζί με ό,τι έχει γραφτεί, θα έχουν να κοιτάξουν και όλες αυτές τις εικόνες.»
Titicut Follies
High School
Welfare
Ηδη με την πρώτη του ταινία, το «Titicut Follies» του 1967, που παραμένει και ένα από τα καλύτερα και πιο συγκλονιστικά ντοκιμαντέρ που γυρίστηκαν ποτέ, ο Φρέντερικ Γουάιζμαν θα πρόδιδε τη φιλοσοφία ζωής του γύρω από την τεκμηρίωση, τι σήμαινε για τον ίδιο «σινεμά της παρατήρησης» και πόση σημασία έχει η διάρκεια για να μπορέσεις να μεταφερθείς σχεδόν κυριολεκτικά μέσα στο μυαλό των «πρωταγωνιστών» της κάθε ταινίας.
Εκεί το βλέμμα του στάθηκε (για πρώτη φορά με τέτοιον άμεσο τροπο) απέναντι σε ασθενείς-τροφίμους ενός νοσοκομειακού ιδρύματος για ψυχικά διαταραγμένους εγκληματίες στη Μασαχουσέτη και η συζήτηση που άνοιξε γύρω από την ωμή αποτύπωση της ζωής τους, τα όρια του σεβασμού της κάμερας απέναντι στην ανθρώπινη αδυναμία και τη δραματοποίηση του ντοκιμαντέρ, που διαφέρει ριζικά από τη μυθοπλασία ουσιαστικά δεν σταμάτησε μέχρι και το τέλος της ζωής του,
Με ενδιαφέρει η καθημερινή εμπειρία· και ανεξάρτητα από το πώς ορίζεται ακριβώς το “καθημερινό”, έχω διαπιστώσει ότι μέσα σε αυτή τη λεγόμενη καθημερινή εμπειρία υπάρχει τόση κωμωδία, τραγωδία και θλίψη όση και σε ένα μεγάλο δράμα. Και δεν τα επινοώ - τα αναγνωρίζω.»
Το στιλ του, ενσωματωμένο μέσα στην ίδια τη διαδικασία της δημιουργίας της κάθε ταινίας, υπήρξε χαρακτηριστικό. Ηθελημένα απροετοίμαστος, ο Γουάιζμαν ξεκινούσε την καταγραφή κάθε ιδρύματος χώρου, θεσμού, επαγγελματικής ή καλλιτεχνικής ομάδας χωρίς προαποφασισμένο σενάριο, με την ταινία να δημιουργείται μετά από ικανό χρόνο παρατήρησης ουσιαστικά μέσα από τις αντιδράσεις που προκαλούσε στον ίδιο η καθημερινή ζωή των κάθε φορά «πρωταγωνιστών» του. Χωρίς συνεντεύξεις, μόνο με απομόνωση αληθινής ζωής, ο Γουάιζμαν ενσωματωνόταν στον χώρο σαν μια κάμερα ασφαλείας, φτιαγμένη έτσι ώστε να ασφαλίζει την πολύτιμη ανθρώπινη κατάσταση. Και στη συνέχεια, με υλικό που συχνά ξεπερνούσε το ανθρώπινο μέτρο, μόνταρε τα μεγάλα κομμάτια μιας φιλμογραφίας σαν αυτά να ήταν ήδη πριν την ολοκλήρωσή τους κομμάτια μιας μεγαλύτερης τεκμηρίωσης, αρχειοθετημένα ήδη το καθένα δίπλα στο σωστό λήμμα του.
«Με ενδιαφέρει να προσεγγίζω το κάθε θέμα με ανοιχτό μυαλό, Για μένα δεν υπάρχει λόγος να κάνεις μια ταινία αν έχεις ήδη μια προκαθορισμένη θέση. Δεν κάνω ταινίες - διατριβές. Με μια έννοια, η τελική ταινία είναι η αναφορά όσων έμαθα ως αποτέλεσμα της δημιουργίας της ταινίας.»
Ballet
Ex Libris: New York Public Library
Και έτσι, ως ένας από τους πιο ακούραστους εργάτες της τεκμηρίωσης, παρέδωσε αναφορές, ανάμεσα στις οποίες θα ξεχώριζε κανείς σίγουρα αυτές για την εκπαίδευση («High School»), το σύστημα πρόνοιας («Welfare»), την υγεία («Hospital»), την τέχνη («Ballet»), τη γνώση («Ex Libris: New York Public Library»), μια σειρά από πολύτιμο αρχειακό εκ των υστέρων υλικό που εκτός από την κινηματογραφική του αξία, κρύβει μέσα του και τη βαθύτερη φιλοσοφία του Γουάιζμαν που αφορούσε πάντα την αγωνία του ανθρώπου να διεκδικήσει τη φωνή του μέσα σε προβληματικές δημοκρατίες, προφητικές πλέον μέσα από το βλέμμα του για τη σημερινή κατάσταση της Αμερικής και του κόσμου.
«Με ενδιαφέρει η καθημερινή εμπειρία· και ανεξάρτητα από το πώς ορίζεται ακριβώς το “καθημερινό”, έχω διαπιστώσει ότι μέσα σε αυτή τη λεγόμενη καθημερινή εμπειρία υπάρχει τόση κωμωδία, τραγωδία και θλίψη όση και σε ένα μεγάλο δράμα. Και δεν τα επινοώ - τα αναγνωρίζω.»
O Φρέντερικ Γουάιζμαν πέθανε σε ηλικία 96 ετών. Το 2016 είχε παραλάβει τιμητικό Οσκαρ για την καριέρα του. Η τελευταία του ταινία ήταν το 2023 το «Menus-Plaisirs – Les Troisgros» για την καθημερινότητα ενός γαλλικού εστιατορίου. Το 2025 είχε δηλώσει πως δεν έχει πια την αντοχή για να ξεκινήσει μια ακόμη ταινία.
Δείτε εδώ τον Φρέντερικ Γουάιζμαν να παραλαμβάνει το τιμητικό του Οσκαρ:
Δείτε εδώ τον Φρέντερικ Γουάιζμαν να μιλάει για το έργο του:
