«Ζούμε εδώ πάνω στα βουνά ατέλειωτα χρόνια, σε έναν τόπο που δεν φαίνεται από κάτω, θέλει να ψάξεις να τον βρεις, σε μια όμορφη γη που σου μιλά κάθε πέτρα, χώμα και νερό. Εδω ζω κι εγώ στην Απειρη Γη.»

Την ιστορία της νέας, εντέκατης στη σειρά, ταινίας του Βασίλη Μαζωμένου την αφηγείται ο Λάζαρος. Mια μορφή που ενσαρκώνει την ίδια την ιδέα της επανάληψης και της αναγέννησης. Ο πρώτος Λάζαρος πεθαίνει βίαια από ένα φίλο του πατέρα του κατά τη διάρκεια ενός κυνηγιού, θύμα ενός σχεδόν τελετουργικού ατυχήματος, όμως η ιστορία δεν σταματά εκεί. Το όνομα επιστρέφει, το πρόσωπο επανεμφανίζεται μέσα από μια νέα γέννηση, για να φέρει ξανά τη χαρά στην κοινότητα, να ερωτευτεί την Χάιδω και να παντρευτεί, αλλά και να ξενιτευτεί. Tελικά θα επιστρέψει, κλείνοντας έναν κύκλο που ποτέ δεν είναι πραγματικά κλειστός. Η επιστροφή του δεν είναι μόνο προσωπική· είναι μια πράξη συμφιλίωσης με τον χρόνο, μια προσπάθεια να επανενωθεί το παρελθόν με το παρόν.

Το μισό «άπειρο» του τίτλου σε μια Γη που, από τη φύση (!) της διαθέτει κάτι άχρονο, δίνει ο Βασίλης Μαζωμένος υφαίνοντας μια ιστορία με τη μορφή ενός μύθου από αυτούς που θα πίστευες ότι υπάρχουν από την αρχή του κόσμου και μεταφέρονται από γενιά σε γενιά μέχρι το τέλος του. Λιτός όπως πάντα, με ελάχιστα απέριττα μέσα αλλά με μια αφήγηση που ρέει με την σιγουριά που φέρνει το αρχετυπικό της ιδίωμα, αναμοχλεύει τις έννοιες της πατρίδας, της ταυτότητας, της μνήμης και της μοίρας, ολοκληρώνοντας στην πραγματικότητα ένα μιούζικαλ, αφού η ιστορία ξεδιπλώνεται μέσα από το μέτρο ηπειρώτκων τραγουδιών σε ένα κύκλο ζωής που μοιάζει με μια τελετουργία που συνεχίζεται στο διηνεκές.

Το άλλο μισό της «Γης» συμπληρώνει ιδανικά και ο Στέλιος Πίσσας που φωτογραφίζει την ηπειρώτικη Γη «κλέβοντας» στην πραγματικότητα το φυσικό φως για να το επιστρέψει πολλαπλάσια αυστηρό και αποκαλυπτικό πίσω στις βινιέτες που αποτελούν τη δομή της ταινίας. Σκηνοθέτης και διευθυντής φωτογραφίας το εμπιστεύονται απόλυτα σαν το βλέμμα που επιστρέφει στα βασικά (του σινεμά και της δραματουργίας) προκειμένου να αναδείξει τη γήινη προέλευση κάθε μικρής ή μεγάλης ιστορίας αυτού του κόσμου.

Αυτά είναι τα δύο μισά της «Απειρης Γης», της πιο ώριμης στιγμής του Βασίλη Μαζωμένου, μια ταινία που μόνο φαινομενικά μοιάζει παράταιρη και διαφορετική από το υπόλοιπο έργο του, ενώ αποτελεί μια σαφή εξέλιξη του. Σίγουρα ωστόσο εδώ πιο «διακριτικός» στους συμβολισμούς του, αλλά σταθερά πολιτικός, επι-κριτικός, σε μια κατασκευή που τα εξωτερικά της στοιχεία καταφέρνουν να εξωτερικεύουν και την ουσία της.