Πάμε σινεμά για να ξεφύγουμε από τη ζωή μας ή για να την καταλάβουμε; Ο Ριγιουσούκε Χαμαγκούτσι ονειρεύεται κάτι ακόμα περισσότερο: να μας εμπνεύσει να την αλλάξουμε.
Από το «Drive My Car», που τον σύστησε σε ένα ευρύτερο διεθνές κοινό, μέχρι τις «Ιστορίες της Τύχης και της Φαντασίας», το σινεμά του επιστρέφει επίμονα σε όσα μας συνδέουν: τις λέξεις που επιλέγουμε, τις σιωπές που μας προδίδουν, τις συμπτώσεις που αλλάζουν την πορεία μας και την αδυναμία μας να γνωρίσουμε πραγματικά τον άλλον. Οι ταινίες του είναι βαθιά φιλοσοφικές, όχι επειδή επιδιώκουν να προσφέρουν απαντήσεις, αλλά επειδή αντιμετωπίζουν την ίδια την ανθρώπινη εμπειρία ως ένα ανοιχτό ερώτημα. Και μόνο όταν φεύγεις από την αίθουσα βασανισμένος από το ανοιχτό ερώτημα, κάνεις κάτι να αλλάξεις. Τα happy ends (αλλά και τα απόλυτα δυστοπικά) δεν είναι μόνο ψεύτικα. Είναι και καθησυχαστικά.
Με την νέα του ταινία «Ετσι Ξαφνικά», ο φιλοσοφικός του στοχασμός συναντά την ευαλωτότητα, και η αναμέτρηση με τον θάνατο γίνεται αφορμή για μια ακόμα βαθύτερη αναζήτηση της ζωής. Αν γνωρίζουμε ότι, έτσι ξαφνικά, θα πεθάνουμε, πώς μπορούμε να... ζήσουμε. Τι κάνουμε με το χρόνο μας , όταν μοιάζει να μην μας ανήκει πια; Και γιατί δεν μπορούμε να το κάνουμε όταν δεν υπάρχει απειλή; Γιατί μουδιάζουμε, γιατί τρέχουμε επί ματαίω σαν τα χάμστερ στον τροχό μας; Γιατί αποδεχόμαστε ως κανονικότητα την εγκλωβιστική μας καθημερινότητα;
Συναντήσαμε τον Χαμαγκούτσι για μία συνέντευξη που ήταν αδύνατον να μείνει στα όρια της μεγάλης οθόνης και να μην φτάσει στα μεγάλα της ζωής. Πώς συνδέεται η υπαρξιακή αγωνία με τη λογική του σύγχρονου καπιταλισμού, η υπερεργασία με την αδιάκοπη αναβολή της χαράς; Γιατί, για τον ίδιο, η ανθρωπιά δεν είναι μια αφελής ουτοπία, αλλά κάτι που χρειάζεται να διεκδικούμε έμπρακτα; Σε κάθε ερώτηση απαντούσε με συγκινητική ταπεινότητα, θαυμαστή γνώση και μία χειμαρρώδη ανάγκη για επικοινωνία - ακόμα κι αν η γλώσσα στεκόταν εμπόδιο. Οσα μάς είπε θα τα κρατήσουμε σαν φυλακτό. Οπως και τις ταινίες του.
Πώς αποφασίζει να μεταφέρει κανείς στο σινεμά ένα βιβλίο που είναι αμιγώς στοχαστικό, αφηρημένο, εννοιολογικό;
Με απασχολούσαν χρόνια κάποιες ιδέες για τη ζωή. Κατά την προετοιμασία του «Ιστορίες της Τύχης και της Φαντασίας» διάβαζα το «Το Πρόβλημα με την Ενδεχομενικότητα» (Gūzensei ΝoΜmondai / The Problem of Contingency, 1935) του Ιάπωνα φιλοσόφου Σούζο Κούκι. Ενα θεώρημα που συνδυάζει τη δυτική φαινομενολογία, τον υπαρξισμό και τη γερμανική φιλοσοφία με την ιαπωνική αισθητική και μεταφυσική - πολύ πυκνό και δύσκολο να κατανοήσει κανείς, αλλά τόσο ενδιαφέρον. Οταν μετέπειτα διάβασα τις επιστολές της Μιγιάνο ανέφερε το έργο του Κούκι κι αυτό με έκανε να νιώσω μία εγγύτητα μαζί της, μία βαθιά συγκίνηση. Γιατί δεν ήταν η διανοητική της ερμηνεία στο κείμενο που διέκρινα, αλλά πόσο την άγγιζαν οι λέξεις. Αυτό είχα πάθει κι εγώ. Και ξαφνικά, διάβαζα τι έγραφε μία ξένη γυναίκα στην επιστολή της κι είχα σχεδόν σωματική αντίδραση με το κείμενο. Ενιωθα το σώμα μου να τρέμει. Και σκέφτηκα πώς θα μπορούσα να φτάσω τη δική μου τέχνη σε ένα τέτοιο σημείο; Πώς θα μπορούσα να συνδεθώ με τον θεατή τόσο ουσιαστικά και βαθιά; Ωστε να προσφέρω κάτι πραγματικά σημαντικό;
Η προφανής πρόκληση, όπως κι εσείς αναφέρετε, με σταματούσε: δεν μπορείς να οπτικοποιήσεις, να κινηματογραφήσεις κάτι τέτοιο - τόσο αφηρημένο, τόσο φιλοσοφικό, τόσο συναισθηματικό όπως η αλληλογραφία αυτών των γυναικών. Ξεκίνησα έρευνα, μίλησα με τους οικείους της Μιγιάνο προσπαθώντας να καταλάβω ποια ήταν, έκανα μία εκτενή συνέντευξη στην Ισόνο. Δεν με ενδιέφερε όμως μία βιογραφία. Δεν ήθελα η περιέργεια του κοινού να στραφεί στην ιδιωτική ζωή του Ισόνο ή της οικογένειας της Μιγιάνο. Με ενδιέφερε αυτή η συνάντηση του πνεύματος - των δύο γυναικών μεταξύ τους, των δύο γυναικών με μένα. Με είχε συγκινήσει αυτό που υπήρχε στο βιβλίο - ανάμεσα στις λέξεις. Αλλά τι κινηματογραφική μορφή μπορούσε να πάρει κάτι τέτοιο;
Νομίζω ότι η απάντηση, ή τουλάχιστον η έμπνευση να κάνω το άλμα και να το επιχειρήσω ήρθε όταν η Cinefrance επικοινώνησε μαζί μου προτείνοντάς μου να γυρίσω μαζί τους μία ταινία στη Γαλλία. Αμέσως σκέφτηκα πώς το γαλλικό σινεμά στεκόταν απέναντι σε τέτοιες προκλήσεις - μου ήρθε στο μυαλό το σινεμά του Ερίκ Ρομέρ, και συγκεκριμένα το «Μια Νύχτα με την Μοντ». Αν το γαλλικό κοινό είναι ανοιχτό σε φιλοσοφικούς διαλόγους, ίσως μπορούσα να το προσπαθήσω κι εγώ.
Οταν διάβαζα το βιβλίο είχα σχεδόν σωματική αντίδραση με το κείμενο. Ενιωθα το σώμα μου να τρέμει. Και σκέφτηκα πώς θα μπορούσα να φτάσω τη δική μου τέχνη σε ένα τέτοιο σημείο; Πώς θα μπορούσα να συνδεθώ με τον θεατή τόσο ουσιαστικά και βαθιά; Ωστε να προσφέρω κάτι πραγματικά σημαντικό;»
Υπάρχει όμως και η πρόκληση του να γεφυρώσει κανείς τις δύο κουλτούρες, έτσι δεν είναι; Πώς προσαρμόζει ένας σκηνοθέτης από την Ανατολή μία ιστορία που διαδραματίζεται στο Παρίσι, χωρίς να προδώσει το βλέμμα του;
Εχετε απόλυτο δίκιο. Ηταν η μεγάλη μου αγωνία. Τυχαία, σκόνταψα πάνω στην απάντηση. Διάβασα ένα άρθρο για τη μέθοδο φροντίδας «Humanitude», που αναπτύχθηκε στη Γαλλία πριν από περίπου 40 χρόνια και ήρθε σχετικά πρόσφατα και στην Ιαπωνία. Οι θεραπευτές εκπαιδεύονται να αντιμετωπίζουν τους ασθενείς με άνοια, όχι σαν ανήμπορα όντα με τη συγκατάβαση που δίνεις σ’ ένα μικρό παιδί, αλλά με σεβασμό στην αξιοπρέπεια τους. Δεν είναι μία απλή μεθοδολογία φροντίδας, είναι μία φιλοσοφία που μάς βοηθά να καταλάβουμε πώς να αντιμετωπίζουμε τους άλλους ως ανθρώπινα όντα. Και αισθάνθηκα ότι συνδέεται με τη δική μου δουλειά.
Με το που βρήκα την ιδέα η ιστορία στο Παρίσι να πλαισιώνεται από μία τέτοια δομή, κάπως βρήκα τον συνδετικό κρίκο που θα ένωνε τις ηρωίδες - όχι απλώς ως εύρημα, αλλά ως άξονα της ηθικής τους σχέσης. Ως υπόβαθρο για να αναπτυχθεί ο φιλοσοφικός τους διάλογος. Μία Γαλλίδα που προσεγγίζει τον άνθρωπο μέσα από μία τέτοια φιλοσοφία, θα μπορούσε να συνδεθεί με μία φιλόσοφο από την Ιαπωνία.
Οπότε έπρεπε να βρείτε την Γαλλίδα πρωταγωνίστρια σας. Πώς καταλήξατε στην Βιρζινί Εφιρά;
Καταλαβαίνετε ότι το να βρει κανείς μία Γαλλίδα ηθοποιό που θα μιλάει ιαπωνικά ήταν εξαιρετικά δύσκολο. Συνήθως βρίσκεις μέτριους ηθοποιούς που ξέρουν τη γλώσσα, ή ηθοποιούς που θέλεις αλλά δεν μπορούν να τη μάθουν.
Κάποια στιγμή με ειδοποίησαν από το γραφείο μου ότι επικοινώνησε η Βιρζινί μαζί μας. Διάβασε το σενάριο και το αγάπησε πολύ. Φυσικά γνώριζα τη δουλειά της και με είχε εντυπωσιάσει ιδιαίτερα πώς αντιμετώπιζε τις προκλήσεις. Συναντηθήκαμε και τη ρώτησα για την «Μπενεντέτα». Πώς αφέθηκε σε μία τόσο απαιτητική ερμηνεία, πώς αποτίναξε της αναστολές της. Η απάντηση της με εντυπωσίασε: πλήρη εμπιστοσύνη στον σκηνοθέτη της. «Αν ο Πολ ήταν σίγουρος για τον κόσμο που κατασκεύασε, εγώ δε είχα να κάνω κάτι παραπάνω από το να τον κατοικήσω.»
Γνωρίζοντας λοιπόν ότι έχω μία πρωταγωνίστρια που δεν φοβάται τις προκλήσεις της έδωσα το ρόλο. Εκτός από μία ταλαντούχο ηθοποιό, ανακάλυψα και μία γυναίκα που δουλεύει πολύ σκληρά - δεν είναι απλό να μάθει κανείς ιαπωνικά. Οχι απλώς για να αποστηθίσει τις ατάκες της, αλλά να μπει όσο πιο βαθιά γινόταν στην ίδια τη γλώσσα.
Ομως το ίδιο έκανε και η Τάο Οκαμότο - έπρεπε κι εκείνη να μάθει γαλλικά. Είχαν δύο μήνες μπροστά τους για να μελετήσουν με καθηγητές και δασκάλους ορθοφωνίας, να κάνουν πρόβες και να αντιδρούν φυσικά, αυθεντικά στα λόγια των συμπρωταγωνιστών τους. Ηταν σπουδαίες και τις ευχαριστώ. Δεν θα μπορούσε μία ταινία φιλοσοφικών και ζωτικών διαλόγων να στηριχτεί αν δεν είχαν κάνει αυτή τη δουλειά. Για να εισχωρήσει κανείς στον εσωτερικό κόσμο ενός χαρακτήρα, πρέπει να εισχωρήσει και στη γλώσσα του. Γιατί ο τρόπος που εκφέρεται το συναίσθημα σε μία άλλη γλώσσα είναι πολύ διαφορετικός.
Ναι, εγώ είμαι σκηνοθέτης. Γράφω και σκηνοθετώ φιξιόν ιστορίες. Ομως το πιστεύω ακράδαντα: η ψυχή του μεγάλου ψέματος που είναι το σινεμά είναι η αλήθεια του. Κι αυτή δραπετεύει σε στιγμές και συναντά το κοινό. Οπότε είμαι αισιόδοξος. Ισως αν συνεχίζουμε να κάνουμε ταινίες που επικοινωνούν ιδέες, ο θεατής να βγαίνει από την αίθουσα έχοντας κάτι να σκεφτεί. Την έμπνευση κάτι να αλλάξει στη ζωή του...»
Εχοντας στα χέρια σας μία ιστορία γύρω από την αρρώστια, το τέλος, το θάνατο, πώς καταφέρατε να αποφύγετε το μελόδραμα;
Είχα κάτι πολύ σαφές στο μυαλό μου όταν αποφάσισα να διασκευάσω το «You and I – The Illness Suddenly Get Worse» των Μακίκο Μιγιάνο και Μάχο Ισόνο. Το βιβλίο είναι στην ουσία 20 γράμματα που έχουν ανταλλάξει οι δυο γυναίκες - η μία είναι φιλόσοφος και πάσχει από καρκίνο, η άλλη ιατρική ανθρωπολόγος. Κατά τη διάρκεια της αλληλογραφίας τους η υγεία της Μιγιάνο ολοένα και χειροτερεύει, το σώμα της φθείρεται και καταρρέει. Ομως αυτή η ευθραυστότητα δένει τις γυναίκες ακόμα πιο πολύ σε μια βαθιά φιλία. Διαβάζοντας τις επιστολές τους βλέπεις ανθρωπιά, αλληλεγγύη αλλά και χιούμορ. Και το χιούμορ είναι που βοηθάει την Μιγιάνο να ανοιχτεί. Μάλιστα το ομολογεί σ’ ένα γράμμα της στην Ισόνο: «είσαι πολύ καλή στο να με κάνεις να μπορώ να μιλάω για την αρρώστια μου». Δεν είναι εύκολο για τους ασθενείς με ανίατες αρρώστιες τελικού σταδίου να μιλήσουν για αυτό. Ηταν λοιπόν σημαντικό για μένα να κρατήσω μία τέτοια τονικότητα στην ταινία: ανθρωπιά, τρυφερότητα, αλλά και μία ελαφρότητα - δεν ήθελα να κάνω μελόδραμα.
Και κάτι ακόμα: οι δυο γυναίκες είναι εξαιρετικά μορφωμένες, διανοούμενες. Η αλληλογραφία τους δεν είναι γράμματα παρηγοριάς γύρω από την αρρώστια της Ισόνο. Δεν έχουν να κάνουν με το θάνατο, αλλά αποτελούν μια βαθιά φιλοσοφική αναζήτηση για τη ζωή. Ενα βαρύ δράμα, κάτι μελό, θα μείωνε πολύ την ιστορία τους.
Ζούμε σ’ ένα σύστημα που απαιτεί από εμάς να τρέχουμε και να ολοκληρώνουμε εργασίες. Μία λίστα υποχρεώσεων έχει γίνει η ζωή μας. Δεν ξέρω αν μπορούμε να ξεφύγουμε από αυτό. Το μόνο που μπορώ να πω με βεβαιότητα είναι ότι υπάρχει επιτακτική ανάγκη -και το επιβεβαιώνει και η σύγχρονη ιατρική- να βρίσκουμε χρόνο για τον εαυτό μας. Να σβήνουμε τις μηχανές και να κάνουμε πράγματα που απολαμβάνουμε...»
Με ενδιέφερε πολύ η σχέση του χρόνου κι όπως τον τοποθετείτε στο κέντρο της συζήτησης. Η μία ηρωίδα πεθαίνει, αντικειμενικά δεν έχει χρόνο. Η άλλη δεν μπορεί να βρει χρόνο για τον εαυτό της. Σκεφτόμουν πόσο αληθεύει όλο αυτό, πώς ο σύγχρονος άνθρωπος τρέχει αλλά ο χρόνος συνεχίζει να του ξεφεύγει. Ποια είναι η δική σας αντίληψη του χρόνου; Οι ταινίες σας που συχνά φλερτάρουν με 3+ ώρες, για παράδειγμα, ξεφεύγουν από τον «εμπορικά» διαχειρίσιμο χρόνο…
(Γελάει) Ελπίζω να μην σας παιδεύω. Αλλά ίσως η μοναδική περίπτωση που δεν σκέφτομαι το χρόνο είναι όταν κάνω ή όταν βλέπω σινεμά. Οχι ότι μπορώ να πείσω τους παραγωγούς μου πάντα (γελάει), ούτε αγνοώ ναρκισσιστικά βασικούς κανόνες μιας παραγωγής - στο τέλος της μέρας αυτό που κάνουμε είναι κι αυτό μία δουλειά. Ομως καταλαβαίνω τι λέτε και συμπάσχω. Αναγνωρίζω, πρώτα εγώ στη δική μου ζωή, πώς είναι σχεδόν αδύνατη η απόλαυση, η χαρά, η εμπειρία έτσι όπως τρέχουμε καθημερινά πανικόβλητοι. Ζούμε σ’ ένα σύστημα που απαιτεί από εμάς να ολοκληρώνουμε εργασίες. Μία λίστα υποχρεώσεων. Κι αυτό καταντάει το πρόγραμμα μας, και στην μεγάλη εικόνα, η ζωή μας.
Δεν ξέρω αν, και κατά πόσο, μπορούμε να ξεφύγουμε από αυτό το σύστημα. Το μόνο που μπορώ να πω με βεβαιότητα είναι ότι υπάρχει επιτακτική ανάγκη -και το επιβεβαιώνει και η σύγχρονη ιατρική- να βρίσκουμε χρόνο για τον εαυτό μας. Να σβήνουμε τις μηχανές και να κάνουμε πράγματα που απολαμβάνουμε. Δεν θα σας πω «ζήστε την κάθε μέρα σαν να είναι η τελευταία». Αλλά σίγουρα ότι είναι κρίμα να σπαταλάμε έτσι την κάθε μας μέρα. Οπότε ας δούμε μία τρίωρη ταινία, ας διαβάσουμε το βιβλίο μας, ας φάμε ένα γεύμα με τον άνθρωπο μας. Αν η ταινία εμπνεύσει την αναρώτηση γιατί δεν το κάνουμε είναι χρόνος σωστά ξοδεμένος. Η ίδια αυτή η σκέψη, μπορεί να γίνει πράξη.
«Ο χρόνος είναι χρήμα» όπως λέμε και στη χώρα μου. Στην ταινία συνδέετε όλα αυτά τα φιλοσοφικά ερωτήματα με τον σύγχρονο καπιταλισμό - προσπαθώντας να δείξετε ότι δεν είναι απλώς «ο κανόνας της αγοράς», αλλά διαμορφώνει καθοριστικά το πλέγμα των κοινωνικών μας σχέσεων, την ταυτότητα μας, τις ζωές μας. Μάλιστα, δεν διστάζετε να αφιερώσετε αρκετό κινηματογραφικό χρόνο με ανάλυση και σχεδιαγράμματα στον πίνακα. Πώς προέκυψε αυτή η ιδέα και τι θέλατε να αναδείξετε μέσα από αυτήν;
Θεωρώ ότι χρειάζεται πολλές φορές να καταφεύγουμε σε επιστημονικές αναλύσεις και στοιχεία. Γιατί ζούμε σε μία εποχή που όλοι έχουμε άποψη, χωρίς να γνωρίζουμε σε βάθος ένα θέμα. Ηθελα λοιπόν να βάλω στοιχεία από βιβλία που έχω μελετήσει. Μην παρεξηγηθώ, δε χρησιμοποίησα αυθεντικές διατυπώσεις των ακαδημαϊκών, δεν γίνεται αυτό όταν γράφεις κινηματογραφικούς διαλόγους, ας με συγχωρέσουν (γελάει)
Για το κομμάτι που οι δύο γυναίκες περπατούν στον Σηκουάνα και μιλούν για τον Καπιταλισμό, χρησιμοποίησα ιδέες που διάβασα στο βιβλίο «Πατριαρχία και Καπιταλισμός» της Τσίζικο Ουένο, μίας Ιαπωνίδας μαρξίστριας και φεμινίστριας. Η Ουένο εξηγεί τον τρόπο με τον οποίο οι σύγχρονες βιομηχανικές κοινωνίες εξασφαλίζουν την παραγωγικότητά τους, με υπερεργασία. Πώς δηλαδή οι άνθρωποι έχουν συνηθίσει να δουλεύουν πέρα από τα όρια τους - σαν να δανείζονται χρόνο από το μέλλον. Είναι αυτό που είπατε κι εσείς: ο χρόνος είναι χρήμα. Και οι εργάτες χάνουν χρόνο, ενέργεια, δυνάμεις που θα μπορούσαν να αποθηκεύσουν για το μέλλον, χάνουν τις ζωές τους μέσα από τις υπερωρίες που απαιτούνται.
Μοιάζει ακατόρθωτο να ξεφύγουμε από τον συστημικό καπιταλισμό. Γιατί μάθαμε να τον συγχέουμε με τις επιθυμίες μας, με τα όνειρα μας. Μήπως όμως πρέπει να μάθουμε να περιορίζουμε τις επιθυμίες μας, γιατί έτσι χάνουμε τη ζωή μας;»
H σκηνή στον πίνακα είναι μία παράθεση της φιλοσοφίας της Νάνσι Φρέιζερ που έγραψε το βιβλίο «Ο Κανιβαλισμός του Καπιταλισμού» κι επιχειρεί να αναλύσει πώς αναπτύσσονται «κανιβαλικές» τάσεις μέσα σε ένα σύστημα που απομυζά φροντίδα (με στοιχεία εξάρτησης και εξαναγκασμού που δεν αναλογούν στην έννοια της «ελεύθερης εργασίας»).
Ολα αυτά, επαναλαμβάνω, είναι αρκετά απλοποιημένα στην ταινία. Αλλά ήθελα πολύ να τα εισάγω γιατί θεωρώ ότι εμπλέκονται με το πώς έχουμε χάσει τη χαρά μας. Και γιατί μοιάζει ακατόρθωτο να ξεφύγουμε από τον συστημικό καπιταλισμό. Γιατί μάθαμε να τον συγχέουμε με τις επιθυμίες μας, με τα όνειρα μας. Αυτός είναι ο δικός μου ορισμός του καπιταλισμού: το σύνολο των επιθυμιών μας. Νομίζω ότι πρέπει να δουλεύουμε τόσο σκληρά για να πραγματοποιήσουμε επιθυμίες. Τελικά όμως δεν ζούμε. Κι ίσως πρέπει να σκεφτούμε πώς μπορούμε να περιορίσουμε τις επιθυμίες μας, να βάλουμε όρια. Δεν λέω να τις καταπιέζουμε γιατί κι αυτό είναι μία μορφή βίας. Αλλά πότε μπορούμε να πούμε «είμαι ικανοποιημένος, φτάνει, ας σταματήσω; Ας ζήσω….»
Η ζωή δεν είναι ταινία, μάς λένε όταν συζητάμε τέτοιες θεωρίες. Πιστεύετε ότι κυνηγάμε ουτοπίες; Η καλοσύνη, ο ανθρωπισμός που απορρέει από την ταινία είναι μία ουτοπία;
Καταλαβαίνω γιατί μπορεί να φαίνεται έτσι. Κι είναι μία ερώτηση που με φέρνει σε μεγάλη αμηχανία, γιατί δε θέλω να πιστέψω ότι όταν μιλάμε για ανθρωπιά, έχει καταντήσει να φαίνεται κάτι το ανέφικτο. Νομίζω ότι πρέπει να θυμόμαστε ότι υπάρχουν περιθώρια για μικρές και μεγάλες νίκες.
Οπως αυτό που αναφέρεται και στην ταινία: πώς ο ριζοσπάστης ψυχίατρος Φράνκο Μπαζάλια κατάφερε να κλείσει τα φρικτά μεγάλα ψυχιατρικά ιδρύματα και να τα αντικαταστήσει με ένα σύστημα εναλλακτικών μορφών φροντίδας. Κι αυτό κάνει και η «Humanitude» - προτείνει μία εναλλακτική μέθοδο απέναντι στον ασθενή, τον αδύναμο κρίκο που μπορεί να μοιάζει με ονειρική, ουτοπική. Αλλά να που όλο και περισσότερα τέτοια κέντρα εμφανίζονται παγκοσμίως. Ισως λοιπόν η αρχή όλων είναι να αμφισβητήσουμε το «αδύνατον» και να το δούμε ως «πιθανό» και μελλοντικά «πιθανό».
Ναι, εγώ είμαι σκηνοθέτης. Γράφω και σκηνοθετώ φιξιόν ιστορίες. Ομως το πιστεύω ακράδαντα: η ψυχή του μεγάλου ψέματος που είναι το σινεμά είναι η αλήθεια του. Κι αυτή δραπετεύει σε στιγμές και συναντά το κοινό. Οπότε είμαι αισιόδοξος. Ισως αν συνεχίζουμε να κάνουμε ταινίες που επικοινωνούν τέτοιες ιδέες, ο θεατής να βγαίνει από την αίθουσα έχοντας κάτι να σκεφτεί. Την έμπνευση κάτι να αλλάξει στη ζωή του.
Το «Ετσι Ξαφνικά» κάνει πρεμιέρα στις ελληνικές αίθουσες την Πέμπτη 15 Οκτωβρίου από την Weird Wave.
