Φεστιβάλ / Βραβεία

Νύχτες Πρεμιέρας 2026: Νύχτα Εκτη και λίγο κρασί, λίγο θάλασσα και το αγόρι μου

στα 10

Η έκτη μέρα των Νυχτών Πρεμιέρας βρήκε την Αθήνα σε πλήρη φεστιβαλικό ρυθμό, με γεμάτες αίθουσες στις ταινίες «Queen at Sea» και «The Man I Love».

Νύχτες Πρεμιέρας 2026: Νύχτα Εκτη και λίγο κρασί, λίγο θάλασσα και το αγόρι μου

Η Τρίτη 6 Οκτωβρίου κινήθηκε σε έναν πιο πυκνό, καθαρά φεστιβαλικό ρυθμό, με tο πρόγραμμα να φέρνει μαζί ελληνικές μικρού μήκους, επαναληπτικές προβολές και μεγάλες διεθνείς πρεμιέρες, με τον «Αιχμάλωτο και τον Σαμουράι» στο Ολύμπια να λειτουργεί ως ένα από τα σημεία αναφοράς της βραδιάς. Στον Δαναό, λίγο νωρίτερα, το «Queen at Sea» συγκέντρωσε το κοινό του Διεθνούς Διαγωνιστικού, ενώ η βραδινή προβολή του «The Man I Love» στο Ολύμπια έδωσε στη μέρα ένα δεύτερο, διαφορετικό σημείο συνάντησης.

νύχτες πρεμιέρας 2026

νύχτες πρεμιέρας 2026

Περισσότερες Νύχτες Πρεμιέρας 2026


The Man I Love

The Man I Love του Αϊρα Σακς

«Μαζί μας απόψε έχουμε έναν σταρ: τον Τζίμι Τζορτζ!». Ετσι παρουσιάζει η drag queen του νεοϋρκέζικου κλαμπ των 80ς τον Τζίμι. Και, ναι, στην underground σκηνή των queer shows, του πειραματικού σινεμά, των θεατρικών αυτοσχεδιαστικών performance, ο Τζίμι είναι κάπως διάσημος. Για την οικογένειά του, όμως, όχι. Είναι «το παιδί που είχε ταλέντο, αλλά δεν το έφτασε πουθενά - δεν πήγε στο Λος Αντζελες να κάνει ταινίες». Απρόσεχτος, ανώριμος και τεμπέλης για τον πιστό του σύντροφο Ντένις, γοητευτικός, εκκεντρικός, ακαταμάχητος για τον Βίνσεντ, τον νέο γείτονα και εραστή του, εύθραυστος, γλυκός κι άτυχος για την αδελφή του. Ποιος είναι ο πραγματικός Τζίμι Τζορτζ;

Ενας οροθετικός άντρας στην Νέα Υόρκη των 80ς. Χαρισματικός αλλά και νάρκισσος - τόσο στη ζωή όσο και πάνω στη σκηνή. Προσπαθεί να συμφιλιωθεί με τη θανάσιμη ασθένεια, να μην της επιτρέψει να τον καθορίζει, να αρπάξει και να καταβροχθίσει στιγμές ηδονής και χαράς (κι ας πληγώνει όλους τους γύρω του) και, πάνω από όλα, ενώ οι μέρες του οποίου μετρούν αντίστροφα και το AIDS του έχει στερήσει οξυδέρκεια και μνήμη, να κάνει ατελείωτες πρόβες για πρωταγωνιστήσει σε μία τελευταία παράσταση: να ενσαρκώσει την ανυπότακτη «Ελέν στο «Once Upon a Time in the East» του Αντρέ Μπρασάρ.

Η νέα ταινία του Αϊρα Σακς («Περάσματα», «Η Αγάπη Είναι Παράξενη») προσγειώνεται στην καρδιά της gay κουλτούρας της Νέα Υόρκης της δεκαετίας του ’80 - σε μία ιστορία για το AIDS, που ούτε το συζητά, ούτε το δείχνει. Ο φακός του Σακς δε θα αποτυπώσει τραγικούς αποχαιρετισμούς σε κρεβάτια νοσοκομείων, δε θα ζουμάρει σε σαρκώματα Καπόζι. Το κοινωνικό πλαίσιο του Τζίμι δε θα ξεράσει την συντριπτική ομοφοβία της Αμερικής του Ρίγκαν και την αμείλικτη προκατάληψη του πολιτικού κλίματος της εποχής. ούτε θα νιώσουμε τον τρόμο της πανδημίας που οδηγούσε τους ανθρώπους να σβήνουν στην μοναξιά και την αποξένωση.

Αυτό παραξενεύει αρχικά, μέχρι να καταλάβει κανείς ότι είναι θέμα επιλογής - σχεδόν πολιτικής. Ο Σακς χαρίζει στον Τζίμι μια ματιά αξιοπρέπειας και ανθρωπιάς: τον αντιμετωπίζει σαν ασθενή, όχι σαν στίγμα.

Παρόλα αυτά, δε θα πέσει στην παγίδα να τον κάνει συμπαθή. Μία κακομαθημένη πριμαντόνα είναι, ένας εγωπαθής αρτίστας, χωρίς ιδιαίτερο ταλέντο (αλλά ο ίδιος θεωρεί ότι είναι σπουδαίος), ευαισθησία, ενσυναίσθηση, φραγμούς (βάζει τον μικρό του ανιψιό να μαγνητοσκοπήσει το αντίο στους γονείς του, αραδιάζοντας αφιλτράριστα τις σεξουαλικές του περιπέτειες).

Ο Ράμι Μάλεκ τον ερμηνεύει χωρίς να του χαρίζεται. Δίνει μια μεγαλόστομη, επιτηδευμένη ερμηνεία, με υπερφορτωμένη εκφραστικότητα, ελαστική σωματικότητα και έντονα, υγρά, πληγωμένα μάτια. Ο Τομ Στέριτζ στο ρόλο του πιστού, υπομονετικού συντρόφου είναι στιβαρός, απέριττος, λιτός. Κι ο Λούθερ Φορντ, ως ο νέος, παρορμητικός -απρόσεχτος τόσο με την υγεία όσο και την καρδιά του- εραστής κλέβει την παράσταση με τη φόρα της νιότης και του αυθορμητισμού του.

Ο Σακς ποτέ δεν επεξηγεί τις ιστορίες του. Πάντα σε βουτά απροετοίμαστο στο κέντρο της αφήγησης, δεν σε παίρνει ποτέ από το χέρι, δεν ξέρεις το παρελθόν των ηρώων, τα κίνητρα, το πλαίσιο τους. Πολλές φορές αυτό δημιουργεί μια απότομη οικειότητα, σαν να έχεις μπει σε άγνωστο σπίτι, αλλά σου στρώνουν το οικογενειακό τραπέζι για να φάτε όλοι μαζί.

Πάντα όμως αυτή η προσέγγιση εμπεριέχει κι ένα μεγάλο ρίσκο: αντί να νιώσεις φιλοξενία, να αισθανθείς ακόμα πιο ξένος. Να εισπράξεις εγγύτητα και να κρατήσεις απόσταση. Η ιδιοσυγκρασιακή ιστορία του Τζίμι μάλλον ανήκει σε αυτή την κατηγορία. Δεν είναι ότι δεν υπάρχουν στιγμές αφοπλιστικής ειλικρίνειας που συγκινούν - η ωμή παιδικότητα του ήρωα, τα στοργικά αγγίγματα του συντρόφου του, η βουβή απελπισία του θανάτου. Ή και μία σπάνια ματιά σ' ένα άγνωστο θεατράλε κόσμο έκφρασης, δημιουργίας, χαράς.

Οι ιδέες όμως είναι κάπως ντελικάτες, ασύνδετες, αστήριχτες - σαν γκλίτερ κομφετί που πέφτει από τη σκηνή ενός drag club, αλλά προσγειώνεται άδοξα στο πάτωμα και στη σόλα των παπουτσιών σου.

Πόλυ Λυκούργου

queen at sea

Queen at Sea του Λανς Χάμερ

Η Αμάντα είναι μία 50χρονη καθηγήτρια, χωρισμένη μητέρα της έφηβης Σάρα, αλλά και «κηδεμόνας» της 80ς μητέρας της Λέσλι, η οποία πάσχει από γεροντική άνοια. Για να τη φροντίσει, μετακομίζει προσωρινά στο Λονδίνο, αδυνατώντας να εμπιστευτεί πλήρως τον 85χρονο πατριό της, Μάρτιν. Η ασθένεια είναι εκφυλιστική κι απρόβλεπτη. Θεωρητικά, η Λέσλι θα έπρεπε να βρίσκεται σε μια εξειδικευμένη δομή φροντίδας. Ο Μάρτιν όμως αρνείται κατηγορηματικά. Παραμένει βαθιά ερωτευμένος με «το κορίτσι του». Θέλει ο ίδιος να τη φροντίζει: να τη λούζει, να τη ντύνει, να της δίνει τα φάρμακά της, να πηγαίνουν χεράκι χεράκι την καθημερινή τους βόλτα στο πάρκο.

Οπως θέλει να κάνουν και σεξ - κάτι που σοκάρει την Αμάντα. Πιστεύει πως η μητέρα της, χαμένη μέσα στον ωκεανό της σύγχυσης, δεν είναι σε θέση να δώσει συνειδητή συγκατάθεση. Οσο κι αν ο Μάρτιν ισχυρίζεται ότι το ζευγάρι έχει ένα δέσιμο και μία επικοινωνία που κανείς άλλος δεν μπορεί να κρίνει, στα μάτια της της Αμάντα αυτό που συμβαίνει είναι βιασμός. Για αυτό καλεί την αστυνομία, για να τον τρομάξει, για να τον σταματήσει. Ομως η καταγγελία της ανοίγει τον ασκό του Αιόλου. Μία αλυσιδωτή αντίδραση ξεκινά κι ένα τεράστιο ηθικό βάρος αποφάσεων κρέμεται πάνω από τα κεφάλια όλων όσων αγαπούν την Λέσλι. Γιατί η αγάπη δεν σημαίνει απαραίτητα και δικαίωμα ορισμού της ζωής του άλλου.

Και αν δεν έφταναν όλα αυτά, η Σάρα ζει την πρώτη σεξουαλική της αφύπνιση - κάτι που μοιάζει να περνά οριακά απαρατήρητο από το ραντάρ της Αμάντα. Σε πόσα σώματα ταυτόχρονα να είναι μητέρα;

Ο Λανς Χάμερ (« Ballast», 2008) άργησε να κάνει δεύτερη ταινία. Ισως όμως να άξιζε τον κόπο ότι πήρε το χρόνο του για να γράψει και να σκηνοθετήσει τόσο περίτεχνα, τόσο ντελικάτα, τόσο αφοπλιστικά ωμά αυτή την ιστορία.

Μάς προσγειώνει όλους από την αρχή στο κρεβάτι του υπερήλικου ζευγαριού, για να μας σοκάρει. Μάς εγκλωβίζει στην κουρασμένη απόγνωση της κόρης που σταδιακά χάνει το κριτήριο του σωστού και του λάθους. Συνδεόμαστε με την τρυφερότητα του συζύγου, νιώθουμε την αγάπη του, ζούμε το θυμό του καθώς όλοι οι υπόλοιποι δεν ξέρουν τη σχέση του με τη γυναίκα του. Παράλληλα, το βλέπουμε. Το βλέπουμε το χαμένο βλέμμα της Λέσλι. Δεν μπορούμε να το διαβάσουμε. Δεν μπορεί κανείς να το αποκωδικοποιήσει. «Δεν είναι η σύζυγός σου πια, δεν είναι η μητέρα μου. Αυτή η γυναίκα, χάθηκε για πάντα...» ξεσπά η Αμάντα με απελπισία. Ποιος έχει δίκιο; Ο Χάμερ μετακινεί συνεχώς τα όρια, τοποθετεί την κάμερα πότε δίπλα και πότε απέναντι, κι ανάλογα επανατοποθετούμαστε κι εμείς σε ένα ειλικρινές, σκληρό, απαιτητικό ηθικό διάλογο.

Και αν όσα συμβαίνουν στην οθόνη μοιάζουν επιτακτικά, κατεπείγοντα, ενοχλητικά, αλλά ταυτόχρονα ανθρώπινα, οικεία και αμείλικτα έντιμα, είναι γιατί ο Χάμερ έχτισε την ταινία μετά από ενδελεχή έρευνα. Πολύ πριν γίνουν τα γυρίσματα στο Λονδίνο, το σενάριο διαμορφώθηκε μέσα από εντατικές πρόβες και τη συμβολή ειδικών από τις κοινωνικές υπηρεσίες και την αστυνομία, κάποιοι από τους οποίους έμειναν για να υποδυθούν μυθοπλαστικές εκδοχές του εαυτού τους.

Ο Χάμερ (αν κι Αμερικανός) φρόντισε με την ίδια αριστοτεχνική σχολαστικότητα και τις λεπτομέρειες της ζωής στην Αγγλία που, αν τις πετύχεις, μεταγγίζουν αληθινή ζωή και στο σχήμα της ταινίας σου. Ολα τα αισθάνεσαι αληθινά - από τα πατώματα που τρίζουν σε κάθε βήμα, τη θέα της παντού τσιμεντωμένης μητρόπολης του Λονδίνου που υπέκυψε στο απρόσωπο gentrification, τα κασκόλ που τυλίγει τρυφερά η Αμάντα τη μαμά της, τα μπουφάν της Gen Z.

Πάνω από όλα όμως, οι συγκλονιστικές ερμηνείες του πρωταγωνιστικού τρίο σε κάνουν να συνδεθείς αληθινά με τους ανθρώπους. Η Ζιλιέτ Μπινός περπατά στην κόψη του ξυραφιού - πότε δυναμική, πότε σπαρακτική. Πάντα ανασφαλής. Παίζει την κάθε σκηνή της με μία ατόφια, αφιλτράριστη κούραση. Αυτή που αναγνωρίζει κάθε άνθρωπος που έχει υποστεί την ευθύνη ενός ηλικιωμένου γονέα. Ο πάντα υπέροχος Τομ Κόρτνεϊ κρατά με αυτοπεποίθηση τα όρια ανάμεσα στην γλυκύτητα, τη στοργή, την αγανάκτηση, την απόλυτη ματαίωση.

Η τηλεοπτική και θεατρική κυρίως Αγγλίδα ηθοποιός, Ανα Κόλντερ-Μάρσαλ, ερμηνεύει τη Λέσλι συγκλονιστικά, αλλά με καθαρότητα - χωρίς επιτήδευση, υπερβολές και ευκολίες. Δεν αποποιείται απλώς την εγκεφαλική νόηση της ηρωίδας της. Κάνει κάτι ακόμα πιο δύσκολο Την γδύνει από κάθε ίχνος προσωπικότητας, αλλά επιτρέπει ακαριαίες εκλάμψεις μεγαλείου. Κι αυτές οι στιγμές είναι που σε συντρίβουν, γιατί φωτίζουν πόσο άδικη μπορεί να είναι αυτή η ασθένεια.

Θα μιλούσαμε για αριστούργημα αν ο Χάμερ δεν είχε υποπέσει στην παγίδα των πολλαπλών φινάλε - με το τελικό να έχει και μία συζητήσιμη ηθική διάσταση. Ομως το σύνολο της διαδρομής σε αυτή την φουρτουνιασμένη θάλασσα, μας ταρακούνησε, μάς έπνιξε και μας ξέβρασε από την αίθουσα ναυαγούς των (μετακινημένων) σκέψεών μας. Κι όταν τα καταφέρνει αυτό μία ταινία, δεν μπορεί παρά να είναι σπουδαία.

Πόλυ Λυκούργου


Αναζητήστε εδώ το ωρολόγιο πρόγραμμα του 32ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας - Νύχτες Πρεμιέρας

Το 32ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας διεξάγεται φέτος από τις 30 Σεπτεμβρίου έως και τις 11 Οκτωβρίου. Αναζητήστε περισσότερες πληροφορίες στο επίσημο site του Φεστιβάλ, στη σελίδα του στο Facebook και το Instagram.

Νύχτες