Ο Δημήτρης Κατσιμάνης, ηθοποιός που έχει εμφανιστεί σε μικρούς ρόλους σε γνωστές ταινίες και σειρές, από Κούνδουρο και Παναγιωτόπουλο ως Σμαραγδή και Οικονομίδη, βρίσκεται σε δεινή θέση. Σ' ένα σκάνδαλο που εμφανίστηκε και στα media πριν χρόνια, η αδελφή του τον έδιωξε από το σπίτι τους και ζει σε μια «παράγκα», όπως την αποκαλεί, μέσα σ' ένα βουνό από αντικείμενα του παρελθόντος, αποκόμματα εφημερίδων, φωτογραφίες, αναμνηστικά της καριέρας του και απορρίμματα, μαζί με τον ΑΜΕΑ αδελφό του που μετακινείται από το κρεβάτι του στην αυλή και πίσω, καπνίζοντας ασταμάτητα και ζητώντας καφέ, με βρώμικα ρούχα. Μέσα σ' αυτό το περιβάλλον, ο Δημήτρης Κατσιμάνης αφηγείται επιλεκτικά τη ζωή του ή διαβάζει κάποια από τα ποιήματά του, ενώ οι σκηνοθέτες παίρνουν αμήχανες δημιουργικές ελευθερίες, παρεμβάλουν σκηνές από τις ταινίες του (συχνά τοποθετημένες πάνω σε τηλεοράσεις ή οθόνες που παίζουν), διαδρομές του συμβολικές στην Αθήνα και στη θάλασσα και αποσπάσματα από την εκπομπή που είχε στο κανάλι 67 του Λεβέντη.

Το ντοκιμαντέρ δυστυχώς δεν θέλει ή δεν καταφέρνει να αποτυπώσει τον αληθινό χαρακτήρα του Δημήτρη Κατσιμάνη, να τον κάνει έναν ενδιαφέροντα ήρωα, παρασυρμένο ίσως από τις δικές του επιθυμίες ή τη δική του εικόνα για τον εαυτό του, χάνει έτσι σε ουσία και σε βάθος και αγκαλιάζει μια γραφικότητα που κατά στιγμές τείνει προς τη μιζερολαγνεία. Ενα πορτρέτο που θα μπορούσε να έχει συναρπαστικές προεκτάσεις (για τη φύση του ηθοποιού, για το τίμημα της τέχνης, για την προδοσία, την οικογένεια, τον εθισμό, τον μύχιο ερωτισμό, τα είδωλα και τα ινδάλματα), καταλήγει περισσότερο σαν μια προσπάθεια του Κατσιμάνη να προκαλέσει τη λύπηση για να δεχτεί βοήθεια.

Πιο ενδιαφέρον, αν και έντονα στιλιαρισμένο και μάλλον προφανές ιδεολογικά, το μικρού μήκους «Πάρ' το Πράγμα και Σφάξ'το» (2020), επίσης του Κυρηναίου Παπαδημάτου, που προβάλλεται μαζί με το ντοκιμαντέρ, μια απόδοση ενός κεφαλαίου από το μυθιστόρημα του Γιώργου Σκαμπαρδώνη, Ολα βαίνουν καλώς εναντίον μας, με Μπισμπίκη και Ξυκομηνό, μια συγκρουσιακή και υπαρξιακή αντιπαράθεση της βίας (σφαγείο), της τέχνης (μπουζούκι) και της τρυφερότητας (μοσχαράκι προς σφαγή), σ' ένα βέβαια περιβάλλον που πνίγεται στην αρρενωπότητα.