Ο ίδιος ο Κριστόφ Γκανς, σκηνοθέτης της πρώτης κινηματογραφικής διασκευής του video game Silent Hill που επιστρέφει τώρα, στην τρίτη επίσκεψη στο δαιμονισμένο θέρετρο, μοιάζει να είναι ο μόνος που κάτι θα καρπωθεί από αυτή την ασυνάρτητη, διασκεδαστικά κάποιες φορές μπαρόκ, ταινία. Την αμοιβή του.

Η πλοκή ακολουθεί τον Τζέιμς, έναν όμορφο κατεστραμμένο άντρα που επιστρέφει στο Silent Hill αναζητώντας μια χαμένη αγάπη, όμως οι χαρακτήρες δεν είναι γραμμένοι για ν' ανταποκριθούν στις ψυχαναλυτικές προεκτάσεις στις οποίες, με... άγνοια κινδύνου, στοχεύει η ταινία: ούτε η πολλαπλή εκδοχή της γυναικείας φιγούρας, ούτε η εξομολογήτρια/μέντροας/ψυχίατρος, ούτε, φυσικά, ο ίδιος ο Τζέιμς που γυροφέρνει σ' έναν μυστικιστικό εφιάλτη με ύφος παρεξηγημένου κολλεγιόπαιδου.

Το «Επιστροφή στο Silent Hill»προσπαθεί να αναστήσει τον εφιάλτη που έκανε γνωστή τη σειρά ταινιών, αλλά καταλήγει να παγιδεύεται στις ίδιες του τις εμμονές. Το φιλμ επενδύει σχεδόν αποκλειστικά στη φρίκη της εικόνας: παραμορφωμένα πλάσματα, αιματοβαμμένα σύμβολα, τερατώδεις φιγούρες διαδέχονται το ένα το άλλο, ξεκινώντας μ' έναν κάποιο εντυπωσιασμό και καταλήγοντας σ' ένα «κι εσύ κι ο γρύλλος σου», όχι η επιθυμητή αντίδραση σε μια ταινία τρόμου.

Ο Γκανς στοχεύει σε μια ανεπτυγμένη κόπια της πρώτη ταινίας, όμως η ατμόσφαιρα στήνεται διεκπεραιωτικά και το πέρασμα της κάθε «πίστας» δεν αφήνει πίσω καμία ικανοποίηση. Η αφήγηση θυμίζει βιντεοπαιχνίδι που μεταφέρεται αυτούσιο στην οθόνη: αποσπασματικές σκηνές, απότομες διαδοχές δράσης και μια γενικότερη αίσθηση χαοτικής υπερβολής. Μια άψυχη βιτρίνα τρόμου που, τελικά, αντί ν' απορροφήσει, ξαφνιάσει ή εντυπωσιάσει, καταλήγει να εκνευρίσει με την ασυνταξία και την ευκολία της.