Πάντα η πρώτη βραδιά των Νυχτών Πρεμιέρας έχει κάτι το ιδιαίτερο. Δεν είναι απλώς η επίσημη έναρξη ενός ακόμη κινηματογραφικού φεστιβάλ, αλλά εκείνη η στιγμή που η Αθήνα ξαναβρίσκει τον ρυθμό της μέσα στις αίθουσες. Χθες, Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου, το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών φιλοξένησε την τελετή έναρξης της 32ης διοργάνωσης, σηματοδοτώντας την επιστροφή ενός θεσμού που εδώ και περισσότερες από τρεις δεκαετίες έχει συνδέσει το όνομά του με τη σινεφιλική ζωή της πόλης. Το φεστιβάλ θα διαρκέσει έως τις 11 Οκτωβρίου, απλώνοντας το πρόγραμμά του σε κινηματογραφικές αίθουσες και πολιτιστικούς χώρους της Αθήνας.
Η βραδιά ξεκίνησε με την πανελλήνια πρεμιέρα του «Club Kid», του σκηνοθετικού ντεμπούτου μεγάλου μήκους του Τζόρνταν Φέρστμαν. Η ταινία, που είχε κάνει την παγκόσμια πρεμιέρα της στις Κάννες, ακολουθεί έναν γκέι διοργανωτή πάρτι στη Νέα Υόρκη, ο οποίος βλέπει τη ζωή του να αλλάζει όταν εμφανίζεται ξαφνικά ένα δεκάχρονο αγόρι που αποδεικνύεται πως είναι ο γιος του, τον οποίο δεν γνώριζε ότι είχε. Με έναν συνδυασμό χιούμορ, τρυφερότητας και συγκίνησης, το φιλμ επιχειρεί να μιλήσει για τις εναλλακτικές οικογένειες, τις κοινότητεςς και τους δεσμούς που δημιουργούνται πέρα από τα παραδοσιακά σχήματα.
Διαβάστε ακόμα: Νύχτες Πρεμιέρας 2026: Οι 32 ταινίες που το Flix θα τρέξει να δει
Η επιλογή του «Club Kid» για την έναρξη κάθε άλλο παρά τυχαία μοιάζει. Το φετινό πρόγραμμα έχει έντονη παρουσία του queer σινεμά, νέες φωνές, βραβευμένες ταινίες από μεγάλα φεστιβάλ και ένα μεγάλο αφιέρωμα στον Λι Τσανγκ Ντονγκ, ενώ ο Γιώργος Λάνθιμος αναλαμβάνει τον ρόλο του curator σε μια ξεχωριστή ενότητα προσωπικών επιλογών του. Παράλληλα, το φεστιβάλ συνεχίζει να δίνει χώρο στο ελληνικό σινεμά μέσα από το διαγωνιστικό τμήμα «Ελληνικές Μικρές Ιστορίες», το οποίο φέτος περιλαμβάνει 42 ταινίες που επιλέχθηκαν ανάμεσα σε 392 συμμετοχές.
Στο επίκεντρο της βραδιάς βρέθηκε, φυσικά, ο Λουκάς Κατσίκας. Για τον Καλλιτεχνικό Διευθυντή των Νυχτών Πρεμιέρας, η φετινή διοργάνωση έχει και μια ιδιαίτερη προσωπική σημασία, καθώς η σχέση του με το φεστιβάλ ξεκινά από το 1996. «Είμαστε ακόμα ζωντανοί. Αυτόν τον Σεπτέμβριο τυχαίνει να κοιτάζω κι εγώ τριάντα χρόνια στις Νύχτες Πρεμιέρας. Καλώς ήρθατε», ανέφερε, ανοίγοντας την ομιλία του και υπογραμμίζοντας μια διαδρομή τριών δεκαετιών μέσα σε έναν θεσμό που έχει αλλάξει μαζί με το αθηναϊκό κινηματογραφικό τοπίο.
Ο ίδιος αναφέρθηκε με χιούμορ και στα δέκα χρόνια που βρίσκεται στη θέση του Καλλιτεχνικού Διευθυντή. «Τα τελευταία δέκα χρόνια βρίσκομαι εδώ και σας καλωσορίζω στη θέση του Καλλιτεχνικού Διευθυντή, εγώ και η ομάδα μου. Καμιά φορά αστειεύομαι ότι είμαι ο μακροβιότερος μαθητευόμενος Καλλιτεχνικός Διευθυντής του φεστιβάλ», είπε, πριν σταθεί σε όσα μεσολάβησαν όλα αυτά τα χρόνια και στις δοκιμασίες που χρειάστηκε να ξεπεράσει η κινηματογραφική κοινότητα.
Μετά από τόσα χρόνια οικονομικής κρίσης, COVID, downloading, πλατφορμών και όλων όσων μας έκαναν να πιστεύουμε ότι ο κόσμος δεν θα πηγαίνει πια στις αίθουσες, το σινεμά είναι ακόμα εδώ» - Λουκάς Κατσίκας
Η οικονομική κρίση, η αλλαγή των τρόπων με τους οποίους το κοινό παρακολουθεί ταινίες, το downloading, η άνοδος των πλατφορμών και, φυσικά, η πανδημία του COVID άλλαξαν δραστικά τη σχέση μας με το σινεμά και τις αίθουσες. Ο Κατσίκας στάθηκε ακριβώς σε αυτή τη διαδρομή, θυμίζοντας πως αρκετές φορές ακούστηκε η άποψη ότι ο κινηματογράφος και οι αίθουσες δεν θα άντεχαν. Κι όμως, οι Νύχτες Πρεμιέρας συνέχισαν να υπάρχουν και να συγκεντρώνουν το κοινό τους. «Μετά από τόσα χρόνια οικονομικής κρίσης, COVID, downloading, πλατφορμών και όλων όσων μας έκαναν να πιστεύουμε ότι ο κόσμος δεν θα πηγαίνει πια στις αίθουσες, το σινεμά είναι ακόμα εδώ», σημείωσε χαρακτηριστικά.
Για τον Κατσίκα, όμως, η μεγαλύτερη κατάκτηση αυτής της δεκαετίας δεν είναι μόνο η αντοχή του φεστιβάλ. Είναι οι άνθρωποι που δημιουργήθηκαν γύρω από αυτό. «Αυτό που κρατάω από τα τελευταία δέκα χρόνια είναι ότι σε αυτό το φεστιβάλ συγκεντρώθηκε και δούλεψε και δουλεύει μία ομάδα ανθρώπων, οι οποίοι δεν το είδαν ως απλώς μια δουλειά. Το είδαν σαν οικογένεια και σαν προέκταση της αγάπης και του πάθους τους για το σινεμά», είπε, ευχαριστώντας την ομάδα του αλλά και το κοινό που εξακολουθεί να στηρίζει τη διοργάνωση. «Δεν έχω ξανασυναντήσει, σε φεστιβάλ ή σε οποιαδήποτε εκδήλωση, ανθρώπους που να δουλεύουν με τόσο λίγα πράγματα και να καταφέρνουν τόσο πολλά».
Η ομιλία του κινήθηκε τελικά πέρα από τους αριθμούς, τις ταινίες και τις διοργανωτικές επιτυχίες. Ο Κατσίκας μίλησε για τις Νύχτες Πρεμιέρας ως έναν χώρο όπου δημιουργούνται κοινότητες, φιλίες και αναμνήσεις, αλλά και ως ένα καταφύγιο απέναντι σε όσα συμβαίνουν έξω από την κινηματογραφική αίθουσα. «Η έννοια του φεστιβάλ έχει μαζί της τις κοινότητες, τις φιλίες και τις οικογένειες. Υπήρξε για εμένα αυτά τα δέκα χρόνια ένας τρόπος να γνωρίζω ανθρώπους και να συμμετέχω στην κοινή δημιουργία, αλλά και ένας τρόπος να αντιμετωπίζουμε όλα τα σκοτάδια που συμβαίνουν γύρω μας».
Αυτή να ήταν η πιο ουσιαστική σκέψη της χθεσινής βραδιάς. Οι Νύχτες Πρεμιέρας δεν επιστρέφουν απλώς κάθε φθινόπωρο για να παρουσιάσουν ταινίες. Επιστρέφουν για να υπενθυμίσουν ότι η κινηματογραφική αίθουσα εξακολουθεί να είναι ένας τόπος συνάντησης. Ενας χώρος όπου άγνωστοι άνθρωποι μπορούν να γελάσουν, να συγκινηθούν, να διαφωνήσουν, να συζητήσουν και να φύγουν κρατώντας κάτι από την κοινή εμπειρία. «Ο κόσμος μας είναι ένας πολύ δύσκολος κόσμος για να ζει κανείς», ανέφερε ο Κατσίκας, προσθέτοντας πως μέσα σε αυτές τις δυσκολίες υπάρχει ακόμη η ανάγκη «να καθόμαστε μαζί, να βλέπουμε ταινίες και να κάνουμε το φεστιβάλ έναν ασφαλή και ανοιχτό χώρο συμπερίληψης, διαλόγου, δημοκρατίας και πολιτισμού».
Με αυτή τη διάθεση άνοιξε και η 32η διοργάνωση. Με μια ταινία που μιλά για την οικογένεια και την κοινότητα, με έναν θεσμό που μετρά πλέον 32 χρόνια ζωής και με έναν καλλιτεχνικό διευθυντή που συμπληρώνει τρεις δεκαετίες προσωπικής διαδρομής μέσα σε αυτόν. Και κάπως έτσι, λίγο πριν σβήσουν τα φώτα της αίθουσας και αρχίσει η πρώτη ταινία, το «Είμαστε ακόμα ζωντανοί» του Λουκά Κατσίκα έμοιαζε περισσότερο με διαπίστωση παρά με σύνθημα. Οι Νύχτες Πρεμιέρας είναι εδώ και η Αθήνα, για ακόμη μία φορά, είναι έτοιμη να τις ζήσει.
Διαβάστε ακόμα: Ο Τζόρνταν Φέρστμαν πέρασε από το Instagram στις Κάννες και δεν σκοπεύει να γυρίσει πίσω
«Club Kid» του Τζόρνταν Φέρστμαν
Περισσότερο από το μάλλον προβλέψιμο σενάριο του, τις αποχρώσεις της στην πραγματικότητα mainstream καρδιάς του που πιστεύει ωστόσο ακράδαντα ότι χτυπάει «ανεξάρτητα» και το hype που το έφερε στις Κάννες ως το απόλυτο queer fun φιλμ για μαζική κατανάλωση, η πραγματική καρδιά της πρώτης ταινίας του Τζόρνταν Φέρστμαν βρίσκεται στη βιωματική της αναγωγή.
Διάσημος κωμικός, με συμμετοχές από το Drag Race μέχρι το «Hacks» και το «I Love La» του ΗΒΟ, σεναριογράφος, παραγωγός και ηθοποιός ταινιών μικρού μήκους («Call your Father» του 2016 και «Men Don't Whisper» του 2017), που έκαναν το δικό τους θόρυβο στο Sundance, ο Τζόρνταν Φέρστμαν είναι περισσότερο γνωστός για μια σειρά από βίντεο στο Instagram με τον τίτλο «Impressions» που απέκτησαν τεράστια φήμη την εποχή της πανδημίας και για τις κατά καιρούς αμφιλεγόμενες απόψεις του εναντίον της κοινότητας, όσων δεν κάνουν coming out και πιο πρόσφατα εναντίον των «ψεύτικων» ερωτικών σκηνών «μεταξύ δυο στρέιτ αντρών» στο «Heated Rivalry».
Με το «Club Kid» φτιάχνει εδώ μια ταινία ενηλικίωσης όχι μόνο για τον ήρωά του, αλλά - είναι φανερό - και για τον ίδιο του τον εαυτό. Με μια προφανή πρόθεση μιας κάποιας εξιλέωσης.
Ο Πίτερ - που τον υποδύεται ο Φέρστμαν, υποδυόμενος στην πραγματικότητα τον εαυτό του - είναι ένας διοργανωτής πάρτι στο Μπρούκλιν, εξέχον μέλος της queer κοινότητας που ξοδεύεται σε ναρκωτικά, χορό, shading και περιστασιακό σεξ σαν να μην υπάρχει αύριο… μέχρι το επόμενο πάρτι που το μοτίβο απλά επαναλαμβάνεται σε μια λούπα που μοιάζει να μην έχει τέλος. Έχοντας χάσει ολοκληρωτικά τον έλεγχο πλέον της ζωής του, θα βρεθεί στη μεγαλύτερη κρίση που γνώρισε ποτέ: θα «απολυθεί» από τη συνεταίρο του που θέλει να κρατήσει «επαγγελματική» την επιχείρηση τους και την ίδια ακριβώς στιγμή θα εμφανιστεί στη ζωή του ο… γιός του.
Ο,τι ακολουθεί είναι αυτό ακριβώς που φαντάζεστε. Το ιδανικό, αλλά και τόσο γνώριμο στην ιστορία του σινεμά μοτίβο για την «ανάγκη» που θα κάνει τον ήρωα να ενηλικιωθεί προκειμένου να μπορέσει να φροντίσει έναν ανήλικο. Στην πορεία θα ανακαλύψει πτυχές της ζωής που δεν ήξερε ότι υπήρχαν, άγνωστα συναισθήματα όπως εμπιστοσύνη - ασφάλεια - αγάπη, μια ισχυρή δόση αυτοπεποίθησης που δεν ήξερε ότι μπορούσε να αντληθεί από κάποιον που δεν μοιράζεται μαζί του μυτιές ή κάποιο μέρος του σώματος του και κυρίως πώς είναι να περνάς τις μέρες σου… καθαρός.
Με τον τόνο να παραμένει από την αρχή μέχρι το τέλος συντονισμένος στο feelgood, το «Club Kid» είναι σαν το «About a Boy» μετά από χρήση αμφεταμίνης (ή ένταξει, πιο προς το «Big Daddy» με τον Ανταμ Σάντλερ). Ο Φέρστμαν μεταφράζει αυτή την μετάπτωση σε ένα ακόμα πάρτι. Η αυθεντικότητα της queer club σκηνής σε συνδυασμό με την έμφυτη κωμωδία και τον αυτοσαρκασμό του Φέρστμαν δημιουργούν ένα συναρπαστικό μείγμα που δεν κρύβεται από τον θεατή προκειμένου να μην τον σοκάρει. Τίποτα explicit ωστόσο δεν παρουσιάζεται στην ταινία και τίποτα περισσότερο ακατάλληλο από υπερβολική χρήση κοκαΐνης, μερικά αστεία για το fisting και μια μπλούζα ο μικρός θα φορέσει κατά λάθος και γράφει «I love Bjork and Bareback», χωρίς να ξέρει τι ακριβώς σημαίνει και κυρίως γιατί είναι κακό αφού όντως του αρέσει η Μπιορκ.
Η ίδια αυθεντικότητα διατηρείται και στο δεύτερο μέρος όπου πλέον η σχέση πατέρα και γιου ξεδιπλώνεται με το ίδιο χιούμορ και με αγγίγματα αναπολογητικού fun. Αναπόφευκτα ωστόσο ο Φέρστμαν υποκύπτει στα κλισέ του «είδους» με προβλέψιμες τροπές του σεναρίου, cringe εκρήξεις περισσού cuteness, αστοχίες στη σκιαγράφηση των ηρώων (ειδικά των γυναικών) και με μια αδιόρατη αίσθηση που γίνεται ολοένα και πιο έντονη μέχρι το φινάλε πως για να μπορέσεις να είσαι καλός πατέρας οφείλεις να σταματήσεις το πάρτι. Λογικό ίσως, αλλά και με μια υπερβολικά «χολιγουντιανή» αίσθηση συντηρητισμού για την κακή ζωή που δεν μπορεί να περιλαμβάνει και την καλή. Και την ίδια στιγμή με μια ειλικρίνεια, σημάδι ενηλικίωσης, που κάνει έναν κατα τα άλλα πληθωρικό Φέρστμαν να κρατάει το «εγώ» του (ως περσόνα) πίσω προκειμένου να ελευθερώσει από τρυφερότητες μέχρι dolls και το 35άρι στο οποιό έχει γυριστεί η ταινία του, σαν ένα family movie για μια (κάποια) νέα γενιά.
Μανώλης Κρανάκης
Αναζητήστε εδώ το ωρολόγιο πρόγραμμα του 32ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας - Νύχτες Πρεμιέρας
Το 32ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας διεξάγεται φέτος από τις 30 Σεπτεμβρίου έως και τις 11 Οκτωβρίου. Αναζητήστε περισσότερες πληροφορίες στο επίσημο site του Φεστιβάλ, στη σελίδα του στο Facebook και το Instagram.
