Στο «Μπιτσκόμπερ», ο Αριστοτέλης Μαραγκός συστήνεται ως ο δημιουργός που όλοι γνωρίζαμε ότι ήταν, μεταφέροντας τις εμμονές και το ιδιοσυγκρασιακό κινηματογραφικό του σύμπαν σε μια ποιητική, βαθιά συγκινητική ιστορία για το... ταξίδι, εμπνευσμένη από τις επιστολές του Νίκου Καββαδία.
Κεντρικός ήρωας είναι ο Ηλίας, ένας 35χρονος άντρας που ψάχνει την ταυτότητά του. Γιος ναυτικού που τον κατάπιαν οι ωκεανοί, ακούει εμμονικά τις διηγήσεις του πατέρα του από παλιές κασέτες που έστελνε στην μάνα του αντί επιστολών. Ιστορίες από τη ζωή στα λιμάνια, μυθικές συναντήσεις με θαλάσσια κήτη, περιγραφές των κυμάτων που σκάνε στη λαμαρίνα. Τον Ηλία δεν τον χωράει ο τόπος, οι σχέσεις, το δέρμα του. Αποφυλακισμένος με αναστολή κοιτά τον υγρό ορίζοντα και ονειρεύεται χίμαιρες. Οταν πράγματι βρίσκει έναν θησαυρό στην άμμο - ένα παλιό σκαρί που έχει ξεβράσει η θάλασσα- αποφασίζει να το επισκευάσει με μια παρέα περιθωριακών απόκληρων και να φύγουν για το μεγάλο ταξίδι.
Με την ταινία να έχει ξεκινήσει τις προβολές της από τη Λέσβο όπου και γυρίστηκε και σε όλη την Ελλάδα, μιλάμε με τον Αριστοτέλη Μαραγκό για ταξίδια, εκεί έξω και μέσα μας.
Φωτογραφίες: Elias Marcou
Διαβάστε εδώ τη γνώμη του Flix για το «Μπιτσκόμπερ» και δείτε που προβάλλεται σε όλη την Ελλάδα.
Τι σημαίνει «Μπιτσκόμπερ» - κυριολεκτικά και μεταφορικά;
Μπιτσκόμπερ είναι ο πιτσικόπης, ο πιτσικόμης, ο ανίκανος που κάνει δουλειές του ποδαριού. Ορος που έφεραν οι ναυτικοί από το αγγλικό «beachcomber», που περιγράφει τους συλλέκτες των ακτών. Ο Νίκος Καββαδίας, σε ένα απόσπασμα από τα πεζά του, βρίσκει σε αυτούς τους χαρακτήρες, τους ανίκανους για το ταξίδι, την ομορφιά της ανεκπλήρωτης αγάπης για τη θάλασσα.
Τι είναι το «Μπιτσκόμπερ» για σένα;
«Μπιτσκόμπερ» για μένα πια σημαίνει την οικογένεια που φτιάχνεις κυνηγώντας ακατόρθωτα όνειρα, κατασκευάζοντας ιστορίες. Μπορεί να σήμαινε κάτι άλλο πριν ολοκληρώσω την ταινία, αλλά η διαδικασία πέτυχε να μου αλλάξει τον τρόπο που σκέφτομαι. Μπορεί να αλλάξει πάλι τώρα που τη μοιραζόμαστε με το κοινό στις αίθουσες.
Πώς γεννήθηκε η ιδέα της ταινίας;
Η ιδέα γεννήθηκε από τη Χρυσούλα Κοροβέση (σεναριογράφος του «Μπιτσκόμπερ»), που είναι η καλύτερή μου φίλη, και είμαι τυχερός που με εμπιστεύτηκε να την κάνω ταινία. Η αφετηρία της βρίσκεται σε πραγματικά γεγονότα: σε έναν άσυλο αστέγων στη Βαρσοβία, όπου ο υπεύθυνος ιερέας εκεί τους ανέθεσε να κατασκευάσουν ένα καράβι, ώστε να μείνουν μακριά από το ποτό κατά τη διάρκεια του χειμώνα. Στη Βαρσοβία όμως δεν υπάρχει θάλασσα και το καράβι δεν προοριζόταν ποτέ να ταξιδέψει. Παρ’ όλα αυτά, στη μνήμη του ιερέα, που πέθανε λίγο μετά την έναρξη της κατασκευής, συνέχισαν το έργο για δώδεκα χρόνια. Αυτή η διαδικασία, το να χτίζεις ένα καράβι που ίσως να μη φύγει ποτέ, εισέβαλε σταδιακά στα όνειρά μας, μέχρι που γεννήθηκε ο Ηλίας.
Μόνο στους εφιάλτες μου σκέφτομαι να μπαρκάρω. Η ταινία δεν είναι καθόλου αυτοβιογραφική σε σχέση με τη θάλασσα. Νιώθω όμως ότι καταλαβαίνω την ανάγκη του ταξιδιού, την ανάγκη για αλλαγή και τον φόβο που νιώθεις όταν έρχεσαι αντιμέτωπος με μια μεγάλη προσωπική αλλαγή, ειδικά όταν για κάποιον άλλον αυτή φαντάζει τόσο εύκολη.»
Ποια ήταν η σύνδεσή σου με τον Νίκο Καββαδία, την ποίησή του, τη θάλασσα, τα ταξίδια;
Ως γνήσιος μη θαλασσινός Ελληνας, που δεν έχει την εμπειρία της εργασίας στη θάλασσα, ο Καββαδίας ήταν πάντα το παράθυρο για αυτή την εμπειρία, όχι μόνο για τον μόχθο αλλά κυρίως για τα ταξίδια, τον ρυθμό ζωής και την κατανόηση της θάλασσας. Μαζί με αυτά έρχεται και το αίσθημα της συντροφικότητας και οι ιστορίες από άλλους τόπους.
Τι βιωματικό κρύβει αυτή η ανάγκη για το ταξίδι; Πόσο αυτοβιογραφική είναι η ταινία; Ονειρεύτηκες ποτέ να σαλπάρεις;
Μόνο στους εφιάλτες μου σκέφτομαι να μπαρκάρω. Προσωπικά έχω τρόμο για αυτή τη ζωή και, σαν κάτι τόσο μακρινό από εμένα, τη θαυμάζω και τη φοβάμαι. Η ταινία δεν είναι καθόλου αυτοβιογραφική σε σχέση με τη θάλασσα. Νιώθω όμως ότι καταλαβαίνω την ανάγκη του ταξιδιού, την ανάγκη για αλλαγή και τον φόβο που νιώθεις όταν έρχεσαι αντιμέτωπος με μια μεγάλη προσωπική αλλαγή, ειδικά όταν για κάποιον άλλον αυτή φαντάζει τόσο εύκολη. Και αυτά τα μικρά ή μεγάλα ταξίδια ελπίζω ότι είναι μέσα στον καθένα, και για εμένα εκεί βρίσκεται και το φως του καθενός, όχι στην επιτυχία αλλά στη διαρκή τυφλή προσπάθεια που άλλοι ονομάζουν αποτυχία. Είναι κάτι πολύ ανθρώπινο.
Πού συναντά αυτή η ταινία τους «Timekeepers of Eternity» και τις μικρού μήκους ταινίες σου; Τη θεωρείς ως την πρώτη «κανονική» μεγάλου μήκους ταινία σου;
Κατανοώ ότι οι ταινίες μου φαίνονται διαφορετικές η μία από την άλλη, αλλά για εμένα είναι πολύ συγγενείς, ίσως υπερβολικά ίδιες.
Η κανονικότητα δεν ήταν αναγκαστικά μέσα στις προσδοκίες που είχα για το «Μπιτσκόμπερ». Είναι μάλλον πιο κανονική για εμένα γιατί συνεργάστηκα με πιο κανονικούς όρους. Πιστεύω όμως ότι το «Μπιτσκόμπερ» έχει την δυνατότητα να επικοινωνήσει με ευρύτερο κοινό, αυτή τη φορά όχι λόγω genre αλλά επειδή περιέχει κάτι ανθρώπινο που αποσταλλάσεται στην ερμηνεία του Χρήστου Πασσαλή στον πρωταγωνιστικό ρόλο.
Είναι το «Μπιτσκόμπερ» η ταινία που θα έδειχνες σε κάποιον για να καταλάβει ποιο είναι το στιλ σου ως δημιουργός; Και γιατί;
Περισσότερο από το στιλ μάλλον μπλέκομαι στις εμμονές. Μου αρέσουν πολύ διαφορετικά πράγματα, αλλά με ελκύουν παρόμοιες ιστορίες. Κάθε έκφραση ιστορίας μπορεί να απαιτεί και άλλο στυλ από εμένα και, μέσα στην προσωπική μου ακαμψία ως άνθρωπος να αλλάξω, με κάνει χαρούμενο να αλλάζω μέσα από αυτά που κατασκευάζω. Κάθε φορά είναι μια πιθανότητα να ανακαλύψω κάτι καινούργιο, όχι μόνο προσωπικό αλλά και μέσα από τις συνεργασίες και τη σχέση με το κοινό, και φυσικά μέσα από τα δημιουργικά projects που βρίσκουν τον δρόμο προς την παραγωγή, γιατί πολλά δεν υλοποιούνται ποτέ. Αυτή η ανακάλυψη ίσως είναι τελικά το στιλ μου.
Μια ταινία καταρχάς υπαρξιακή, ποιητική που όμως λειτουργεί και μυθοπλαστικά παρά την αφαίρεσή της. Ηταν αυτό μια από τις φιλοδοξίες σου; Πώς νομίζεις ότι το πέτυχες;
Με ενδιαφέρει πάντα η αφήγηση σε συνδυασμό με τους κινηματογραφικούς πειραματισμούς. Το υπαρξιακό κομμάτι δεν είναι ενσυνείδητο, που μάλλον αποδεικνύει ότι είναι απαραίτητο. Δεν ξέρω αν το κατάφερα τελικά. Σίγουρα όμως το προσπάθησα.
Γενικά ποια ήταν η αίσθηση που ήθελες να δώσεις στην αφήγηση; Και τι χρησιμοποίησες για να το πετύχεις;
Με ενδιαφέρει πολύ η διάδραση του μέσου με τον ψυχισμό των χαρακτήρων. Είτε είναι χάρτινα κολάζ (όπως έγινε στο «Timekeepers of Eternity») είτε είναι οι ηχογραφήσεις του ναυτικού πατέρα του Ηλία (όπως γίνεται στο «Μπιτσκόμπερ»). Οι μεταβάσεις από το συνειδητό στο ασυνείδητο, από το όνειρο στην πραγματικότητα, είναι για εμένα το κλειδί σε αυτές τις σχέσεις.
Αλλά αυτά είναι τα εργαλεία μου· η αίσθηση της αφήγησης προκύπτει μάλλον από τον συνδυασμό όλων των υλικών της ιστορίας και όλων όσων φέρει η μνήμη, η δική μου και των συνεργατών. Πιστεύω στο «Μπιτσκόμπερ» ο ρυθμός που ανασαίνει ο Χρήστος στην ερμηνεία του έχει μεγαλύτερο ειδικό βάρος ως προς την αίσθηση παρά τα τεχνικά εργαλεία που μπορεί να χρησιμοποίησα εγώ για να τον προσομοιάσω.
Υπήρξαν ταινίες αναφορές; Ταινίες που μελέτησες ή ασυνείδητα ένιωσες να έρχονται κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας ή του γυρίσματος;
Οπως και ο Ηλίας, ο πρωταγωνιστής, νιώθω ότι είμαι ένας κλέφτης, ένας ψεύτης. Αλλες φορές είναι πιο προφανές, όπως στο «Timekeepers of Eternity», άλλες λιγότερο. Παίρνω στοιχεία από πολλές ταινίες και πραγματικότητες και μαζί με τους συνεργάτες φτιάχνουμε ένα πρωτότυπο κολάζ. Κινηματογράφο κάνουμε, ψέματα σαν αλήθειες παρουσιάζουμε. Και μέσα από αυτό βρίσκουμε δικές μας αλήθειες, είτε ως θεατές είτε ως δημιουργοί.
Κατά τη διάρκεια του development η ταινία που σκεφτόμουν συχνά ήταν το «Take Shelter» του Τζεφ Νικολς, για τη σύνδεση ανάμεσα στα όνειρα. Από την άλλη υπάρχουν σκηνές ή ατμόσφαιρες που σίγουρα έχουν επηρεαστεί από άλλους δημιουργούς, από τον Μπέλα Ταρ μέχρι μουσικά βίντεο των Radiohead, άλλα συνειδητά και άλλα ασυνείδητα. Από ένα σημείο της προετοιμασίας και μετά όμως όλα αυτά δεν ανήκουν στους δημιουργούς τους αλλά σε εμένα, δεν είναι πια οι ταινίες ως αναφορά, αλλά έχουν αφομοιωθεί ως κομμάτι της ταινίας.
Η ταινία είναι πολύ φιλόδοξη σαν μέγεθος. Πόσο ήταν αυτό μια πρόκληση; Ενα στοίχημα; Πώς κατάφερες να κινηθείς μέσα στα πλαίσια της παραγωγής σου;
Η πρόκληση για εμένα παρουσιάστηκε όταν η ταινία είχε φτάσει σε ένα αδιέξοδο παραγωγικά και δεν μπορούσε να υλοποιηθεί. Το χρωστάω στους συνεργάτες που με σήκωσαν και δεν με άφησαν να τα παρατήσω. Υπάρχει μια στιγμή που εκφράζει καλά αυτή τη διάθεση: όταν η ομάδα παραγωγής και το σκηνογραφικό κατάφεραν να μεταφέρουν το σκαρί του πλοίου από τη Νότια Λέσβο και να θαφτεί στους χώρους γυρισμάτων. Εκεί ήταν η απόλυτη χαρά και ο ενθουσιασμός, το δικό μας «Φιτζκαράλντο» πριν καν ξεκινήσουμε γυρίσματα.
Πώς βρέθηκε το μέρος όπου έγιναν τα γυρίσματα; Τι διέθετε που ταίριαξε στο όραμα σου;
Σαν παιδί της πόλης κι εγώ αρχικά φανταζόμουν την ιστορία σε έναν αστικό μεταβιομηχανικό τόπο. Μόλις όμως βρέθηκε δρόμος για να κάνουμε γυρίσματα στη Λέσβο, το φυσικό τοπίο επαναπροσδιόρισε τους χαρακτήρες και τη σχέση τους με το καράβι. Τα όνειρά τους έγιναν ακόμα μεγαλύτερα και πιο ανθρώπινα. Ο τόπος δεν ήρθε να ταιριάξει σε κάποιο όραμα· αντίθετα ήρθε την κατάλληλη στιγμή για να αλλάξει την ιστορία.
Είμαι φανατικός αναγνώστης του Τζ. Γκ. Μπάλαρντ, που περιγράφει την επιστημονική φαντασία με προορισμό το inner space, αντί για το outer space. Ο κινηματογράφος μας δίνει αυτή τη δυνατότητα για σύμβολα όπου η εσωτερική και η εξωτερική πραγματικότητα συναντώνται και συγχωνεύονται. Εμένα αυτά τα ταξίδια μου αρέσουν, πιο εύκολα από τα ταξίδια στη θάλασσα.»
Φυσικά δεν μπορεί κανείς να μιλήσει για αυτήν την ταινία και να μην αναφερθεί στην διεύθυνση φωτογραφία του Γιώργου Καρβέλα; Πώς δουλέψατε μαζί; Ποια ήταν η οδηγία σου; Τι έφερε στην ταινία ο Γιώργος;
Ο Γιώργος Καρβέλας είναι ένας καλλιτέχνης και εξαιρετικός συνεργάτης. Από τους πρώτους που αγάπησαν το σενάριο, ήταν στην ταινία σε όλα της τα βήματα και βοήθησε από πολλές περισσότερες θέσεις από αυτή του διευθυντή φωτογραφίας. Ενώ η φωτογραφία είναι αυτή που φαίνεται στο τέλος, είναι το αποτέλεσμα της βαθιάς του αφοσίωσης στη διαδικασία. Δεν πιστεύω ότι υπήρξαν οδηγίες από την πλευρά μου, κυρίως συζητήσεις για να ανακαλύψουμε τι βλέπουμε από την ιστορία και να χτίσουμε την εμπιστοσύνη που είναι απαραίτητη στο γύρισμα.
Ο Χρήστος Πασσαλής - προσωπικά μιλώντας - στην καλύτερη ερμηνεία του ever. Γιατί ο Χρήστος; Τι συζητήσατε για το ρόλο; Πώς δουλέψατε μαζί; Πως ένιωσες όταν τον έβλεπες σε κάθε σκηνή;
Χαίρομαι που το λες αυτό! Ο Χρήστος είναι πολύτιμος. Συγκεντρώνεται όσο κανείς στην προετοιμασία και στο γύρισμα, συναισθηματικά και σωματικά. Νομίζω συζητήσαμε λιγότερο από οποιονδήποτε άλλο συνεργάτη γιατί δεν χρειαζόταν. Ο Χρήστος έφερνε μια καθαρότητα και βαθιά αγάπη για το σκοτάδι του Ηλία. Ο Ηλίας και ο Χρήστος παραμένουν για εμένα ακόμα αινίγματα και αυτό το χρωστάω στην προσέγγιση του Χρήστου. Από τα γυρίσματα φαίνονταν οι πολύτιμες ύλες που ανακάλυπτε. Στις συνεργασίες και στο μοντάζ φανερώθηκαν άλλα τόσα.
Τι ήταν πιο δύσκολο στην υλοποίηση αυτής της ταινίας;
Το πιο δύσκολο πράγμα στην ταινία είναι να φτιάξεις ένα καράβι στη λάσπη στη μέση του πουθενά στο απόλυτο κρύο! Χάρη όμως στην σκηνογραφικό ομάδα με οδηγό τον Σταύρο Λιόκαλο έγιναν θαύματα.
Που ακριβώς χωράς εσύ και το (ας το πούμε ως κλισέ) ιδιαίτερο σινεμά σου μέσα στο ελληνικό σινεμά;
Δεν το γνωρίζω αυτό. Φαντάζομαι η απάντηση είναι όπου δέχονται τα έργα μου οι θεατές ή/και οι υπόλοιποι δημιουργοί.
Το μοτίβο είναι πως την ταινία θα δουν λίγοι άνθρωποι. Αυτό λέει κάτι για την ταινία ή για το κοινό στην Ελλάδα; Είναι κάτι που σε προβληματίζει;
Φυσικά είναι μέρος της ταινίας να βρει τον δρόμο προς το κοινό. Σίγουρα λέει κάτι για την ταινία και με προβληματίζει πρακτικά. Κάθε δημιουργία ενημερώνει τη διαδικασία και το περιεχόμενο της επόμενης. Προσπαθώ να απαντάω δημιουργικά σε αυτούς τους προβληματισμούς, οπότε μετά το «Μπιτσκόμπερ» νιώθω έτοιμος για κάτι αρκετά πιο genre και με περισσότερο αίμα.
**Συντάσσεσαι με την κίνηση «Σινεμά στην Ελλάδα: Ορατότης Μηδέν»; Πόσες από τις παθογένειες του ελληνικού σινεμά συνάντησες φτιάχνοντας αυτήν την ταινία;
Από τις προβολές στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης προσπαθούμε να εκφράσουμε τη συλλογική ανησυχία για τον ελληνικό κινηματογράφο. Το «Μπιτσκόμπερ» ήταν ένας διαρκής αγώνας της παραγωγής και όλων των συντελεστών, που καταφέραμε να κάνουμε την ταινία κόντρα σε κάθε οικονομική λογική. Μέχρι και σήμερα οι καθυστερήσεις είναι τεράστιες, για παράδειγμα, τόσα χρόνια μετά δεν μας έχει επιστραφεί το cash rebate. Αυτές οι δυσκινησίες δυσχεραίνουν το ελληνικό σινεμά, ειδικά ταινίες που απαιτούν να κουβαλήσεις ένα καράβι, μεταφορικά ή κυριολεκτικά.
Πού θα ήθελες να ταξιδέψει η ταινία τον θεατή της;
Είμαι φανατικός αναγνώστης του Τζ. Γκ. Μπάλαρντ, που περιγράφει την επιστημονική φαντασία με προορισμό το inner space, αντί για το outer space. Δεν κοιτάμε το ταξίδι στα αστέρια ή τα ταξίδια σε τόπους μακρινούς, αλλά το προσωπικό τοπίο μέσα μας που φέρει το προσωπικό παρελθόν για να μας ετοιμάσει για ένα παραμορφωμένο μέλλον. Με ενδιαφέρει μάλλον περισσότερο να προσεγγίζω την πιθανότητα για σκοτάδι, για εμμονές και ψέματα. Προσωπικά ο κινηματογράφος μας δίνει αυτή τη δυνατότητα για σύμβολα όπου η εσωτερική και η εξωτερική πραγματικότητα συναντώνται και συγχωνεύονται. Εμένα αυτά τα ταξίδια μου αρέσουν, πιο εύκολα από τα ταξίδια στη θάλασσα.
Διαβάστε εδώ τη γνώμη του Flix για το «Μπιτσκόμπερ» και δείτε που προβάλλεται σε όλη την Ελλάδα.
