Το λεξικό του Cambridge ορίζει την λέξη hokum ως «κάτι που δεν είναι ειλικρινές ή που χρησιμοποιείται για να ξεγελάσει τους ανθρώπους ώστε να πιστέψουν κάτι που δεν είναι αλήθεια». Είναι ένας ορισμός που δεν περιγράφει απλώς μια έννοια αλλά αποτυπώνει με σχεδόν ανατριχιαστική ακρίβεια τον πυρήνα της ίδιας της κινηματογραφικής εμπειρίας που επιχειρεί να στήσει η ταινία «Hokum».
Σε αυτή τη λεπτή γραμμή ανάμεσα στην αλήθεια και την αυταπάτη, ο Ντέμιαν ΜακΚάρθι (ο Ιρλανδός σκηνοθέτης που μας άφησε το δικό του αποτύπωμα στο είδος του τρόμου με την ταινία «Οντότητα») δεν ενδιαφέρεται να δώσει απαντήσεις, αλλά να αποσταθεροποιήσει βεβαιότητες. Ο κόσμος που χτίζει δεν είναι εξαρχής τρομακτικός, γίνεται όμως σταδιακά αφόρητος, καθώς η πραγματικότητα αρχίζει να μοιάζει όλο και λιγότερο αξιόπιστη, μετατρέποντας μια απλή ιστορία τρόμου σε ένα ψυχολογικό παιχνίδι χειραγώγησης.
Σε ένα απομονωμένο ξενοδοχείο της ιρλανδικής υπαίθρου, όπου άλλοτε οι γονείς του πέρασαν τον μήνα μέλιτος τους, ο συγγραφέας Ομ Μπάουμαν επιστρέφει για να σκορπίσει τις στάχτες τους, αλλά και να αφήσει πίσω του ένα παρελθόν που τον στοιχειώνει. Κυνικός, απόμακρος και βαθιά πληγωμένος, καταφθάνει σε έναν χώρο που μοιάζει εγκλωβισμένος εκτός χρόνου, γεμάτο αλλόκοτους ενοίκους, υπόγειες εντάσεις και ψιθύρους για μια καταραμένη σουίτα που παραμένει κλειδωμένη εδώ και χρόνια. Όταν μια νεαρή γυναίκα εξαφανίζεται μυστηριωδώς, ο Ομ βρίσκεται μπλεγμένος σε μια σκοτεινή αναζήτηση που τον οδηγεί όλο και πιο βαθιά στο άγνωστο. Καθώς οι θρύλοι για μια σατανική παρουσία μέσα στη διαβόητη «Honeymoon Suite» αρχίζουν να παίρνουν σάρκα και οστά, το ξενοδοχείο μετατρέπεται σε έναν εφιαλτικό λαβύρινθο όπου το παρελθόν και το παρόν συγκρούονταιεπικίνδυνα. Αντιμέτωπος όχι μόνο με το ανεξήγητο, αλλά και με τους ίδιους του τους δαίμονες, ο Ομ καλείται να διασχίσει τα πιο σκοτεινά μονοπάτια του εαυτού του.
Η σκηνοθεσία του ΜακΚάρθι είναι το πιο σταθερό της χαρτί. Μεθοδική, σχεδόν υπνωτιστική, βασίζεται σε ρυθμούς που χτίζουν αργά την ένταση και σε κάδρα που αξιοποιούν τον χώρο ως ψυχολογική προέκταση του ήρωα. Οι διάδρομοι του ξενοδοχείου δεν λειτουργούν απλώς ως σκηνικό αλλά ως παγίδα συνείδησης, ενώ η κάμερα παραμένει συχνά παρατηρητική, αφήνοντας το άβολο συναίσθημα να εγκατασταθεί χωρίς εξάρσεις. Υπάρχει σαφής έλεγχος της ατμόσφαιρας, όμως σε ορισμένες στιγμές η εμμονή στη φόρμα δείχνει να υπερτερεί της εξέλιξης της ίδιας της ιστορίας που θέλει να πει.
Το σενάριο κινείται σε πιο ασταθές έδαφος. Η βασική ιδέα, ένας άνθρωπος που επιστρέφει αντιμέτωπος με το παρελθόν του σε έναν χώρο φορτισμένο με μύθο και απειλή, έχει ισχυρό πυρήνα, όμως η ανάπτυξή της παραμένει άνιση. Η αφήγηση ανοίγει θεματικά μονοπάτια που δεν εξερευνά πλήρως, με αποτέλεσμα η ιστορία να μοιάζει κατά στιγμές αποσπασματική. Παρόλα αυτά, το ψυχολογικό υπόβαθρο διατηρεί το ενδιαφέρον, καθώς η ταινία επιμένει να συνδέει τον τρόμο όχι με το εξωτερικό κακό αλλά με την εσωτερική διάβρωση του ήρωα, με τον Ανταμ Σκοτ να σηκώνει το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας στους ώμους του, με μια ερμηνεία εσωτερική και ελεγχόμενη, αποδίδοντας με πειστικότητα έναν άνθρωπο κλειστό, σχεδόν αποκομμένο από τον κόσμο, χωρίς να επιδιώκει εύκολη συμπάθεια.
Εκεί ακριβώς εντοπίζονται και τα πιο ενδιαφέροντα μηνύματα της ταινίας. Το «Hokum» μιλά για την ενοχή ως μια δύναμη που παραμορφώνει την πραγματικότητα, για τη μνήμη ως έναν μηχανισμό που δεν αναπαράγει την αλήθεια αλλά την ανακατασκευάζει, και τελικά για την ανάγκη του ανθρώπου να πιστέψει σε κάτι, ακόμη κι αν αυτό είναι μια ψευδαίσθηση που τον καταστρέφει.
Σε επίπεδο σασπένς, η ταινία επιλέγει την αργή καύση αντί για τα εύκολα σοκ. Υπάρχουν στιγμές που η ένταση κορυφώνεται αποτελεσματικά, κυρίως μέσα από τον ήχο και την απουσία δράσης, όμως δεν λείπουν και τα σημεία όπου ο ρυθμός βαλτώνει. Ο τρόμος είναι υπόγειος και περισσότερο υπαινικτικός παρά άμεσος, κάτι που θα εκτιμηθεί από όσους αναζητούν ατμόσφαιρα αλλά ίσως απογοητεύσει όσους περιμένουν πιο έντονες κορυφώσεις.
Και κάπως έτσι το «Hokum» παραμένει μια ταινία που σε κρατά περισσότερο για όσα υπονοεί παρά για όσα ολοκληρώνει. Είναι ένα έργο που μοιάζει να πιστεύει βαθιά στην ιδέα του, αλλά διστάζει να τη φτάσει μέχρι τις ακραίες της συνέπειες. Και ίσως τελικά αυτό να είναι και το πιο ειρωνικό του στοιχείο, ότι ενώ μιλά για την εξαπάτηση, δεν καταφέρνει ποτέ να αποφασίσει αν θέλει να την αποδομήσει ή να την υπηρετήσει μέχρι τέλους.

