[προσοχή: στο κείμενο ακολουθούν spoilers για όλο τον πρώτο κύκλο του «Heated Rivalry»]
Η πρώτη σεζόν του «Heated Rivalry» δεν στέκεται απλώς ως μια ακόμα «τηλεοπτική μεταφορά» ενός δημοφιλούς ρομαντικού μυθιστορήματος που αφηγείται την ερωτική σχέση δύο αντιπάλων - ενός Καναδού και ενός Ρώσου - του χόκεϊ στον πάγο. Είναι ένα έργο που, με τρόπο σχεδόν ύπουλα μεθοδικό, επαναδιαπραγματεύεται τι σημαίνει queer αφήγηση στην εποχή των μεγάλων τηλεοπτικών παραγωγών όχι μέσω συνθημάτων αλλά μέσω ρυθμού, βλέμματος και συναισθηματικής αρχιτεκτονικής.
Aρχικά η σειρά μοιάζει να παίζει επικίνδυνα με τις προσδοκίες, καθώς ξεκινά φαινομενικά από το πιο εύκολο δόλωμα, τα προκλητικά γυμνά σώματα και το γραφικό σεξ.
Αλλά είναι πολλά περισσότερα από αυτά.
Σε προκαλεί να την απορρίψεις γρήγορα, να τη βάλεις στο ράφι των σειρών που ποντάρουν περισσότερο στο eye candy των ωραίων γυμνασμένων σωμάτων παρά στο συναίσθημα. Είναι μια συνειδητή παγίδα. Γιατί πίσω από αυτό το επιθετικό ξεκίνημα, το γραφικό γυμνό και την ένταση του σεξ, κρύβεται μια σειρά που ξέρει ακριβώς πού θέλει να σε οδηγήσει και να φτάσει, κάτι πολύ πιο δύσκολο και σπάνιο για τηλεοπτική ρομαντική σειρά: στη σταδιακή απογύμνωση της άμυνας, καταλήγοντας να γίνει μια από τις καλύτερες queer τηλεοπτικές ιστορίες των τελευταίων ετών.
Η σεζόν ξεκινά με γραφικό γυμνό και σεξ, σχεδόν επιθετικά, σαν να δοκιμάζει πόσο εύκολα ο θεατής θα ταξινομήσει τη σειρά σε μια κατηγορία "απλά της καύλας". Μόνο που αυτή η υπερβολή, όσο κι αν ξενίζει, λειτουργεί τελικά ως σχόλιο. Οι ήρωες επικοινωνούν με το σώμα επειδή δεν μπορούν ακόμη να επικοινωνήσουν με την αλήθεια. Το σεξ είναι άμυνα, κρυψώνα, συμφωνία σιωπής.»
Υπό τη σκηνοθετική καθοδήγηση του Τζέικομπ Τίρνι (που είναι και ο δημιουργός της σειράς) και έχοντας ως βάση το υλικό από τα βιβλία της Ρέιτσελ Ριντ (ειδικευμένη στα γκέι ρομάντζα με φόντο το ice hockey!), η σεζόν καταφέρνει να μοιάζει ταυτόχρονα «εμπορική» και καλλιτεχνικά αυστηρή. Εκεί που νομίζεις ότι παρακολουθείς μια σειρά που στηρίζεται στο σοκ του γυμνού και στην ηδονοβλεψία, ανακαλύπτεις ότι η πρόθεσή της είναι ακριβώς η αντίστροφη. Να σε φέρει κοντά στο σώμα για να σου στερήσει σταδιακά το άλλοθί του, μέχρι να μείνεις μόνο με το συναίσθημα.
Σκηνοθετικά, το «Heated Rivalry» έχει μια αυτοπεποίθηση που φαίνεται στον τρόπο που χρησιμοποιεί τη διάρκεια. Τα μονοπλάνα δεν λειτουργούν ως στυλιστική επίδειξη, αλλά ως μηχανισμός πίεσης, σαν η κάμερα να αρνείται να δώσει στους ήρωες ανάσα όταν εκείνοι θα προτιμούσαν να ξεφύγουν. Η φωτογραφία στα πρώτα επεισόδια κινείται σε πιο ψυχρές τονικότητες και σε σκληρό κοντράστ, μια αισθητική που ταιριάζει με τον δημόσιο ρόλο των χαρακτήρων της, το άθλημα, την αντιπαλότητα, την ανάγκη ελέγχου. Και όσο η αφήγηση προχωρά, το φως ζεσταίνει, οι σκιές γίνονται λιγότερο τιμωρητικές, τα κοντινά πλάνα επιμένουν στα πρόσωπα, στις παύσεις, στις μικρές μετακινήσεις του βλέμματος. Είναι σαν η σειρά να αλλάζει φακό. Από τον φακό της επιθυμίας στον φακό της οικειότητας.
Το σενάριο παίζει το πιο επικίνδυνο χαρτί του από νωρίς. Η σεζόν ξεκινά με γραφικό γυμνό και σεξ, σχεδόν επιθετικά, σαν να δοκιμάζει πόσο εύκολα ο θεατής θα ταξινομήσει τη σειρά σε μια κατηγορία «απλά της καύλας». Μόνο που αυτή η υπερβολή, όσο κι αν ξενίζει, λειτουργεί τελικά ως σχόλιο. Οι ήρωες επικοινωνούν με το σώμα επειδή δεν μπορούν ακόμη να επικοινωνήσουν με την αλήθεια. Το σεξ είναι άμυνα, κρυψώνα, συμφωνία σιωπής. Από το πέμπτο επεισόδιο και μετά, η σειρά κάνει τη γενναία στροφή της, περιορίζει αισθητά την «εύκολη» σωματική γύμνια και αποφασίζει να ξεγυμνώσει τους χαρακτήρες συναισθηματικά. Αυτή η επιλογή δεν την αποδυναμώνει, την απογειώνει, αποδεικνύοντας ότι δεν ήταν ποτέ μια σειρά για το σεξ, αλλά για τον φόβο που το γεννά.
Στον πυρήνα της επιτυχίας βρίσκεται η χημεία των δύο πρωταγωνιστών, ένα από εκείνα τα σπάνια τηλεοπτικά «δεσίματα» που δεν εξαντλούνται στον ερωτισμό. Ο Χάντσον Γουίλιαμς, ως Σέιν Χολάντερ, είναι εξαιρετικός κυρίως με το βλέμμα του. Παίζει έναν άνθρωπο που έχει εκπαιδευτεί να μη δίνει τίποτα, να κρατά την έκφραση ουδέτερη, να μετατρέπει την επιθυμία σε πειθαρχία. Κι όμως, μέσα από μικρές ρωγμές στα μάτια, σε στιγμές που κοιτάζει λίγο περισσότερο απ’ όσο θα έπρεπε, η ερμηνεία του αφήνει να φανούν η τρυφερότητα και ο φόβος. Αυτή η εσωτερικότητα γίνεται απαραίτητο αντίβαρο σε όσα κουβαλά ο Ιλία.
Η κορυφαία του στιγμή έρχεται στο πέμπτο επεισόδιο... Ο Στόρι κουβαλά έναν ολόκληρο μονόλογο στα ρωσικά, με ένταση που ανεβαίνει χωρίς να γίνεται θεατρική, ενώ ο Γουίλιαμς, στην άλλη άκρη, παίζει την πιο δύσκολη παθητικότητα. Να ακούς, να δέχεσαι, να μεταφράζεις το συναίσθημα όταν οι λέξεις δεν είναι δικές σου, να δείχνεις ότι καταλαβαίνεις πριν καν καταλάβεις. Ενα υποκριτικό ρεσιτάλ ερμηνείας και για τους δύο.»
Γιατί αυτός που πραγματικά ξεχωρίζει είναι ο Κόνορ Στόρι. Η ερμηνεία του ως Ιλία Ρόζανοφ έχει την πιο δύσκολη διαδρομή. Ξεκινά σαν χαρακτήρας θορύβου και πρόκλησης, με ένταση, κόντρα, πείσμα, μια σχεδόν επιδεικτική σκληρότητα που μοιάζει προστατευτικό κέλυφος. Κι έπειτα, επεισόδιο με επεισόδιο, βλέπεις το κέλυφος να ραγίζει, όχι με μελοδραματισμούς, αλλά με λεπτομέρειες, ένα χαμόγελο που αργεί να σβήσει, μια σιωπή που κρατά πιο πολύ, μια παρόρμηση να πει κάτι και να το καταπιεί. Είναι εντυπωσιακό ότι ο Στόρι είναι Τεξανός και παρ’ όλα αυτά μιλά άπταιστα ρωσικά στη σειρά, με μια πειστικότητα που έχει σχολιαστεί έντονα ακριβώς επειδή δεν «ακούγεται» σαν ηθοποιός που απαγγέλλει φθόγγους, αλλά σαν άνθρωπος που σκέφτεται στη γλώσσα του.
Η κορυφαία του στιγμή έρχεται στο πέμπτο επεισόδιο, σε ένα από τα καλύτερα επεισόδια, όχι μόνο της ίδιας της σειράς αλλά και της χρονιάς (κατάφερε να φτάσει στην κορυφή του IMDb, στο ίδιο επίπεδο βαθμολογικά με το θρυλικό «Ozymandias» του «Breaking Bad», έστω και για λίγο), στο τηλεφώνημα εξομολόγησης. Εκεί η σειρά κάνει κάτι που απαιτεί μεγάλη αυτοπεποίθηση. Σου δίνει μια συναισθηματική κορύφωση σχεδόν γυμνή από σκηνοθετικά τεχνάσματα και την αφήνει να υπάρξει μέσα από την ερμηνεία. Η σκηνή είναι χτισμένη ως επίδειξη ελέγχου. Ο Στόρι κουβαλά έναν ολόκληρο μονόλογο στα ρωσικά, με ένταση που ανεβαίνει χωρίς να γίνεται θεατρική, ενώ ο Γουίλιαμς, στην άλλη άκρη, παίζει την πιο δύσκολη παθητικότητα. Να ακούς, να δέχεσαι, να μεταφράζεις το συναίσθημα όταν οι λέξεις δεν είναι δικές σου, να δείχνεις ότι καταλαβαίνεις πριν καν καταλάβεις. Ενα υποκριτικό ρεσιτάλ ερμηνείας και για τους δύο.
Η σκηνή στο κλαμπ, στο τέλος του τέταρτου επεισοδίου, είναι το μεγάλο οπτικοακουστικό «σπάσιμο» πριν η σειρά μπει στο βάθος. Εκεί ενσωματώνεται το «All the Things She Said» των t.A.T.u. πάνω στην αφήγηση όχι σαν απλή μουσική υπόκρουση, αλλά σαν συναισθηματική μετάφραση όσων έχουν προηγηθεί. Η επιλογή του τραγουδιού δεν είναι τυχαία. Ο Τίρνι μίλησε ανοιχτά για το πώς αναζητούσε κάτι ρωσικό, ποπ, αλλά και φορτισμένο από μνήμη και queer ιστορία, κάτι που να κουβαλά νοσταλγία, επιθυμία και αμφιθυμία μαζί. Το κλαμπ γίνεται ο δημόσιος χώρος όπου οι χαρακτήρες προσπαθούν να παίξουν ρόλους, να αποδείξουν ότι προχωρούν, να χορέψουν με άλλους, να «φανούν» φυσιολογικοί, αλλά το τραγούδι, με το βάρος του, κάνει το αντίθετο. Αποκαλύπτει ότι δεν υπάρχει προχώρημα, μόνο μετατόπιση του πόνου. Η σκηνοθεσία σε κρατά μέσα στο πλήθος, στα φώτα, στα βλέμματα που συναντιούνται ξανά και ξανά, μέχρι η ζήλια να γίνει σχεδόν φυσική αίσθηση. Και όταν το κομμάτι περνά στη διασκευή του Χάρισον, η σκηνή αλλάζει θερμοκρασία, σαν να μετατρέπεται η ακατέργαστη ένταση σε κάτι πιο καθαρό, πιο επικίνδυνα τρυφερό.
Μια διαδρομή που φτάνει στην κορύφωσή της με το έκτο επεισόδιο, το "The Cottage", το οποίο κλείνει τη σεζόν με μια σχεδόν θαρραλέα ησυχία, όπου η σειρά επιτρέπει στους ήρωες να υπάρξουν χωρίς θόρυβο.»
Από την άλλη, η παράλληλη ιστορία του Σκοτ Χάντερ - ενός βετεράνου παίχτη του χόκεϊ στον πάγο λίγο πριν την συνταξιοδότησή του και του Κιπ που θα ερωτευεί σε σημείο να φτάσει στο δημόσιο coming out, μοιάζει να είναι πιο βεβιασμένη και λιγότερο συναισθηματικά φορτισμένη. Ισως γιατί δεν περνάμε τόσο πολύ χρόνο μαζί τους (μόνο το τρίτο επεισόδιο είναι αφιερωμένο σε αυτούς) έτσι ώστε να τους καταλάβουμε καλύτερα και να νιώσουμε όλα όσα περνάνε. Το coming out του Σκοτ και το φιλί τους στο τέλος του πέμπτου επεισοδίου λειτουργούν περισσότερο ως αφηγηματικά σημεία παρά ως στιγμές βαθιάς συγκίνησης. Ωστόσο, σεναριακά, υπηρετούν άψογα τη βασική ιστορία, επειδή δείχνουν έναν πιο ευθύ δρόμο αποδοχής, κάνουν ακόμη πιο εμφανές πόσο δύσκολη, περίπλοκη και επώδυνη είναι η διαδρομή του Χολάντερ και του Ρόζανοφ, ειδικά όταν το τίμημα δεν είναι μόνο κοινωνικό αλλά υπαρξιακό.
Μια διαδρομή που φτάνει στην κορύφωσή της με το έκτο επεισόδιο, το «The Cottage», το οποίο κλείνει τη σεζόν με μια σχεδόν θαρραλέα ησυχία, όπου η σειρά επιτρέπει στους ήρωες να υπάρξουν χωρίς θόρυβο (προσέξτε την απουσία μουσικής από την στιγμή που φτάνουν στο εξοχικό). Εκεί όπου τα προηγούμενα επεισόδια έχτισαν ένταση και άμυνα, το φινάλε επιλέγει τη σιωπή και τη διάρκεια. Η σκηνοθεσία επιβραδύνει συνειδητά και αφήνει τον χρόνο να κυλήσει μέσα στο κάδρο, δίνοντας βάρος στις μικρές χειρονομίες και στις παύσεις. Και εδώ η μεταφορική σημασία του εξοχικού αυτού γίνεται καταλυτική. Δεν είναι απλώς ένα σκηνικό, είναι ΤΟ κατώφλι. Είναι ο πρώτος χώρος που μοιάζει με σπίτι, άρα με διάρκεια, ο πρώτος τόπος όπου η σχέση δεν είναι ξενοδοχείο, κρυφό ραντεβού και συμφωνία σιωπής, αλλά δοκιμή ζωής. Η φωτογραφία ζεσταίνει, οι χαρακτήρες τοποθετούνται δίπλα και όχι απέναντι, και η ένταση μετατοπίζεται από το αν θέλουν ο ένας τον άλλον στο αν αντέχουν την ιδέα του μαζί. Είναι ένας ασφαλής μικρόκοσμος πριν από τη σύγκρουση με τον έξω κόσμο, και ακριβώς γι’ αυτό, όταν ο έξω κόσμος μπαίνει μέσα, η στιγμή πονά. Το επεισόδιο κορυφώνεται με ένα ξαφνικό coming out και αμέσως μετά με μια από τις πιο ουσιαστικές αλλαγές της τηλεοπτικής διασκευής. Την προσθήκη μιας σκηνής ανάμεσα στον Σέιν και τη μητέρα του, όπου το coming out παίρνει ανθρώπινο βάρος και δεν αντιμετωπίζεται ως «υποχρεωτικό σημείο πλοκής», αλλά ως συναισθηματική λύτρωση.
Το εξοχικό, ως χώρος και ως ιδέα, δεν είναι απλώς το μέρος όπου κατέληξε η ιστορία, αλλά το μέρος όπου θα ήθελες να μείνεις κι εσύ. Οχι επειδή όλα λύθηκαν, αλλά επειδή για πρώτη φορά δεν χρειάζεται να λυθούν άμεσα. Είναι ένας χώρος χωρίς ρόλους, χωρίς κοινό, χωρίς την πίεση του ποιος πρέπει να είσαι. Ενας τόπος όπου η αγάπη δεν φωνάζει, δεν διεκδικεί, δεν αποδεικνύεται. Απλώς υπάρχει. Και ίσως γι’ αυτό πονά τόσο όταν ξέρεις ότι δεν μπορείς να μείνεις εκεί για πάντα.
Κι όμως, αυτή είναι η πιο τίμια κατάληξη που θα μπορούσε να δώσει η σειρά. Το «Heated Rivalry» δεν πουλά την ψευδαίσθηση της απόλυτης ασφάλειας. Σου δίνει όμως κάτι πιο σπάνιο. Την εικόνα ενός καταφυγίου που υπήρξε, έστω για λίγο, και άφησε το αποτύπωμά του μέσα σου. Ενα μέρος που, ακόμα κι αν το αφήσεις πίσω, το κουβαλάς βαθιά στη ψυχή σου. Και όταν πέφτουν οι τίτλοι τέλους, δεν μένεις με την ανυπομονησία του τι θα γίνει μετά, αλλά με μια ήσυχη, σχεδόν μελαγχολική επιθυμία. Να μπορούσες να μείνεις λίγο ακόμα εκεί. Στο εξοχικό. Εκεί όπου, για πρώτη φορά, όλα έμοιαζαν αρκετά.
