Η Πέμπτη ήταν μία ακόμη ημέρα των 32ων Νυχτών Πρεμιέρας με προβολές σε διαφορετικές αίθουσες της Αθήνας, από τις απογευματινές συναντήσεις μέχρι τις βραδινές κινηματογραφικές εξόδους. Στο πρόγραμμα ξεχώριζαν το «Ημερολόγιο μιας Καμαριέρας» στο Ολύμπια, η ειδική προβολή «Οι Βοσκοί» στον Δαναό και η «Αγαπημένη» στο Ολύμπια, παράλληλα με άλλες επιλογές για όσους ήθελαν να συνεχίσουν τη φεστιβαλική περιπλάνηση μέχρι αργά.
Η δική μας διαδρομή ξεκίνησε με το «Ημερολόγιο μιας Καμαριέρας» και ολοκληρώθηκε με την «Αγαπημένη», σε μια μέρα που έδωσε την ευκαιρία να παρατηρήσουμε ξανά πόσο διαφορετικές κινηματογραφικές εμπειρίες χωρούν κάτω από την ίδια φεστιβαλική στέγη.
Περισσότερες Νύχτες Πρεμιέρας 2026
- Νύχτες Πρεμιέρας 2026: Οι 32 ταινίες που το Flix θα τρέξει να δει
- Νύχτες Πρεμιέρας 2026: «Είμαστε ακόμα ζωντανοί» και το σινεμά συνεχίζει να μας ενώνει
- Νύχτες Πρεμιέρας 2026: Νύχτα Πρώτη με αγωνιστικούς χαιρετισμούς
- Νύχτες Πρεμιέρας 2026: Νύχτα Δεύτερη με ένα τελευταίο καλοκαίρι πριν το φθινόπωρο
- Νύχτες Πρεμιέρας 2026: Νύχτα Τρίτη με ένα encore που δεν λέει να τελειώσει
- Νύχτες Πρεμιέρας 2026: Νύχτα Τέταρτη και νιώσαμε ξανά εκείνη τη φεστιβαλική έξαψη
- Νύχτες Πρεμιέρας 2026: Νύχτα Πέμπτη και ο χειμώνας εισέβαλε στις αίθουσες
- Νύχτες Πρεμιέρας 2026: Νύχτα Εκτη και λίγο κρασί, λίγο θάλασσα και το αγόρι μου
- Νύχτες Πρεμιέρας 2026: Νύχτα Εβδομη σε «θέρετρα» μέσα στην καρδιά της Αθήνας
Diary of a Chambermaid του Ράντου Ζούντε
Ο Ράντου Ζούντε έχει το σπάνιο χάρισμα να κοιτάζει μια κοινωνική πληγή χωρίς να της βάζει επίδεσμο, προτιμώντας να την αφήσει εκτεθειμένη μέχρι να γίνει αμήχανη για τον θεατή. Στο «Diary of a Chambermaid», η ταξική ανισότητα δεν εμφανίζεται μέσα από μεγάλες συγκρούσεις και εύκολες καταγγελίες, αλλά μέσα από τις μικρές καθημερινές χειρονομίες, τις ευγένειες που κρύβουν απαξίωση και εκείνη την αδιόρατη αίσθηση ότι κάποιοι άνθρωποι έχουν γεννηθεί για να υπηρετούν και κάποιοι άλλοι για να εξυπηρετούνται. Με αφετηρία το μυθιστόρημα του Οκτάβ Μιρμπό, ο Ζούντε μεταφέρει την ιστορία στο σήμερα και κάνει την ηρωίδα του Ρουμάνα μετανάστρια στη Γαλλία, μετατρέποντας την παλιά λογοτεχνική σύγκρουση ανάμεσα σε αφεντικά και υπηρέτες σε ένα σχόλιο για τη σύγχρονη Ευρώπη και τις ανισότητες που εξακολουθούν να κρύβονται πίσω από την εικόνα μιας προοδευμένης κοινωνίας.
Η Τζιανίνα εργάζεται ως οικιακή βοηθός και νταντά για μια εύπορη οικογένεια του Μπορντό, φροντίζοντας ένα σπίτι που μοιάζει πολιτισμένο, φιλελεύθερο και ανοιχτόμυαλο, μέχρι τη στιγμή που η καθημερινότητά του αρχίζει να αποκαλύπτει τις αντιφάσεις του. Ο Ζούντε αποφεύγει ευτυχώς να μετατρέψει τους εργοδότες της σε καρικατούρες. Ο Πιερ και η Μαργκερίτ δεν χρειάζεται να γίνουν τέρατα για να καταλάβουμε τη θέση τους απέναντι στην Τζιανίνα, αφού η πραγματική βία βρίσκεται στις μικροεπιθετικότητες, στις αυτονόητες απαιτήσεις και στην αδυναμία τους να αντιληφθούν τι σημαίνει πραγματικά η εξάρτηση μιας άλλης γυναίκας από αυτούς. Η σκηνοθεσία παραμένει σχετικά συγκρατημένη, με τον Ζούντε να αφήνει χώρο στους χαρακτήρες και στις καταστάσεις να παράγουν το χιούμορ και την αμηχανία, ενώ η ειρωνεία του παραμένει παρούσα χωρίς να καταπίνει ολοκληρωτικά το ανθρώπινο στοιχείο.
Εκεί όπου η ταινία γίνεται περισσότερο χαρακτηριστικό του δημιουργού του είναι στο παιχνίδι ανάμεσα στην πραγματικότητα και την παράσταση. Η Τζιανίνα δεν είναι μόνο μια γυναίκα που εργάζεται ως καμαριέρα, αλλά και μια ερασιτέχνις ηθοποιός που υποδύεται την καμαριέρα σε μια θεατρική διασκευή του έργου του Μιρμπό. Η ιδέα αυτή επιτρέπει στον Ζούντε να δημιουργήσει έναν καθρέφτη μέσα στον καθρέφτη, εξετάζοντας ποιος έχει το δικαίωμα να αφηγείται την ιστορία της εργατικής τάξης και τι συμβαίνει όταν ένας άνθρωπος αναγκάζεται να υποδυθεί στη σκηνή μια πραγματικότητα που ήδη βιώνει καθημερινά. Πρόκειται για μια έξυπνη σεναριακή επιλογή, παρότι η μεταθεατρική διάσταση σε ορισμένα σημεία μοιάζει να απομακρύνει την ταινία από τον συναισθηματικό της πυρήνα.
Η Ανα Ντουμιτράσκου είναι εκείνη που συγκρατεί τελικά ολόκληρη την κατασκευή. Η ερμηνεία της δεν στηρίζεται σε θεαματικά ξεσπάσματα, αλλά στην έκφραση μιας γυναίκας που έχει μάθει να καταπίνει την ενόχληση, να προσαρμόζεται και να παρατηρεί. Στο βλέμμα της συνυπάρχουν η κόπωση, η αξιοπρέπεια, η ειρωνεία και η ανάγκη να κρατήσει κάτι δικό της μακριά από το περιβάλλον όπου εργάζεται. Δίπλα της, η Μελανί Τιερί και ο Βενσάν Μακέν λειτουργούν αποτελεσματικά ως ένα ζευγάρι που δεν χρειάζεται να υψώσει τη φωνή του για να φανεί η ταξική απόσταση που το χωρίζει από την ηρωίδα.
Το «Diary of a Chambermaid» δεν έχει την εκρηκτική, φορμαλιστικά ατίθαση ενέργεια ορισμένων προηγούμενων ταινιών του Ζούντε. Είναι πιο ήσυχο, πιο προσγειωμένο και περισσότερο προσανατολισμένο στους ανθρώπους παρά στην ίδια την κινηματογραφική πρόκληση. Αυτό λειτουργεί υπέρ του σε αρκετές στιγμές, αλλά παράλληλα κάνει ορισμένες ιδέες του να μοιάζουν λιγότερο αιχμηρές από όσο θα μπορούσαν. Η ταινία, πάντως, βρίσκει τη δύναμή της όταν σταματά να εξηγεί και αφήνει την Τζιανίνα απλώς να υπάρχει μέσα σε έναν κόσμο που θεωρεί την παρουσία της δεδομένη.
Γιατί τελικά η πιο πικρή ειρωνεία του Ζούντε βρίσκεται ακριβώς εκεί: περισσότερο από έναν αιώνα μετά τον Μιρμπό, αλλάζουν οι λέξεις, τα σπίτια, οι εργοδότες και οι κοινωνικές συμβάσεις, όμως η απόσταση ανάμεσα σε εκείνον που προσφέρει την εργασία του και εκείνον που έχει την οικονομική δύναμη να την αγοράσει παραμένει επίμονα γνώριμη. Και μέσα από τη σιωπηλή αξιοπρέπεια της Τζιανίνα, ο Ζούντε υπενθυμίζει πως η πιο βαθιά ταξική σύγκρουση δεν χρειάζεται πάντοτε να φωνάζει για να γίνει αισθητή.
Χρήστος Μπακατσέλος
Beloved του Ροντρίγκο Σορογκόγιεν
Ενας μεσήλικος άντρας περιμένει μία 20χρονη κοπέλα σ' ένα εστιατόριο στη Μαδρίτη. Η συνεύρεση τους ατσούμπαλα ευγενική, η κουβέντα τους μοιάζει να ακροπατά σε λεπτό πάγο. Κάτω από στρώσεις αβρότητας, κάτι ελλοχεύει, κάτι σιγοβράζει. Εκείνος είναι Οσκαρικός σκηνοθέτης, ο οποίος τα τελευταία 13 χρόνια ζούσε και δούλευε στην Νέα Υόρκη. Εκεί παντρεύτηκε, εκεί έκανε τα 2 αγόρια του, από εκεί μετακόμισε τους πάντες ξανά στη γενέτειρά του. Γιατί έχει στόχο κι αποστολή. Οπως εξηγεί ο Εστέμπαν στην Εμίλια, επέστρεψε για να γυρίσει μία φιλόδοξη ταινία εποχής για το άγνωστο αποικιοκρατικό παρελθόν της Ισπανίας στη Β. Σαχάρα. Και της προτείνει τον πρωταγωνιστικό ρόλο.
Πέραν από την ταινία όμως, η «αποστολή» είναι τα παιδιά του να μεγαλώσουν στην Ισπανία, να συνδεθούν με τον τόπο καταγωγής τους. Κι ο ίδιος να επανασυνδεθεί μαζί της, την κόρη που εγκατέλειψε όταν ήταν εκείνη μικρή κι όταν εκείνος ήταν ακόμα enfant terrible - αλαζονικός, νάρκισσος, εθισμένος στο αλκοόλ. Η Εμίλια -αφανής ηθοποιός με μικρούς τηλεοπτικούς ρόλους- αποδέχεται διστακτικά την πρότασή του, συνεργείο και ηθοποιοί μετακομίζουν στο νησί Φουερτεβεντούρα (που θα χρησιμοποιηθεί ως «Σαχάρα») και τα γυρίσματα ξεκινούν. Και μαζί, κι ένας ανεμοστρόβιλος εντάσεων, ενοχών, τραύματος, αναμόχλευσης ωμών, καταπιεσμένων συναισθημάτων. Θα καταφέρει αυτός ο πατέρας την εξιλέωση; Θα θεραπεύσει τον παιδικό πόνο που προκάλεσε; Ή όλα γίνονται για μία ταινία και... είναι μία ταινία;
Τι θα συνέβαινε αν η «Νορα» (Ρενάτε Ρέινσβε) της «Συναισθηματικής Αξίας» δεν απέρριπτε, αλλά έλεγε ναι στην πρόταση του Γκούσταβ (Στέλαν Σκάσγκααρντ), του αντίστοιχα αποξενωμένου πατέρα της για να παίξει στην ταινία του; Πώς θα εξελισσόταν οι ηλεκτρισμένες δυναμικές της σχέσης, οι μεταξύ τους συγκρούσεις - πώς θα πήγαινε το γύρισμα;
Ισως κάπως έτσι, όπως τα φαντάστηκε ο Ροντρίγκο Σορογκόγιεν («Ο Εχθρός Δίπλα Μου», «Κανείς δεν Μπορεί να μας Σώσει», «Ο Εκπτωτος«) και η πιστή συνσεναριογράφος του Ιζαμπέλ Πένια. «Πρόκειται για μία ιστορία προδοσίας, εγκατάλειψης, αγάπης» είχε εξηγήσει σε εκείνο το καφέ ο Εστέμπαν στην κόρη του το ιστορικό δράμα που είχε στο μυαλό του - αλλά μήπως, ασυνείδητα, μιλούσε για την ταινία της ζωής τους;
Με φόντο τον αφιλόξενο ξερότοπο της Φουερτεβεντούρα, οι συνευρέσεις πατέρα-κόρης, εντός κι εκτός πλατό, μοιάζουν με ηφαίστειο που σιγοκαίει. Ο Σορογκόγιεν άλλωστε είναι μάστερ του να προσφέρει μόνο την άκρη του νήματος της αφήγησης, να κρατά καλά κρυμμένα τα μυστικά του παρελθόντος, δοκιμάζοντας όρια κι αντοχές και φτάνοντας το συναισθηματικό σασπένς στα κόκκινα. Διάλογοι γεμάτοι υπονοούμενα, απόηχους ενός ένοχου παρελθόντος, σταδιακές αποκαλύψεις. Ολα κινούνται κάτω από την επιφάνεια, αλλά η υπόγεια έκρηξη θα είναι δυνατότερη - και θα ξεράσει οργή, πόνο, υποκρισία.
Στυλιστικά, ο Ισπανός σκηνοθέτης θα πειραματιστεί με το εύρημα της «ταινίας μέσα στην ταινία» και της «πραγματικής ζωής που διαχέεται μέσα στο ψέμα του σινεμά», παίζοντας με τα φορμά (τετράγωνο κάδρο, αμιξάριστος ήχος, ασπρόμαυρο) προσπαθώντας να μάς θυμίσει ότι τίποτα δεν είναι αληθινό, όμως όλα πονάνε. Μπροστά και πίσω από τις κάμερες. Γιατί, ο κακός εαυτός του Εστέμπαν βγαίνει και σ' έναν άλλο «πατρικό» του ρόλο - ως κηδεμόνας, ηγέτης, φροντιστής την οικογένειας του συνεργείου. Η αλαζονεία, ο υπέρμετρος εγωισμός, τα θυμικά του ξεσπάσματα στο γύρισμα ωθούν κόσμο να παραιτηθεί. Ειρωνικά, η πίεση κι ο εξευτελισμός της Εμίλια σε μία λήψη την κάνουν να δώσει την ερμηνεία της ζωής της. Ομως, άλλαξαν οι εποχές που κάτι τέτοιο συγχωρούνταν. Τώρα, το σχόλιο του Σορογκόγιεν είναι σαφές: οι κακοποιητικές συμπεριφορές στα κινηματογραφικά παρασκήνια δεν είναι «tough love». Και δεν είναι προνόμιο ενός genius σκηνοθέτη.
«Η Λιβ Ούλμαν είχε πει κάποτε: όσο πιο κοντά πλησιάζει ο κινηματογραφικός φακός, τόσο περισσότερο να πετάς τη μάσκα σου». Δεν το λέει απλώς ως σκηνοθετική οδηγία ο Εστέμπαν στην Εμίλια. Το εφαρμόζει ως κανόνα ο Σορογκόγιεν στη χορογραφία με τους ηθοποιούς του. Γιατί αυτή η ταινία δε θα μπορούσε παρά να πατάει πάνω τους. Η Βικτώρια Λουένγκο, τόσο νατουραλιστική τόσο φρέσκια, με δυο ελαφίσια μάτια που κουβαλούν ταυτόχρονα αθωότητα, θυμό και μια υπόγεια λαχτάρα αποδοχής.
Κι ο Χαβιέ Μπαρδέμ μοιάζει να έχει πετάξει τα περιττά. Με ένα σκαμμένο πρόσωπο που μαρτυρά δεκαετίες εμπειρίας κι αυτοπεποίθησης στην εκφραστική του ένταση, παραδίδει μία ερμηνεία χρυσών ισορροπιών. Δεν υπάρχει ούτε μία παραφωνία στο παίξιμό του. Κάθε βλέμμα, κάθε ήχος, κάθε χειρονομία έχει λόγο, αλάνθαστη τονικότητα, σωστή θερμοκρασία κι εκτελείται με χειρουργική ακρίβεια.
«Τι συνέβη; Η ζωή. Αυτό συνέβη» ξεσπά στην παραγωγό του ο Εστέμπαν σε μία υπέροχη σκηνή όπου το μόνο καταφύγιο από τον άγριο αέρα της έρημου της Φουερτεβεντούρα είναι ένα κούφωμα, μία πόρτα μίας στάσης όπου περιμένουν το ταξί της διαφυγής τους. Τι άλλο είναι και μια ταινία, μία σκοτεινή κινηματογραφική αίθουσα, παρά ένα τέτοιο απάγκιο που μπορεί να προσφέρει ασφάλεια αλλά κι αντικατοπτρισμό όσων στη ζωή ραπίζουν ανελέητα. Μας προδίδουν, μάς εγκαταλείπουν, μας αγαπάνε.
Πόλυ Λυκούργου
Αναζητήστε εδώ το ωρολόγιο πρόγραμμα του 32ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας - Νύχτες Πρεμιέρας
Το 32ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας διεξάγεται φέτος από τις 30 Σεπτεμβρίου έως και τις 11 Οκτωβρίου. Αναζητήστε περισσότερες πληροφορίες στο επίσημο site του Φεστιβάλ, στη σελίδα του στο Facebook και το Instagram.
