H εποχή είναι 1982. Το μέρος είναι μια επαρχιακή πόλη με ορυχεία στη Βόρεια Χιλή. Το σημείο είναι ένα σπίτι στο οποίο ζουν «τραβεστί», μια κοινότητα από γυναίκες που επιβιώνουν, υπεύθυνες για μια «πανούκλα» που σκοτώνει τους άντρες της περιοχής. Πρωταγωνίστρια είναι η Λίδια, ένα ορφανό 11χρονο κορίτσι που μεγαλώνει με τη «μητέρα» της Φλαμίνγκο, η οποία ανέλαβε την ανατροφή της όταν οι πραγματικοί της γονείς την εγκατέλειψαν - σε μια πρώτη πράξη αγριότητας από την οποία θα επιβιώσει. Η δεύτερη θα έρθει όταν ο άντρας που αγαπάει τη «μητέρα» της θα έρθει για να την σκοτώσει επειδή τον πρόδωσε και η τρίτη όταν οι ανθρακωρύχοι θα αποφασίσουν να δαμάσουν το «βλέμμα» των «τραβεστί» προκειμένου να σταματήσουν την αλυσίδα του θανάτου…

Γραμμένο και σκηνοθετημένο ως μια σύγχρονη queer μυθολογία που αντλεί περισσότερο από την παράδοση του γουέστερν και των λατινομαερικάνικων θρύλων, το ντεμπούτο του Διέγο Θεσπέδες στηρίζεται από τη μία στην σχεδόν ντοκιμαντερίστικη απεικόνιση της ζωής μιας κοινοτητας - που αν και «εποχής» - αναφέρεται με άνεση και στο παρόν, άνθρωποι που στο περιθώριο μιας κανονικότητας φτιάχνουν οικογένειες που τους ενδυναμώνουν προκειμένου να σταθούν με τα χέρια υψωμένα κόντρα σε κάθε καταπίεση. Από την άλλη εκμεταλλεύεται το κινηματογραφικό ενός τόπου που αν και 100% αυθεντικός μοιάζει φτιαγμένος από ειδικά εφέ, ενισχύοντας το παραμυθικό μιας αφήγησης που σιγά σιγά και καθώς η ώρα περνάει εξαϋλώνεται με όρους αρχέγονου όταν αυτό συναντά το φανταστικό και το queer (εδώ στον ευρύτερο ορισμό του της παραποίησης της πραγματικότητας).

Χωρίς φειδώ σε τρυφερότητα αλλά και… αίμα, το «Βλέμμα του Ροζ Φλαμίνγκο» είναι σαφές ότι χτίζει πάνω στην queer παράδοση, επιστρέφοντας τόσο στα 80s και την επιδημία του AIDS (χωρίς ποτέ να το κατονομάζει), όσο και στη γνώριμη ιστορία των περιθωριακών που γίνονται τελικά σωτήρες μιας κοινότητας, σπέρνοντας στιγμές b-movie γκροτέσκας αυθεντικότητας και παράδοξης «ομορφιάς» με τη βοήθεια της χιλιανής μουσικής (και όχι μόνο) παράδοσης. Στην ντοκιμαντερίστικη πλευρά του αναδεικνύει την αληθινή πλευρά ενός «σκηνικού», αλλά προδίδεται (σε στιγμές κατάφωρα) από τις άτεχνες ερμηνείες, παραμένοντας πιο δυνατό στη συμβολική του διάσταση, όταν διογκώνει τη διάθεση του να «ξαναδιαβάσει» την Ιστορία ακόμη και σε περισσότερα επίπεδα από όσα αντέχει σεναριακά και σκηνοθετικά.

Ο,τι ξεκινάει με τις αδυναμίες ενός ανοικονόμητου ντεμπούτου που παρασύρεται από το ίδιο του το θέμα, γίνεται γρήγορα κάτι πιο παράδοξα απολαυστικό και συναισθηματικό, μια πρώτη άνιση αλλά και αναγνωρίσιμη πληθωρική σφραγίδα ενός δημιουργού που ξεχώρισε εδώ, κερδίζοντας το πρώτο βραβείο στο «Ένα Κάποιο Βλέμμα» του Φεστιβάλ Καννών με μεγαλύτερο ατού του την λατινοαμερικάνικη ψυχή και την διαφαινόμενη του διάθεση να ανατρέψει με ακόμη μεγαλύτερη τόλμη queer αναφορές και κυρίως σταθερές.