Μια διαγενεακή τοιχογραφία (saga, θα λέγαμε παλαιότερα), απώλειας και εκτοπισμού, την ιστορία μιας παλαιστινιακής οικογένειας από το 1948 έως το παρόν, μέσα σε επτά δεκαετίες, αφηγείται η ταινία της Σεριέν Ντάμπις (η οποία και παίζει ως ηθοποιός), μέσα από συνεχείς χρονικές μετατοπίσεις, εστιάζοντας σε μια μητέρα και, στη συνέχεια, στον γιο της, των οποίων οι ζωές σημαδεύονται από απουσίες: πατέρες που χάνονται, πατρίδες που δεν επιστρέφουν ποτέ, ταυτότητες που παραμένουν μετέωρες. Βραβείο Κοινού απέσπαας η ταινία στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης (επίσης στο Σαν Φρανσίσκο και το Σίδνεϊ), στην παραγωγή και ο Θανάσης Καραθάνος, μια και με την επίθεση της Χαμάς στο Ισραήλ την 7η Οκτωβρίου 2023, η παραγωγή εκτοπίστηκε κι αυτή, στην Ελλάδα και την Κύπρο. Το υλικό, αναμφίβολα φορτισμένο και πολιτικά εύγλωττο, μοιάζει εξαρχής να διαθέτει το βάρος μιας μεγάλης ιστορίας, η οποία, ωστόσο, μουσκεύει από ανοικονόμητη αφήγηση και μελόδραμα.

Η ταινία ξεκινά μ' ένα αγόρι που κυνηγιέται με τον φίλο του στα δρομάκια της Ναμπλούς, με τα ηλιοκαμμένα πλακόστρωτα και τα υπό διάλυση σπίτια της Δυτικής Οχθης της δεκαετίας του '80. Το αγόρι είναι ο Νουρ κι η διαδρομή του θα τον φέρει μέσα σε μια διαδήλωση εναντίον των Ισραηλινών κατακτητών. Ο Νουρ ενώνεται μαζί τους, ο στρατιώτης ανοίγει πυρ.

Εκεί, στην ιντιφάντα του 1988, πιάνει την αφήγηση η Ντάμπις, για να την ταξιδέψει στο χρόνο, στη νάκμπα του 1948, τον βίαιο εκτοπισμό περίπου 750.000 Παλαιστινίων Αράβων και την απώλεια της πατρίδας τους κατά τον Αραβοϊσραηλινό πόλεμο και την ίδρυση του Κράτους του Ισραήλ. Η νάκμπα βρίσκει τον Σαρίφ στη Γιάφα, στο πατρικό σπίτι και το μεγάλο κτήμα με τις πορτοκαλιές, που ο ίδιος θα μείνει να υπερασπιστεί μάταια, αφήνοντας να φύγει η οικογένειά του, μαζί και ο μικρός του γιος, ο Σαλίμ, πατέρας, αργότερα, του Νουρ. Από εκεί το φιλμ θα μεταφερθεί στα χρόνια της προσφυγιάς στην Ιορδανία, ξανά στο '88 και στο «σήμερα», που είναι, ουσιαστικά το χτες, μια και η ταινία τελειώνει πριν τον τρέχοντα πόλεμο Ισραήλ - Παλαιστίνης. Μια ιστορία εκτοπισμού, οικογένειας χωρίς τόπο αλλά με γερές ρίζες, με νόστο και μίσος που θα καθορίσουν την κάθε της γενιά με διαφορετικούς τρόπους.

Η αποτύπωση των διαφορετικών εποχών, πολιτικών και κοινωνικών, είναι ενδιαφέρουσα και ακριβής, όμως η δομή της ταινίας μοιάζει να στοχεύει περισσότερο στη συσσώρευση δραματικών στιγμών παρά στη σταδιακή εμβάθυνση στους χαρακτήρες. Οι μορφές λειτουργούν συχνά ως φορείς τραύματος, όχι ως ανεπτυγμένες προσωπικότητες, με αποτέλεσμα το δράμα να παραμένει σχηματικό, επιβεβλημένο, αντί να το ανακαλύψει το κοινό στην έτσι κι αλλιώς τραγική ιστορία που αφηγείται η ταινία. 

Μέσα σε αυτό το υπερφορτωμένο πλαίσιο, η παρουσία του Σαλέχ Μπακρί στο ρόλο του Σαλίμ ξεχωρίζει για τη συγκρατημένη της ένταση. Ο ηθοποιός επιχειρεί να εισαγάγει ρωγμές σιωπής και εσωτερικότητας, υπονοώντας ένα πιο λεπτοδουλεμένο συναίσθημα που η ταινία σπάνια του επιτρέπει να αναπτυχθεί.

Το αληθινά ενδιαφέρον στο φιλμ είναι η επιτυχία της Ντάμπις να αποδώσει αυτή την αλλόκοτη αίσθηση «κανονικότητας» στη ζωή των επί δεκαετίες σε εμπόλεμη κατάσταση Παλαιστινίων κι αυτό είναι αληθινά αξιοθαύμαστο. Ομως η ταινία γίνεται διδακτική, την ώρα που η πραγματικότητα αρκεί για να προκαλέσει και συγκίνηση και οργή.