Συνέντευξη

Ολιβιέ Ασαγιάς, Πολ Ντέινο & Τζουντ Λο δηλώνουν στο Flix ότι «το σινεμά είναι αντίδοτο κατά του φασισμού»

of 10

Στο Βερολίνο ξεκίνησε διάλογος για το αν συνδέεται η πολιτική με το σινεμά, αλλά στη Βενετία, όπου συναντήσαμε το «Μάγο του Κρεμλίνου», αυτό ήταν δεδομένο.

Ολιβιέ Ασαγιάς, Πολ Ντέινο & Τζουντ Λο δηλώνουν στο Flix ότι «το σινεμά είναι αντίδοτο κατά του φασισμού»

«Ο Μάγος του Κρεμλίνου» (Le Μage du Κremlin, 2022), το μυθιστόρημα του Τζουλιάνο ντα Εμπολι που κέρδισε και το Μεγάλο Βραβείο της Γαλλικής Ακαδημίας (ενώ ήταν και στη βραχεία λίστα για το βραβείο Γκονκούρ) είναι μία φιξιόν ιστορία, που όμως περιγράφει πολύ πιο αληθινά την σύγχρονη πολιτική Ιστορία.

Ο Βαντίμ Μπαράνοφ, επιτυχημένος σκηνοθέτης και τηλεοπτικός παραγωγός, γίνεται πολιτικός σύμβουλος του Βλαντίμιρ Πούτιν όταν αυτός ανέρχεται στην εξουσία. Οι παρασκηνιακές ενέργειές του προκειμένου να στηρίξει την πολιτική του Τσάρου, όπως αποκαλείται συχνά ο Ρώσος πρόεδρος, και το μυστήριο που περιβάλλει τις συναντήσεις τους του χαρίζουν το προσωνύμιο «ο μάγος του Κρεμλίνου».

Και μπορεί ο Μπαράνοφ να είναι ένας φιξιόν χαρακτήρας, όμως σίγουρα παραπέμπει σε έναν πολύ αληθινό, πολύ επικίνδυνο, διαβολικό λομπίστα της ρωσικής πολιτικής. Ο Βλαντισλάβ Σουρκόφ , ο αληθινός «μάγος», ήταν το δεξί χέρι του Βλάντιμιρ Πούτιν, ο μηχανορράφος λομπίστας επικοινωνιολόγος που τον οδήγησε (και τον διατήρησε επί δεκαετίες) στην εξουσία, συστήνοντας ουσιαστικά ένα σύστημα μεθοδευμένης χειραγώγησης και εισάγοντας στο πολιτικό λεξιλόγιο του Ρώσου προέδρου και των ολιγαρχικών συμφερόντων του όρους όπως αυτοί της «διευθυνόμενης δημοκρατίας» και της «καθετοποίησης της εξουσίας».

Ο Μάγος του Κρεμλίνου

Το βιβλίο ολοκληρώθηκε λίγο πριν από το ξέσπασμα του πολέμου στην Ουκρανία, κι εκδόθηκε το 2022 στη Γαλλία, όπου αποτέλεσε εκδοτικό γεγονός.

Τρία χρόνια μετά, ο Ολιβιέ Ασαγιάς («Personal Shopper», «Τα Σύννεφα του Σιλς Μαρία», «Μετά τον Μάη», «Carlos», «Αβάνα: Η Πόλη των Κατασκόπων», «Παιχνίδια Ζευγαριών») αποφασίζει να το μεταφέρει στην μεγάλη οθόνη, επιστρατεύοντας τον εξαιρετικό Πολ Ντέινο (δυστυχώς η συζήτησή μας προηγήθηκε των δηλώσεων Ταραντίνο, γιατί δε θα χάναμε την ευκαιρία να τον ρωτήσουμε) στον ρόλο του Βαντίμ Μπαράνοφ και έναν καταπληκτικό Τζουντ Λο να μεταμορφώνεται σε Βλάντιμιρ Πούτιν.

Τους συναντήσαμε την επόμενη μέρα από την παγκόσμια πρεμιέρα της ταινίας στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας και μιλήσαμε για το πόσο μεγαλύτερες αλήθειες μπορεί να πει για τις ζωές μας το μυθοπλαστικό σινεμά. Και πόσο απαραίτητο είναι αυτό στις τρομακτικές πολιτικά εποχές που διανύουμε.

Ολιβιέ Ασαγιάς

Κύριε Ασαγιάς, συγχαρητήρια για αυτό το πολιτικό θρίλερ, που είναι τρομακτικό, γιατί… είναι αληθινό. Πώς προέκυψε η ιδέα της ταινίας; Διαβάσατε το βιβλίο και είπατε ότι “αυτό θέλω να είναι το επόμενο μου πρότζεκτ;”

Ολιβιέ Ασαγιάς: Ο Τζουλιάνο ντα Εμπολι, ο συγγραφέας του βιβλίου μού το έστειλε και μου ζήτησε να το διαβάσω - πολύ πριν δημοσιευτεί. Εντυπωσιάστηκα, μού άρεσε πάρα πολύ. Αλλά δεν πίστεψα ότι κρύβεται μια ταινία μέσα σ’ αυτό. Δεν μπορούσα αρχικά να το δω. Σταδιακά όμως με κέρδιζε η ιδέα ότι δεν βλέπουμε τέτοιες ταινίες. Το σινεμά δεν μπαίνει συχνά στο πολιτικό παρασκήνιο, δεν πάει σε βάθος στον συστημικό μηχανισμό - ίσως το έκανε περισσότερο στη δεκαετία του 70. Οπότε αποφάσισα να προσπαθήσω την μεταφορά του, με τη βοήθεια του συνεργάτη μου Εμανουέλ Καρέρ. Σταδιακά μάς κέρδισε η ιδέα μίας, όχι μεταφοράς ακριβώς, αλλά μία κινηματογραφικής τοποθέτησης με βάση το βιβλίο.

Πολ Ντέινο

Πολ, συνήθως στο σινεμά επικεντρώνεται στα πολιτικά πρόσωπα κι όχι σε όσους κινούν τα νήματα παρασκηνιακά, στους κομιστές της προπαγάνδας. Το μυθιστόρημα του Εμπολι όμως εμπνέεται από την περσόνα του διαβόητου Βλάντισλαβ Σούρκοφ, του διαβολικού λομπίστα του Βλάντιμιρ Πούτιν. Γιατί αλλάζει το όνομα του χαρακτήρα σε Βαντίμ Μπάρανοφ;

Πολ Ντέινο: Δεν ερμηνεύω τον Σούρκοφ. Είμαι 3 επίπεδα μακριά από εκείνον: ήδη το βιβλίο κρατά αποστάσεις, το σενάριο ακόμα περισσότερες κι η ερμηνεία μου ακόμα μεγαλύτερες. Ο Μπάρανοφ έχει πολύ διαφορετική καταγωγή, οικογενειακή και προσωπική ιστορία, οπότε κι εντελώς άλλη προσωπικότητα και κίνητρα για να μπει στην πολιτική σκηνή. Η σχέση του με τον Κομμουνισμό από τον παππού και τον πατέρα του, η αγάπη του για την τέχνη, όλα είναι διαφορετικά.

Ολιβιέ Ασαγιάς: Ο Τζουλιάνο δεν έκανε μία βιογραφία. Γιατί δεν τον ενδιέφερε τόσο η προσωπογραφία, όσο η περιγραφή του πολιτικού σκηνικού. Χρησιμοποίησε κάποια στοιχεία της προσωπικότητα του Σούρκοφ, αλλά ο ήρωας του είναι ο Βαντίμ Μπάρανοφ, ο οποίος είναι εντελώς άλλη περίπτωση. Οταν κάναμε την απόδοση με τον Εμάνουελ στο σενάριο, φυσικά και δανειστήκαμε κάποιες αναγνωρίσιμες αναφορές από τον Σούρκοφ, γιατί είναι τόσο διαβόητος που αμέσως ο θεατής τον αναγνωρίζει, αλλά στην ουσία απομακρύναμε ακόμα περισσότερο τον ήρωα από τον αληθινό. Ναι, έχει το περίγραμμα του Σούρκοφ, αλλά δεν έχει την προσωπικότητα. Γιατί ο Σούρκοφ είναι…. (κάνει παύση) Είναι πολύ τρομακτικός, ωμά τρομακτικός, ας το πούμε έτσι. Στην ταινία λοιπόν είναι περισσότερο παρών ως μία αναφορά, μία σκιά στο βάθος πεδίου, μπροστά είναι ο Μπάρανοφ, ο οποίος είναι ξεκάθαρα μυθοπλαστικός χαρακτήρας.

Τον Ολίβιε δεν τον ενδιέφερε η μίμηση. Δεν ήθελε να μεταμορφωθώ σε σωσία του Πούτιν, να φορέσω προσθετικό μακιγιάζ, να αλλάξω τη φωνή μου. Ο στόχος ήταν να ερμηνεύσω μία προσωπικότητα, όχι να κρυφτώ πίσω από μία μάσκα. Ευτυχώς υπάρχει πολύ υλικό, οπότε μπορούσα να τον μελετήσω. Να βρω τις λεπτές ισορροπίες, τους μικρούς εκφραστικούς μορφασμούς του, τις κινήσεις, τη στάση του σώματος του, το βλέμμα του.» | Τζουντ Λο

Τζουντ Λο

Τζουντ, έχεις παίξει βασιλιάδες, έχεις παίξει τον Πάπα, τώρα τον Τσάρο. Τι απομένει; Ποια ήταν η πρώτη σου αντίδραση όταν ήρθε η πρόταση να ερμηνεύσεις τον Βλάντιμιρ Πούτιν; Σε ιντριγκάρισε, σε τρόμαξε - και τα δύο;

Τζουντ Λο: Ενθουσιάστηκα, γιατί θα δούλευα με αυτό το εξαιρετικό καστ και γιατί, επιτέλους, βρήκαμε το πρότζεκτ να συνεργαστούμε με τον Ολιβιέ - έναν σκηνοθέτη που εκτιμώ το έργο του, αλλά κι έναν άνθρωπο που σέβομαι απεριόριστα. Οποιος τον γνωρίζει, ξέρει πολύ καλά ότι πρόκειται για έναν από τους πιο ακέραιους, οξυδερκείς, καλλιεργημένους ανθρώπους.



Ολιβιέ Ασαγιάς: Τον αγαπώ τον Τζουντ. Είχαμε γνωριστεί πριν χρόνια στις Κάννες, ήμασταν στην κριτική επιτροπή μαζί. Και δεθήκαμε - όχι μόνο ταιριάζαμε ως άνθρωποι, αλλά είχαμε ακριβώς το ίδιο γούστο - ψηφίσαμε τα ίδια, κάναμε στρατηγικές μαζί, είχαμε κοινό μέτωπο (γελάνε). 



Τζουντ Λο: Ακριβώς επειδή ήξερα λοιπόν ότι έχουμε κοινή αισθητική και κοινή ηθική απέναντι στα πράγματα, είχα πλήρη εμπιστοσύνη στο ότι θα είμαι μέρος μιας ιστορίας που θα ειπωθεί σύνθετα, μελετημένα - δε θα καταλήξει μία ταινία «πρόκληση για την πρόκληση». Οπότε δεν τρόμαξα, δεν κόμπλαρα. Επίσης ένιωθα ασφαλής γιατί δεν είμαι ο πρωταγωνιστής - η ταινία είναι δεν είναι για τον Putin, είναι για τον λομπίστα του. Οπότε δεν ήταν όλο το βάρος πάνω μου.

Ολιβιέ Ασαγιάς, Πολ Ντέινο & Τζουντ Λο

Η ερμηνεία σου δεν είναι καθόλου μιμητική. Μοιάζει να χτίζεις τον ρόλο από μέσα προς τα έξω. Ούτε πρόκειται για μια κλασική μεταμόρφωση, όπως έχουμε συνηθίσει τελευταία στο σινεμά, κι όμως του μοιάζεις εντυπωσιακά. Πώς κατέκτησες αυτή τη χρυσή ισορροπία;

Τζουντ Λο: Με τον Ολιβιέ είχαμε ξεκαθαρίσει από την αρχή ότι δεν ήθελε μία φτηνή μίμηση. Δεν τον ενδιέφερε να γίνω κλώνος, να φορέσω προσθετικό μακιγιάζ, να αλλάξω τη φωνή μου. Ο στόχος ήταν να ερμηνεύσω μία προσωπικότητα, όχι να κρυφτώ πίσω από μία μάσκα. Ευτυχώς υπάρχει πολύ υλικό από εκείνη την εποχή, οπότε μπορούσα να τον μελετήσω. Να βρω τις λεπτές ισορροπίες, τους μικρούς εκφραστικούς μορφασμούς του, τις κινήσεις, τη στάση του σώματος του, το βλέμμα του. Η δυσκολία που αντιμετώπισα είναι ότι όσο ο Πούτιν βρίσκεται σε δημόσιο χώρο, το πρόσωπο του δεν προδίδει κανένα συναίσθημα - τον ονομάζουν άλλωστε «a man with no face». Kι αυτό δεν έπρεπε να το προδώσω, αλλά από την άλλη, στόχος μου ως ηθοποιός είναι να δημιουργώ χαρακτήρες που να αποκαλύπτουν, ή να υποψιάζουν έστω, συναισθήματα, διλήμματα, κίνητρα. Με δυσκόλεψε πολύ αυτή η ισορροπία. Αποφάσισα σε κάθε σκηνή να κρατώ το πρόσωπο μου ακίνητο, να φοράω «την δημόσια μάσκα του», αλλά εσωτερικά να αισθάνομαι έντονα και πολλά - με την ελπίδα ότι αυτό θα «βγει» στο βλέμμα μου, στην ενέργεια μου. Με βοήθησε επίσης πολύ η ομάδα του μακιγιάζ της ταινίας, οι οποίοι κατάφεραν εξαιρετικά να πατήσουν στο πρόσωπο μου και να αποδώσουν την εικόνα του όπως όλοι την αναγνωρίζουμε. Κι είναι καταπληκτικό τι μπορεί να κάνει η κατάλληλη περούκα σιλικόνης (γελάει).

Ολιβιέ Ασαγιάς: Οταν σκεφτόμουν ποιος μπορεί να παίξει το ρόλο, απέρριψα εξ αρχής την ιδέα της μεταμόρφωσης, ναι. Δεν με ενδιέφερε, δεν με αφορούσε η προσπάθεια να πλάσουμε έναν σωσία. Ηθελα έναν ηθοποιό με βάθος και καλλιέργεια, που θα πιάσει τις λεπτές αποχρώσεις ενός ανθρώπου και θα τον αποδώσει στιβαρά, σοβαρά, με ισορροπίες. Ο,τι άλλο θα ήταν καρικατούρα. Κι ο Τζουντ είναι ένας εξαιρετικός ηθοποιός, ευφυής, με σωστό ένστικτο. Επίσης, δεν το κρύβω, βοηθάει ότι είναι σταρ. Ο κόσμος αμέσως συνδέεται μαζί του, προκαλείται ενδιαφέρον. Θέλουμε να βάλουμε τον κόσμο στην αίθουσα κι ένα μεγάλο όνομα είναι κράχτης. 



Αυτοί οι άνθρωποι υπάρχουν. Παίρνουν αποφάσεις για τις ζωές μας, για το μέλλον του κόσμου μας, διαταράσσουν ισορροπίες, κλονίζουν θεσμούς, σπρώχνουν τους πολιτικούς σε εγκλήματα και πολέμους, και στο τέλος της μέρας, επιστρέφουν σπίτι και παίζουν με την κόρη τους. Πολλές φορές αναρωτιόμαστε "κοιμούνται ήσυχοι τα βράδια όλοι αυτοί οι δολοπλόκοι πολιτικοί;" Και η απάντηση είναι ένα κυνικό "ναι"...» | Πολ Ντέινο

Πολ Ντέινο

Πολ, ποια ήταν η δική σου πρόκληση αναλαμβάνοντας αυτό το ρόλο; Προσωπικά εντυπωσιάστηκα με την εγκεφαλική, χαμηλότονη ερμηνεία ενός τέτοιου αδίστακτου τεχνοκράτη. Εξανθρωπίζεις ένα αμείλικτο ρομπότ…

Πολ Ντέινο: Νομίζω ότι είναι μεγάλη παγίδα για έναν ηθοποιό να δει τον χαρακτήρα του με κριτήρια σωστού/λάθους, ηθικού/ανήθικου, μαύρου/άσπρου. Ολοι οι άνθρωποι, είναι… άνθρωποι. Κι αν αγνοήσουμε πόσο σύνθετοι και τρωτοί είμαστε, χάνουμε την αλήθεια, δημιουργούμε απλά σχήματα τα οποία δεν εξυπηρετούν κανέναν. Δεν χρειάζεται να βρίσκεις κάτι θετικό σε όλους τους ρόλους που καλείσαι να ερμηνεύεις, αλλά οφείλεις να δεις τα πράγματα από την πλευρά του ήρωά σου. Κι εκεί ξεκινά μία πολύ ενδιαφέρουσα διαδρομή στις «γκρι» περιοχές της ανθρώπινης συνειδητότητας. Νομίζω ότι η δουλειά ενός ηθοποιού είναι να μην έχει απαντήσεις, μόνο ερωτήσεις και να τις εξερευνά.

Οπότε, είναι ειρωνικό αν το σκεφτεί κανείς: δεν μιλάμε ακριβώς για «εξανθρώπιση». Αυτοί οι άνθρωποι υπάρχουν. Παίρνουν αποφάσεις για τις ζωές μας, για το μέλλον του κόσμου μας, διαταράσσουν ισορροπίες, κλονίζουν θεσμούς, σπρώχνουν τους πολιτικούς σε εγκλήματα και πολέμους, και στο τέλος της μέρας, επιστρέφουν σπίτι και παίζουν με την κόρη τους. Είναι αλήθεια αυτό. Πολλές φορές αναρωτιόμαστε «κοιμούνται ήσυχοι τα βράδια όλοι αυτοί οι δολοπλόκοι πολιτικοί;» Και η απάντηση είναι ένα κυνικό «ναι». 



Τζουντ Λο

Τζουντ, μίλησες για την έρευνα που έκανες διαβάζοντας και παρακολουθώντας ό,τι υλικό υπάρχει για τον Πούτιν. Υπήρξε κάτι που δεν ήξερες και σε αιφνιδίασε, ή και σε σόκαρε ακόμα;

Τζουντ Λο: Νομίζω ότι ο Πούτιν είναι μία φιγούρα που όλοι νομίζουμε ότι ξέρουμε, αλλά δεν έχουμε στ’ αλήθεια την παραμικρή ιδέα. Ξέρουμε το περίγραμμα του μόνο. Εχει ένα μυστήριο ως προσωπικότητα, το οποίο με ιντριγκάρισε πολύ να φωτίσω και να εξερευνήσω. Εκανα πολύ μεγάλη έρευνα, διάβασα ό,τι έπεσε στα χέρια μου, είδα τα ρεπορτάζ, ομιλίες στο YouTube, ντοκιμαντέρ για εκείνον - τον μελέτησα σχεδόν σε σημείο εμμονής! Ομως, τελικά συνειδητοποίησα ότι δεν είχε σημασία τι έμαθα για τον ίδιο, όσο για την πολιτική Ιστορία του σύγχρονου κόσμου. Το τι μας συνέβη και μάς οδήγησε σε όσα ζούμε στον 21ο αιώνα είναι το σοκαριστικό. Κι αυτό είναι και ο κεντρικός άξονας της ταινίας. Ο Πούτιν είναι το σύμπτωμα - δυστυχώς, έχουν ξεπηδήσει πολύ απολυταρχικοί φασιστές σαν αυτόν - σε Ανατολή και Δύση. Δεν είναι ο μόνος. Το βλέπουμε πια ξεκάθαρα.

Είναι τρομακτικό αυτό που συμβαίνει αυτή την στιγμή στον κόσμο. Για τη δική μου γενιά, είναι απερίγραπτα σοκαριστικό. Είχαμε βγει στους δρόμους, είχαμε κατακτήσει δικαιώματα κι ελευθερίες και τώρα τι; Ποιος θα το πίστευε ότι μπορούμε να πάμε τόσο πίσω; Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να είμαστε παρόντες. Πληροφορημένοι, ενεργοί πολίτες. Κι όσοι κάνουμε ταινίες να επιλέγουμε εκείνες που ανοίγουν το βλέμμα, ξεκινούν πολιτικό διάλογο. Iσως το σινεμά να μπορεί να λειτουργήσει ως αντίδοτο του φασισμού. Χρειαζόμαστε ένα αντίδοτο.» | Ολιβιέ Ασαγιάς

Ολιβιέ Ασαγιάς

Πράγματι, αυτή θα ήταν και η τελευταία ερώτηση μου. Ζούμε σε πολύ επικίνδυνες πολιτικά εποχές. Κατακτήσεις του παρελθόντος διακυβεύονται, υπάρχει μία ξεκάθαρη στροφή προς την άκρα δεξιά. Εχουμε το φαινόμενο Τραμπ να δίνει το κάλεσμα και στους υπόλοιπους φασίστες στον κόσμο να βγουν από τις τρύπες τους. Κάνατε αυτή την ταινία γιατί ανησυχείτε για το πώς χτίζονται δικτατορίες;

Ολιβιέ Ασαγιάς: Ναι, ξεκάθαρα ναι. Είναι τρομακτικό αυτό που συμβαίνει αυτή την στιγμή στον κόσμο. Για τη δική μου γενιά, είναι απερίγραπτα σοκαριστικό. Είχαμε βγει στους δρόμους, είχαμε κατακτήσει όπως λέτε δικαιώματα κι ελευθερίες και τώρα τι; Ποιος θα το πίστευε ότι μπορούμε να πάμε τόσο πίσω; Οτι θα πιάσουμε πάτο; Όμως ακριβώς επειδή πιστεύω ότι πιάσαμε πάτο είμαι αισιόδοξος. Αυτό θα οδηγήσει σε μια μορφή επανάστασης, δε θα γίνει ανεκτό για πολύ ακόμα. Εμείς το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να είμαστε παρόντες. Πληροφορημένοι, ενεργοί πολίτες. Κι όσοι κάνουμε ταινίες να επιλέγουμε εκείνες που ανοίγουν το βλέμμα, ξεκινούν πολιτικό διάλογο. Είναι σημαντικό να βλέπει ο θεατής τι σημαίνει χειρισμός της μάζας από πολιτικούς και κέντρα εξουσίας. Πώς λειτουργεί η προπαγάνδα. Iσως το σινεμά να μπορεί να λειτουργήσει ως αντίδοτο του φασισμού. Χρειαζόμαστε ένα αντίδοτο.

Ο «Μάγος του Κρεμλίνου» κυκλοφορεί στις ελληνικές αίθουσες στις 12 Μαρτίου από την Spentzos Film