Σπύρος Στάβερης: η οικειοποίηση της ομορφιάς

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ 05 NOV 2011  /  Μανώλης Κρανάκης

Με αφορμή την αναδρομική έκθεση στο έργο του που διοργανώνει το 52ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφους Θεσσαλονίκης ο Σπύρος Στάβερης μιλάει στο Flix για το σινεμά που άφησε πίσω του, το Παρίσι που μίσησε που δεν τον κράτησε και την ανύπαρκτη διαφορά ανάμεσα στο στιγμιαίο και το κινούμενο.

Δεν χρειάζεται να γνωρίζεις πως ο Σπύρος Στάβερης ήθελε να γίνει σκηνοθέτης, πριν εγκαταλείψει το όνειρο και αφοσιωθεί στη φωτογραφική του μηχανή. Οι εικόνες του, μπορεί να βρίσκονται στο αντίπαλο στρατόπεδο από τον κινηματογράφο, αυτό της μη κινούμενης εικόνας, αλλά με κάποιον τελείως «λογοτεχνικό» - θα έλεγε κάποιος - τρόπο, αποτελούν το πιο κινηματογραφικό φωτογραφικό έργο που γνώρισε η σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα.

Ισως γι' αυτό και η αναδρομική έκθεση του με γενικό τίτλο «Ενας Κόσμος Χωρίς Περιθώρια» που διοργανώνει το Μουσείο Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης συμπίμπτει ιδανικά με το 52ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου. Σαν ένα ακόμη παράλληλο τμήμα του Φεστιβάλ, οι φωτογραφίες του Σπύρου Στάβερη διηγούνται περισσότερες ιστορίες απ' όσες θα φανταζόταν ακόμη και κάποιος που έχει ήδη παρακολουθήσει το πολυσσυλεκτικό έργο του στον περιοδικό Τύπο τις τελευταίες δεκαετίες. Ιστορίες που ο ίδιος περιγράφει ως μια «κοινωνική τοιχογραφία με πολλές διάσπαρτες και διαφορετικές ψηφίδες» και που εμείς θα περιγράφαμε σαν την πιο όμορφη απεικόνιση ενός εν δυνάμει όμορφου κόσμου.

Πως θα χαρακτήριζες το έργο σου σε κάποιον που δεν έχει δει ποτέ ούτε μια από τις φωτογραφίες σου;

Είναι το ετερόκλητο έργο ενός μη-φωτογράφου.

Γιατί έγινες φωτογράφος;

Επειδή απέτυχε το άλμα μου προς το σινεμά.

Πως βρέθηκες στο Παρίσι; Γιατί έφυγες από το Παρίσι; Μετάνιωσες που έφυγες από το Παρίσι;

Βρέθηκα στο Παρίσι σε νηπιακή ηλικία όταν οι γονείς μου αποφάσισαν να εγκαταλείψουν την αποκρουστική Ελλάδα της μετεμφυλιακής εποχής. 'Εζησα το λαϊκό Παρίσι πριν γίνει μία βιτρίνα για τουρίστες. Το έζησα και στις επαναστατικές του εξάρσεις. Η Αθήνα αποτέλεσε μία κάποια λύση σε ένα προσωπικό αδιέξοδο. Ηταν μία παρόρμηση ανάλογη μ' αυτή των γονιών μου, αλλά προς την αντίστροφη κατεύθυνση. Το Παρίσι είναι η πόλη μου, όπως και η Αθήνα, και γι ' αυτό, για πολύ καιρό, το μίσησα που δεν με κράτησε. Από την άλλη, είμαι πια βέβαιος πως μόνο στην Ελλάδα θα μπορούσα να είχα αποκτήσει μία δική μου φωτογραφική «ταυτότητα». Μόνο εδώ θα έβρισκα τις προϋποθέσεις για μιά φωτογραφική διαδικασία που σφραγίζεται από τη φιλικότητα, την ανταλλαγή, την οικειότητα, τη φιλοξενία, ακόμη κι από έναν διάχυτο ερωτισμό. Γι αυτό και δεν μετάνιωσα ποτέ που γύρισα, όσο κι αν μας συνθλίβει αυτή η χώρα.

Αν υπάρχει, ποια θα έλεγες ότι είναι η κύρια θεματολογία του έργου σου; Υπάρχει μια σαφής τάση προς το «περιθώριο», είτε αυτό είναι αυθεντικό είτε τεχνητο.

Υπάρχει μία θεματολογία που ορίζεται από τα περιοδικά. Και υπάρχει και η τυχαία θεματολογία του δρόμου. Ανάμεσα, υπάρχουν κάποιες άλλες σκέψεις - σκέψεις κι επιθυμίες, όχι κόνσεπτ! - που όμως συνήθως δεν πραγματοποιούνται για διάφορους λόγους. Με τα χρόνια, οι διάφορες δουλειές στα έντυπα και οι προσωπικές περιπλανήσεις έχουν σχηματίσει ένα είδος κοινωνικής τοιχογραφίας με πολλές διάσπαρτες και διαφορετικές ψηφίδες. Το καλοκαίρι, που ξαναδιάβασα τον Μπαλζάκ, βρήκα στις αριστουργηματικές πρώτες σελίδες που περιγράφουν το χορό της Οπερας του Παρισίου στο μυθιστορήμα «Μεγαλεία και Δυστυχίες των Κουρτιζάνων», μία ιδανική αναφορά στις διαδρομές μου μεταξύ πάνω και κάτω κόσμου. Στο χορό της Οπερας έδινε ραντεβού όλη η ερμαφρόδιτη κοινωνία του Παρισιού, οι κοσμικοί, οι αριστοκράτες,τα λούμπεν στοιχεία, οι πόρνες, οι χορεύτριες-μετρέσσες, τα παράσιτα, οι επιχειρηματίες...

Η έκθεση που θα γίνει στο πλαίσιο του 52ου Διεθνούς Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης μας φέρνει αναπόφευκτα στο ποια νομίζεις ότι είναι η σχέση της φωτογραφίας με τον κινηματογράφο;

Υπάρχει ένα άπιαστο όνειρο. Να αγγίξω στις φωτογραφίες μου την αρτιότητα ενός ορισμένου τύπου κινηματογραφικής εικόνας. Από την άποψη του φωτισμού, της διαχείρισης των χρώματων, της σκηνογραφίας, όλων αυτών των στοιχείων που θαυμάζουμε στη δουλειά ενός διευθυντή φωτογραφίας. Είναι άπιαστο, γιατί πηγαίνω στις φωτογραφήσεις χωρίς φώτα, χωρίς σχέδιο, και γιατί προτιμώ ν 'αυτοσχεδιάζω με τα «υλικά» που βρίσκω επί τόπου. Ειδικά τώρα που η φωτογραφία και το βίντεο έχουν γίνει ένα πράγμα, είναι ανώφελο να ψάχνει ακόμη κανείς μεγάλες διαφορές ανάμεσα στο στιγμιαίο και το κινούμενο. Η εικόνα είναι ενιαία, και δεν παύει να ειναι «απλώς μία εικόνα», για να θυμηθούμε και τον Γκοντάρ που ανακάτεψε στην τελευταία του ταινία όλα τα είδη των εικόνων. Αν υπερισχύει όμως ακόμη σε κάτι η φωτογραφία, είναι στην ευκολία που σου δίνει να οικειοποιείσαι άμεσα την όμορφια όπου κι αν αυτή βρίσκεται, και στη δυνατότητα να βλέπεις ένα αποτέλεσμα διαφορετικό απ' αυτό που νόμιζες ότι είχες τραβήξει. Εκπλήσεσσαι με τη φωτογραφία.

Ποια είναι η δική σου σχέση με το σινεμα;

Υπήρξε για πολύ καιρό μέσα μου το απωθημένο του σινεμά. Επαψα όμως κάποια στιγμή να βλέπω σαν ήττα την απομακρυνσή μου από τον κινηματογράφο όταν συνειδητοποίησα ότι ασυναίσθητα έβαζα το σινεμά μέσα στη φωτογραφία μου. 'Επειτα, νομίζω, πως λόγω χαρακτήρα, αυτό που από τύχη διάλεξα ήταν και το πιο ταιριαστό για μένα. Κι έτσι συμφιλιώθηκα πλήρως με την «απώλεια» του κινηματογράφου.

Ποιες είναι οι επιρροές σου; Υπάρχουν σκηνοθέτες που σε έχουν επηρεάσει;

Χάρη στα εφόδια όλων εκείνων των προβολών που παρακολουθούσα φανατικά στη Γαλλική Ταινιοθήκη, νιώθω ότι μπορώ να κινηθώ στα άκρα ανάλογα με τις περιστάσεις. Δεν πιστεύω πως με χαρακτηρίζει κάποιο συγκεκριμένο «στύλ». Μπορώ να αποδώσω μία κατάσταση με την πληθωρικότητα των παλιών ταινιών του Αλμοδόβαρ όπως και με τη λιτότητα των πλάνων του Αντονιόνι.

Πως νιώθεις για το γεγονός ότι έχεις δημιουργήσει σχολή με τις φωτογραφίες σου;

Την εποχή που κάλυπτα τα κοσμικά για το Symbol - μ' έναν τρόπο που φάνηκε καινοφανής, ενώ δεν ήταν, ήταν απλά ρεπορταζιακό - αντέστρεψα λίγο την τάση στις κοσμικές στήλες, αλλά ως εκεί.

Πως ορίζεις την ομορφιά;

Αναρωτιέμαι αν βρίσκεται η ομορφιά στα σπαράγματα της ζωής.

Αν έπρεπε να βγάλεις μόνο μια φωτογραφία για να απεικονίσεις την κρίση στη σημερινή Ελλάδα τι θα επέλεγες;

Ισως τα σπασμένα μάρμαρα στους δρόμους. Είναι μία «χειρονομία» που μου φέρνει στο μυαλό τα «pixacao» του Σαο Παολο, αυτά τα εντελώς άναρχα γκράφιτι - ιερογλυφικά που κάλυπτουν με οργισμένο, παράνομο και εντελώς «αντιαισθητικό» τρόπο (που παράγει όμως μία νέα πολύ ενδιαφέρουσα αντι-αισθητική) οποιοδήποτε κτίριο που προσφέρεται σε μία συχνά πολύ επικίνδυνη αναρρίχηση.

Τι δεν έχεις καταφέρει να φωτογραφήσεις μέχρι σήμερα;

Τους ...σταρ του Χόλλυγουντ, αλλά δεν μου λείπουν.

Οι 11 αγαπημένες ταινίες του Σπύρου Στάβερη

«Είναι μια παλιότερη λίστα που είχα κάνει με έντεκα αγαπημένες μου ταινίες. Απλά θα πρόσθετα στις παρακάτω και τις ταινίες του Χοντρού-Λιγνού, γιατί τους έχω μεγάλη αδυναμία από μικρός».

  • «Bona» του Λίνο Μπροκά (1980) / Αυτή η ταινία του μεγάλου Φιλιπιννέζου σκηνοθέτη μου καρφώνεται αμέσως στο μυαλό, πριν απο κάθε άλλη, όταν πρόκειται νʼ αξιολογήσω παλιές αγαπημένες ταινίες.

  • «Geschichte der Nacht» του Κλεμένς Κλοπφενστάιν (1978) / 8 χρόνια και 150 νυχτερινά γυρίσματα χρειάστηκαν για να αποδωθεί αυτή η μοναδική ποιητική αίσθηση της νύχτας που εξομειώνει σε μια γλυκιά προσμονή της μέρας όλες τις πόλεις από τις οποίες πέρασε ο σκηνοθέτης.

  • «Ο Θείος Μου» (Μon Oncle) του Ζακ Τατί (1958) / Για πολλά χρόνια είχα πιστέψει ότι το μέλλον - το ορόσημο του 2000 - θα έμοιαζε με αυτό το παράξενο αυτοματοποιημένο σπίτι όπου ο Τατί εγκατέστησε τη φαντασιόπληκτη αστική οικογένεια που μάταια πασχίζεi να αποκαταστήσει τον ονειροπαρμένο Θείο.

  • «O Λευκός Σείχης» (Lo Sceicco Bianco) του Φεντερίκο Φελίνι (1952) / Ο Αλμπέρτο Σόρντι είναι ο Ιταλός με τη μεγάλη καρδιά, ικανός ωστόσο και για όλες τις μικροπρέπειες και τις κρυφές δειλίες.

  • «Αυτό Ονομάζεται Αυγή» (Cela s' Αppelle l' Αurore) του Λουίς Μπουνιουέλ (1956) / Σχετικά άγνωστη ταινία του Bunuel, που ο ίδιος τη θεωρούσε ωστόσο μια απο τις τρείς η τέσσερις καλύτερες του.

  • «Freaks» του Τοντ Μπράουινγκ (1932) / Φαίνεται τελικά πως μου αρέσουν πολύ οι ιστορίες εκδίκησης στο σινεμά, όταν οι αδύναμοι παίρνουν τσεκούρι και μαχαίρι.

  • «Η Αταλάντη» (L' Atalante) του Ζαν Βιγκό (1934) / Ο, τι είναι ο Ρεμπό στην ποίηση είναι και ο Ζαν Βιγκό στο σινεμά.

  • «Bobby Deerfield» του Σίντνεϊ Πόλακ (1977) / Είναι μια ταινία που με συγκινεί μέχρι δακρύων γιατί ταυτίζω ένα αγαπημένο πρόσωπο με το δραματικό ρόλο της Ελβετίδας ηθοποιού Μάρτ Κέλερ που δίνεται σε ένα νέο έρωτα, παλινδρομώντας και υπεκφεύγοντας κάθε τόσο κάτω από την επίγνωση της καταδικής της αρρώστειας.

  • «Το Κουτί της Πανδώρας» (Pandora's Box) του Γκέοργκ Βίλχελμ Παμπστ (1929) / «Ευχαριστημένος Άλβα ? Παντρεύομαι τη Λούλου και υπογράφω τη θανατική μου καταδίκη». Ο διάλογος αυτός με εχει στοιχειώσει.

  • «La Dialectique Peut-Elle Casser Des Briques?» των Ρενέ Βιενέ, Κουάνγκ Τσι Του (1973) / Ο Κουάνγκ Τσι Του, σκηνοθέτης ταινιών kung-fu, υπογράφει αθελά του αυτήν την «εκτροπή» της ταινίας του μαζί με εναν Γάλλο σκηνοθέτη που συμμεριζόταν τις ιδέες των «situationnistes».

  • «Ο Ανθρωπος με το Λευκό Κοστούμι» (The Man With the White Suit) του Αλεξάντερ Μακέντρικ (1972) / Αυτή η κωμωδία θεωρείται ως ένα απο τα δυό καλύτερα δείγματα της αγγλικής χιουμοριστικής σχολής εκείνης της εποχής.

Η έκθεση του Σπύρου Στάβερη «Ενας Κόσμος Χωρίς Περιθώρια» κάνει τα εγκαίνια της το Σάββατο 5 Νοεμβρίου και θα διαρκέσει μέχρι και τις 4 Δεκεμβρίου στο Μουσείο Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης. Δείτε στο gallery μερικές από τις φωτογραφίες της έκθεσης.

Συνεχίζοντας την πλοήγηση σας στο flix.gr, συμφωνείτε στην εγκατάσταση cookies στον υπολογιστή σας. Μάθετε περισσότερα.