Φεστιβάλ / Βραβεία

Νύχτες Πρεμιέρας 2026: Νύχτα Δεύτερη με ένα τελευταίο καλοκαίρι πριν το φθινόπωρο

στα 10

Η δεύτερη μέρα στις Νύχτες Πρεμιέρας έφερε στην πόλη μια μικρή δόση καλοκαιριού, με το «The Best Summer» να δίνει τον τόνο, ενώ οι αίθουσες και οι δρόμοι γύρω από το φεστιβάλ γέμισαν με τη γνώριμη φεστιβαλική ενέργεια.

Νύχτες Πρεμιέρας 2026: Νύχτα Δεύτερη με ένα τελευταίο καλοκαίρι πριν το φθινόπωρο

Η δεύτερη μέρα είχε ήδη τον ρυθμό μιας κανονικής φεστιβαλικής ημέρας, με τις Νύχτες Πρεμιέρας να απλώνονται από το απόγευμα μέχρι αργά το βράδυ σε διαφορετικά σημεία της Αθήνας. Το πρόγραμμα έφερε το κοινό από τον Δαναό και το Αστορ μέχρι την Οπερα, δημιουργώντας εκείνη τη γνώριμη αίσθηση πως η πόλη κινείται για λίγες ώρες στους ρυθμούς του σινεμά. Ανάμεσα στις προβολές, οι συζητήσεις έξω από τις αίθουσες, οι γνώριμες συναντήσεις θεατών και δημοσιογράφων και η συνεχής μετακίνηση από τη μία αίθουσα στην άλλη έδωσαν στη δεύτερη ημέρα του φεστιβάλ έναν ιδιαίτερα ζωντανό παλμό.

Στο πρόγραμμα της ημέρας βρέθηκαν, μεταξύ άλλων, το «Τέλος του Πορτοφολά της Νέας Υόρκης», το «Ετσι Ξαφνικά», το «Τελευταίο Βράδυ Δεν Εκλεισα Μάτι», αλλά και οι προβολές του «The Best Summer» και του «Primetime».

Ιδιαίτερη θέση στη μέρα είχε και η δράση του Athens Film Industry Days, που έφερε τις Νύχτες Πρεμιέρας πιο κοντά στην κινηματογραφική δημιουργία και όχι μόνο στην κινηματογραφική θέαση. Στο Goethe Institut ο Ιγκόρ Μπεζίνοβιτς άνοιξε το προσωπικό του κινηματογραφικό εργαστήριο στο masterclass «Από τα Μικρού Μήκους στο Ευρωπαϊκό Βραβείο Ντοκιμαντέρ («Fiume o morte!»)». Η συζήτηση είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον ακριβώς επειδή εστίασε στη διαδρομή ενός δημιουργού από τις πρώτες ερασιτεχνικές και μικρού μήκους δουλειές του μέχρι ένα έργο που απέσπασε το Βραβείο Τίγρης και το FIPRESCI στο Ρότερνταμ, καθώς και το Βραβείο Καλύτερου Ευρωπαϊκού Ντοκιμαντέρ της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Κινηματογράφου.

νύχτες πρεμιέρας 2026

νύχτες πρεμιέρας 2026

Και κάπως έτσι, η μέρα ολοκληρώθηκε με εκείνη την ευχάριστη κινηματογραφική κούραση που είναι ίσως ένα από τα πιο χαρακτηριστικά σημάδια των Νυχτών Πρεμιέρας. Είναι αυτή η συνεχής εναλλαγή ανάμεσα στην παρακολούθηση, τη συζήτηση και την προσμονή για την επόμενη ταινία που κάνει τις Νύχτες Πρεμιέρας περισσότερο από ένα φεστιβάλ ταινιών: μια προσωρινή κινηματογραφική καθημερινότητα μέσα στην Αθήνα.

Περισσότερες Νύχτες Πρεμιέρας 2026


The Best Summer

The Best Summer της Τάμρα Ντέιβις

Το 1995, μια κάμερα Hi8 βρέθηκε στα παρασκήνια μιας από τις πιο ενδιαφέρουσες μουσικές περιοδείες της εποχής και κατέγραψε πρόσωπα, συναυλίες, πρόβες και στιγμές που κανείς τότε δεν γνώριζε ότι θα αποκτούσαν ιστορική αξία. Τριάντα χρόνια αργότερα, η Τάμρα Ντέιβις επιστρέφει σε εκείνο το ξεχασμένο υλικό και φτιάχνει από αυτό το «The Best Summer», ένα ντοκιμαντέρ που μοιάζει περισσότερο με προσωπικό ημερολόγιο μιας ολόκληρης εποχής παρά με μια συμβατική μουσική καταγραφή.

Beastie Boys, Sonic Youth, Foo Fighters, Pavement, Bikini Kill, Beck και Rancid περνούν μπροστά από τον φακό της, όχι σαν μουσικοί που συμμετέχουν σε ένα συμβατικό rockumentary, αλλά σαν άνθρωποι που απλώς ζουν μια περίοδο της ζωής τους. Στις συναυλίες, στα παρασκήνια, στα ξενοδοχεία και στις πρόβες, η κάμερα καταγράφει μια αίσθηση αυθορμητισμού που δύσκολα θα μπορούσε να αναπαραχθεί σήμερα. Η εικόνα είναι συχνά ασταθής και ο ήχος ωμός, όμως εδώ η τεχνική ατέλεια λειτουργεί υπέρ της ταινίας, επειδή διατηρεί την αίσθηση ενός προσωπικού ημερολογίου που δεν γυρίστηκε ποτέ με την πρόθεση να γίνει κινηματογραφικό ντοκουμέντο.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν οι συνεντεύξεις που κάνει η Ντέιβις μαζί με την Κάθλιν Χάνα. Οι φαινομενικά απλές ερωτήσεις για τα αγαπημένα χρώματα και τις συνήθειες των μουσικών σταδιακά οδηγούν σε πιο ενδιαφέρουσες συζητήσεις γύρω από τη σκηνική περσόνα, την εικόνα που δημιουργεί ένας καλλιτέχνης και τη διαφορά ανάμεσα στον άνθρωπο και τον performer. Εκεί το «The Best Summer» αποκτά για λίγο μεγαλύτερο βάθος, ειδικά όταν βλέπουμε νεότερες εκδοχές ανθρώπων που σήμερα θεωρούνται σχεδόν μυθικές φιγούρες της μουσικής.

Το πρόβλημα είναι πως η Ντέιβις μοιάζει να εμπιστεύεται υπερβολικά την ίδια τη δύναμη του υλικού. Δεν υπάρχει ουσιαστική προσπάθεια να τοποθετήσει το Summersault μέσα στο ευρύτερο μουσικό και κοινωνικό πλαίσιο της εποχής, ούτε να εξετάσει τι σήμαινε πραγματικά αυτή η περιοδεία ή πώς επηρέασε τους καλλιτέχνες που συμμετείχαν. Η ταινία προτιμά να κοιτάζει πίσω με τρυφερότητα παρά να αναρωτηθεί τι ακριβώς σημαίνει αυτή η ανάμνηση τριάντα χρόνια αργότερα. Ετσι, για κάποιον που δεν έχει ιδιαίτερη σχέση με τις συγκεκριμένες μπάντες, η εμπειρία μπορεί να μοιάζει επαναλαμβανόμενη και περιστασιακά χωρίς ξεκάθαρη κατεύθυνση.

Παρόλα αυτά, όταν η μουσική ξεκινά και η κάμερα βρίσκεται μέσα στο πλήθος ή πάνω στη σκηνή, το «The Best Summer» ξαναβρίσκει αμέσως τη ζωντάνια του. Δεν είναι τόσο μια ιστορική καταγραφή όσο μια προσωπική φωτογραφία μιας στιγμής που δεν πρόκειται να επιστρέψει. Η αξία του βρίσκεται ακριβώς στην ατέλεια, στην οικειότητα και στην αίσθηση ότι παρακολουθούμε κάτι που δεν προοριζόταν ποτέ για το κοινό. Ως ολοκληρωμένο μουσικό ντοκιμαντέρ θα μπορούσε να έχει περισσότερα να πει. Ως κινηματογραφικό λεύκωμα ενός απίθανου καλοκαιριού, όμως, έχει μια αυθεντικότητα που δύσκολα κατασκευάζεται εκ των υστέρων.

Χρήστος Μπακατσέλος

primetime

Primetime του Λανς Οπενχαϊμ

Στις αρχές της δεκαετίας του 2000, το «To Catch a Predator» πρωτοεμφανίστηκε ως ενότητα της ειδησεογραφικής εκπομπής Dateline του NBC. Στόχος του ήταν να εντοπίζει και να αποκαλύπτει άντρες «θηρευτές» - σεξουαλικούς κυνηγούς που ψάρευαν ανήλικα θύματα μέσω διαδικτύου. Εμπνευστής και παρουσιαστής της εκπομπής ο Κρις Χάνσεν, ο οποίος μαζί με την παραγωγό και την ομάδα του έστηναν περίτεχνες επιχειρήσεις, προσελκύοντας τους επίδοξους δράστες με ενήλικες συνεργάτες-ηθοποιούς που υποδύονταν τα ανήλικα δολώματα. Οταν οι δράστες έφταναν στο προκαθορισμένο σημείο συνάντησης, αντί της παραβατικής σεξουαλικής τους ονείρωξης, έρχονταν αντιμέτωποι με το χειρότερο εφιάλτη τους: τον Χάνσεν, ο οποίος τους ανέκρινε μπροστά στις τηλεοπτικές κάμερες, προτού η αστυνομία επέμβει για να τους συλλάβει.

Η ενότητα σημείωσε μεγάλη επιτυχία, κάτι που δεν πέρασε απαρατήρητο από τη διοίκηση του καναλιού: αύξησε το budget και τις παροχές προς την ομάδα του Χάνσεν, την απέσπασε από την ομπρέλα του Dateline και της εξασφάλισε μια πολυπόθητη θέση στο primetime — την πιο εμπορική ζώνη της τηλεόρασης.

Η εκπομπή έγινε τηλεοπτικό φαινόμενο, αλλά πρόλαβε να κάνει μόλις 20 επεισόδια πριν ακυρωθεί το 2008, στον απόηχο ενός σκανδάλου, το οποίο δικαίωσε τους επικριτές της: ακόμα κι αν προβάλεις ως στόχο σου ένα ιερό σκοπό, πόσο ανήθικος είσαι κι ο ίδιος;

Ο ντοκιμαντερίστας Λανς Οπενχαϊμ («Some Kind of Heaven», «Spermworld») κάνει το ντεμπούτο του στις ταινίες μυθοπλασίας, αναθέτοντας στον -επίσης πρωτοεμφανιζόμενο- Ατζόν Σινγκ να μεταφέρει στο σινεμά ένα άρθρο του Esquire για την πολύκροτη υπόθεση του τερματισμού της εκπομπής.

«Τι θα συνέβαινε αν δεν ερχόμουν εγώ;» Αυτή ήταν η ερώτηση-σήμα κατατεθέν του Χάνσεν προς τους δράστες, που στέκονταν ταπεινωμένοι μπροστά στις κάμερες και στα εκατομμύρια των τηλεθεατών. Κι αν εκείνος αναφερόταν στη σεξουαλική κακοποίηση που θα ακολουθούσε αν δεν είχε παρέμβει, η ίδια ερώτηση αποκτά μια ειρωνική δεύτερη ανάγνωση όταν τη θέσουμε απέναντι στην πολιτισμική στροφή της τηλεόρασης προς το reality στις αρχές του 21ου αιώνα — μια στροφή που άλλαξε για πάντα τους κανόνες και το τοπίο των media.

Αυτό θέλει να εξετάσει ο Οπενχαϊμ. Είναι φανερό ότι δεν τον ενδιαφέρει μια απλή βιογραφία του Χάνσεν. Ούτε μια στεγνή καταγραφή των γεγονότων - όπως θα έκανε αν γύριζε ένα από τα ντοκιμαντέρ του. Θέλει μία υπερβατική κινηματογραφική εκδοχή, όπου η στυλιζαρισμένη και υποκειμενική σκηνοθετική ματιά συγχρονίζεται με το θέμα της ταινίας: υπάρχει χώρος για entertainment όταν δηλώνεις ότι ακολουθείς την αλήθεια;

Μέσα από αυτό το πρίσμα (ο ίδιος το ονομάζει «docufantasia») ο DP Ντέιβιντ Μπόλεν αυξάνει την ένταση στα χρώματα, την ίδια στιγμή που θολώνει την εικόνα, βυθίζοντας τον ήρωα στην ομίχλη μίας συνειδησιακής παραίσθησης. Γιατί, όπως ακριβώς και οι θηρευτές του, έτσι κι ο ίδιος κυνήγησε ένα όνειρο προσωπικής επιτυχίας (την primetime τηλεθέαση) που μετατράπηκε σε εφιάλτη.

Ο Πάτινσον, για ακόμα μία φορά σ’ έναν ρόλο ηθικό-ναρκοπέδιο, διαπρέπει. Δεν τελειοποιεί απλώς την περσόνα του τηλεοπτικού παρουσιαστή (από το τίναγμα των μαλλιών, μέχρι την βαρύγδουπη προφορά του λόγου) αλλά με τον αυτοσαρκαστικό τρόπο του σχολιάζει, καυτηριάζει τον υπέρμετρο ναρκισσισμό του επαγγέλματος. Δεν γίνεται όμως καρικατούρα - κλεφτά βλέμματα, μικροστιγμές, λεπτές χειρονομίες εξανθρωπίζουν (ακόμα κι αν δεν δικαιολογούν) τον ήρωα του.

Πάντα εξαιρετική η Μέριτ Γουίβερ (την πρωτομάθαμε ως εκκεντρική νοσοκόμα στο «Nurse Betty») ως φιλόδοξη παραγωγός, συγκινητικός ο Σκάιλερ Γκισόντο ως ηθοποιός με όνειρα που κατέληξε να παίζει τα «13χρονα» θύματα, ενώ σε ρόλους-έκπληξη η μουσικός Φίμπι Μπρίτζερς κι ο πραγματικός CEO του NBC, Τζεφ Ζάκερ.

Μήπως, όμως, ο Οπενχάιμ υπόσχεται περισσότερα απ’ όσα τελικά προσφέρει; Από μόνη της, αυτή η ιστορία έχει ένα εξαιρετικά δυνατό catch: ακόμη κι αν δεν γνωρίζεις την τραγωδία που εκτυλίχθηκε, νιώθεις από νωρίς ότι κάτι πολύ σκοτεινό πρόκειται να συμβεί. Κινηματογραφικά, όμως, όλο αυτό το στήσιμο διαρκεί υπερβολικά, για να καταλήξει τελικά σε κάτι οριακά προβλέψιμο.


Αναζητήστε εδώ το ωρολόγιο πρόγραμμα του 32ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας - Νύχτες Πρεμιέρας

Το 32ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας διεξάγεται φέτος από τις 30 Σεπτεμβρίου έως και τις 11 Οκτωβρίου. Αναζητήστε περισσότερες πληροφορίες στο επίσημο site του Φεστιβάλ, στη σελίδα του στο Facebook και το Instagram.

Νύχτες