Φεστιβάλ Δράμας 2019: Οι 16 ταινίες που αγάπησε το Flix

ΦΕΣΤΙΒΑΛ / ΒΡΑΒΕΙΑ 23 SEP  /  Flix Team

Ανεξαρτήτως βραβείων και διακρίσεων, χωρίς σειρά προτίμησης, αυτές είναι οι 16 μικρού μήκους ταινίες που το Flix δεν θα ξεχάσει, από το 42ο Φεστιβάλ Δράμας.

Αποστολή: Λήδα Γαλανού, Μανώλης Κρανάκης

Κλικάρετε στα links για να διαβάσετε περισσότερα για την κάθε ταινία και επιλέξτε τι θα δείτε όταν το 42ο Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας ταξιδέψει στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη.


Διαβάστε ακόμη:


the right one 607

The Right One των Ούρσκα Ντζούκιτς και Γαβριήλ Τζάφκα

Στο μεσοαστικό σαλονάκι, η μητέρα, χήρα, ετοιμάζεται να υποδεχτεί τον 35χρονο κανακάρη της, να γνωρίσει τη νέα του κοπέλα και να κρίνει αν είναι «η κατάλληλη» για να της τον πάρει μακριά. Μπροστά από τη σταθερή κάμερα, υποκειμενικό ενός, αρχικά, μυστηριώδους παρατηρητή, ξετυλίγεται μια σύντομη τραγικωμωδία που συνοψίζει τη βαλκανική - και τόσο ελληνική - χρυσή φυλακή της οικογένειας, αλλά και την πρωτοφανή μοναξιά της σύγχρονης πόλης, μ' ένα εύστοχο, οικείο χιούμορ. Το φιλμ είναι καρπός της συνεργασίας της Σλοβένας Ντζούκιτς και του Ελληνα Τζάφκα και πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του SEE Factory Νοτιοανατολικής Ευρώπης του 2019 του Δεκαπενθήμερου Σκηνοθετών του Φεστιβάλ Καννών και του Φεστιβάλ του Σεράγεβο. Κι αν είναι ταινία της μίας ιδέας, η ιδέα αυτή διατυπώνεται κι απεικονίζεται συνοπτικά και καθηλωτικά, συνδέοντας τη σάτιρα με τον ελαφρύ εσωτερικό τρόμο, ενισχυμένη από την ερμηνεία της πάντα συναρπαστικής Σλοβένας ηθοποιού, Μιριάνα Καράνοβιτς. Διαβάστε εδώ περισσότερα για το «The Right One» των Ούρσκα Ντζούκιτς και Γαβριήλ Τζάφκα.

plain truth 607

Plain Truth του Γιώργου Μπισδίκη

«Μάνα μου έχω μεράκι, αγαπάω το χαδάκι». Σαν χαδάκι δοσμένο με μεράκι έρχεται το μίνι-ντοκιμαντέρ του Γιώργου Μπισδίκη, που επιλέγει να στήσει την κάμερά του απέναντι σ' έναν καθημερινό και ταυτόχρονα ιδιαίτερο ήρωα, τον quirky-βοσκό Κώστα, που όσο αγαπάει τα πρόβατά του, άλλο τόσο ονειρεύεται να είχε γίνει διάσημος τραγουδιστής. Μια σύντομη απεικόνιση της ελληνικής κτηνοτροφικής ζωής, μια γρήγορη λάμψη ενός «τι κι εάν» στη ζωή του καθενός, γίνονται μια μετρημένη, χαριτωμένη ταινία που κερδίζει ένταση από την ευθύτητα της κάμεράς της κι από τον μπριόζο πρωταγωνιστή της. Διαβάστε εδώ περισσότερα για το «Plain Truth» του Γιώργου Μπισδίκη.

i am mackenzie 607

I Am Mackenzie της Αρτεμις Αναστασιάδου

Ενα αγοροκόριτσο στη (σκληρή) καρδιά του Τέξας, εξερευνά τα όρια του αποδεκτού και μη, της τρυφερότητας και της βίας, της ταυτότητας που προσδιορίζεται ή όχι από το φύλο, της οικογενειακής πίστης και της προδοσίας της. Ενα πολυχρησιμοποιημένο φορτηγάκι γίνεται το όχημα για την ενηλικίωση. Η σκηνοθέτης του «Calling» συνεχίζει την πορεία της μ' ένα φιλμ αιχμηρό και ζεστό, απόλυτα επίκαιρο και διαχρονικό, συγκροτημένο και με δυνατή, καθαρή πρόθεση, έτοιμο να γίνει μια μεγάλου μήκους ταινία αυτού που παλιά θα χαρακτηρίζαμε «ανεξάρτητο αμερικάνικο σινεμά» και τώρα, απλώς, «σημερινό». Η διακριτική ευαισθησία του φαίνεται τόσο περισσότερο, όχι στις (σκληρά φωτισμένες) εσωτερικές σκηνές, αλλά στην απαλή, αδέξια τρυφερότητα μιας μοναχικής εφηβείας και μιας κινηματογραφικής ωρίμανσης. Διαβάστε εδώ περισσότερα για το «I Am Mackenzie» της Αρτεμις Αναστασιάδου.

Under Elden 607 2

Under Elden (Κάτω από τη Φωτιά) του Πίτερ Ποντίκις

Τρεις έφηβοι, μια μικρή συμμορία του βίαιου τίποτα, αράζει στο δάσος. Ο ένας ετοιμάζει μια φωτιά, αλλά στις φλόγες της παγιδεύεται ένας σκαντζόχοιρος. Θα βρουν τη δύναμη να δώσουν στο ζώο το χτύπημα της λύτρωσης και ποιος θ' αναλάβει να το κάνει; Μια σκηνοθετικά και σεναριακά πλήρης, ώριμη ταινία, συμπυκνωμένη σε 10 λεπτά. Αντιθέσεις στην ατμόσφαιρα, κλιμάκωση στο ρυθμό, τέλεια διαλεγμένα πρόσωπα, τρόμος και μια ένοχη τρυφερότητα, ο ρατσισμός, το βάρος μιας πέτρας και το βάρος της ελευθερίας, η ριψοκίνδυνη κι επικίνδυνη ισορροπία εξουσίας της ομάδας, το σύνδρομο του Θεού, η αλαζονεία προς τη φύση, όλα περνούν από τη «φωτιά» με μινιμαλισμό και δύναμη. Κι αν ο ρεαλισμός του ηθικού διλήμματος των σκληρών αγοριών είναι υπό συζήτηση, αυτή είναι μια δημιουργική συζήτηση. Διαβάστε εδώ περισσότερα για το «Under Elden» του Πίτερ Ποντίκις.

το βάρος της θάλασσας 607

Το Βάρος της Θάλασσας του Κωστή Αλεβίζου

Ενα κορίτσι, εύθραυστο στην όψη, δυνατό στο βλέμμα, ακολουθεί κάθε μέρα την ίδια διαδρομή: πηγαίνει στη θάλασσα, γεμίζει ένα μεγάλο δοχείο με νερό και το μεταφέρει ως το σπίτι της. Την εγκαταλείπουμε έξω από την κλειστή πόρτα και την ξανασυναντάμε την άλλη μέρα, που θα επαναλάβει τα βήματά της, ως (αθώος) Σίσυφος. Θα χρειαστεί να περάσει χρόνος (που γίνεται αισθητός), αλλά κι ένα ελλειπτικό ρομάντζο, για να φτάσουμε στη λύση του αινίγματος, στο τι βρίσκεται πίσω από την κλειστή πόρτα του σπιτιού ή της ψυχής. Σε μια ιστορία που, όπως τίθεται από την αρχή, στηρίζεται σε προσωπικό βίωμα του σκηνοθέτη, είναι προφανές πως η επιθυμία του είναι να συμπληρώσει ο θεατής το αφαιρετικό σενάριο, αλλά ίσως λίγα παραπάνω στοιχεία, περισσότερα απ' αυτά που προσθέτουν οι θαυμάσιες αισθητικές επιλογές, η μελαγχολία κι η ευαισθησία της, θα έκαναν την ουσία της ταινίας πιο προσβάσιμη. Διαβάστε εδώ περισσότερα για το «Βάρος της Θάλασσας» του Κωστή Αλεβίζου.

Postcards

Καρτ Ποστάλ από το Τέλος του Κόσμου του Κωνσταντίνου Αντωνόπουλου

Ο Δημήτρης και η Δήμητρα βρίσκονται μαζί με τις δύο τους κόρες στις 34ες διακοπές τους. Τη στιγμή που θέλουν όσο οτιδήποτε να συμβεί κάτι, έρχεται κάτι σαν το τέλος του κόσμου. Και μαζί προσπαθούν να βρουν μια έξοδο κινδύνου για να φύγουν από το νησί όπου είναι εγκλωβισμένοι. Παραβολή για το τέλμα ενός ζευγαριού που πρέπει να αλλάξει ρουτίνα προκειμένου να μπορεί να κοιτάξει ξανά στο μέλλον, το «Καρτ Ποστάλ από το Τέλος του Κόσμου» επιβεβαιώνει τις περγαμηνές που είχε δώσει ο Κωνσταντίνος Αντωνόπουλος με το «Lea» του 2013 για ένα σινεμά οξυδερκές, με χιούμορ και αισθητική (εκπληκτική η φωτογραφία του Θοδωρή Μιχόπουλου), ρομαντισμό και φαντασία, σε ένα φιλόδοξο μείγμα που ακόμη κι όταν δεν ολοκληρώνει όλες τις προθέσεις του, αφήνει την όμορφη και σπάνια γεύση μιας ταινίας με άποψη κι ενός δημιουργού που μας κρατά αγκιστρωμένους στη χάρη του. Διαβάστε εδώ περισσότερα για το «Καρτ Ποστάλ από το Τέλος του Κόσμου» του Κωνσταντίνου Αντωνόπουλου.

Materia Celeste 607 3

Materia Celeste του Ανδρέα Γατόπουλου

Ο Μίκι πάσχει από μια σοβαρή ασθένεια και αποφασίζει να κάνει ένα τελευταίο (;) ταξίδι στα μέρη της εφηβείας του μαζί με τη φίλη του, Φλο. Μια γνώριμη κινηματογραφική σύμβαση που ο νεαρός Ανδρέας Γατόπουλος εκμεταλλεύεται στο έπακρο για να μπορέσει να χωρέσει μέσα στο τετράγωνο κάδρο της ταινίας του μια μεγάλη ερωτική ιστορία που δεν θέλει να έχει σχήμα. Ισως μεγαλύτερη απ' όσο μπορεί να αντέξει η μικρή εμπειρία του δημιουργού της, αλλά που η τόλμη στις ιδέες, τις ακαριαία αφοπλιστικές εικόνες του και την συγκινησιακή φόρτιση που προκαλεί η φυσική ένωση των δύο πρωταγωνίστών του την κάνει ένα love story που ανταλλάσσει εκρήξεις μαγείας για κάθε κομμάτι τραγικότητας που κρύβει μέσα της. Διαβάστε εδώ περισσότερα για το «Materia Celeste» του Ανδρέα Γατόπουλου.

Σκοπελίτης 607

Σκοπελίτης ή Το Πλοίο του Γιώργου Γκότζου

Ο Σκοπελίτης είναι το πολυταξιδεμένο πλοίο που, εδώ κι εξήντα χρόνια, συνδέει τις μικρές Κυκλάδες μεταξύ τους. Οποιος έχει ταξιδέψει μ' αυτό, το θυμάται με χαμόγελο ή/και ναυτία. Στο ντοκιμαντέρ του Γιώργου Γκότζου, ο Σκοπελίτης αποκτά το υποκειμενικό βλέμμα που του αξίζει κι ανασαίνει για μια μέρα μέσα από το σημαδεμένο σκαρί του, αφήνοντας τους ναύτες να δουλέψουν πάνω του και τα κύματα να τον αγκαλιάζουν. Οι εικαστικές καταβολές του Γκότζου είναι προφανείς: κάθε πλάνο της ταινίας είναι μια πανέμορφη, instagrammable θα έλεγε κανείς αν δεν φοβόταν μήπως μειώσει την ομορφιά της, αποτύπωση του χρόνου, της σκουριάς και μιας θαλασσινής ρουτίνας, σε στησίματα που φέρνουν αμέσως στο μυαλό το «Exotica, Erotica, Etc.» της Ευαγγελίας Κρανιώτη. Κι αν η ταινία δεν πείθει απαραίτητα ότι ο Γκότζος είχε εξ αρχής μια πρόθεση για τη δομή της, για το τι ήθελε να επικοινωνήσει πέρα από εικόνες, είναι η ευαισθησία τους τέτοια και το δικό του ταλέντο αρκετά πηγαίο, ώστε τελικά ο Σκοπελίτης να μιλά, στωικά, νοσταλγικά και διαχρονικά. Διαβάστε εδώ περισσότερα για τον «Σκοπελίτη» του Γιώργου Γκότζου.

Αννα και Φαίδρα 607

Αννα και Φαίδρα της Ελίνα Πάνικ

Μια νεαρή ηθοποιός επισκέπτεται το σπίτι μιας τυφλής γυναίκας προκειμένου να παρακολουθήσει την καθημερινότητά της ως μέρος της προετοιμασίας για ένα ρόλο. Ο,τι θα συμβεί ανάμεσά τους - σε ένα παιχνίδι ντόμινο, σε ένα γεύμα, με ένα ποτήρι κρασί στο χέρι - θα είναι 20 λεπτά σοφά σχεδιασμένου, βαθιά ανθρώπινου, μπεργκμανικού σινεμά που παίζει (μέχρι και γοτθικά) με την έννοια του «κοιτάζω» και του «βλέπω» με περισσότερους από έναν καθόλου προφανείς - αν και σε στιγμές παραπάνω στιλιζαρισμένους - τρόπους. Το ταλέντο περισσεύει ανάμεσα στις δύο πρωταγωνίστριες (την απόκοσμη Εφι Ραμπσίλμπερ και την μαγική Ρομάνα Λόμπατς - και οι δυό τους σαν να έρχονται από ένα άχρονο σύμπαν κάπου ανάμεσα στην Αναγέννηση και το απόλυτο τώρα), τη φωτογραφία του Γιώργου Καρβέλα, στην λεπτομέρεια της σκηνογραφίας της Πηνελόπης Βαλτή και σε όλο το κομμάτι της παραγωγής, αλλά κυρίως στη διεθνή Ελίνα Πάνικ που η ώριμα «λοξή» ματιά της στα πράγματα την κάνει απαραίτητη στο ελληνικό σινεμά - ελπίζουμε σύντομα και στη μεγάλου μήκους. Διαβάστε εδώ περισσότερα για το «Αννα και Φαίδρα» της Ελινα Πάνικ.

W 607

W του Στέλιου Κουπετώρη

Μέσα σε μια σχολική τάξη, ο δάσκαλος παραδίδει: μιλά, με ένταση και επεξηγηματικότητα, για την εξέλιξη του ανθρώπινου είδους μέχρι την υψηλή διανόηση του homo sapiens. Ο Στέλιος Κουπετώρης κάνει μια μινιμαλιστική, εξάλεπτη ταινία που λειτουργεί μόνο μαζί με το αποκαλυπτικό φινάλε της. Μπορεί ο δάσκαλος (η ερμηνεία του Αντώνη Τσιοτσιόπουλου έχει κάτι το οικείο και το μαγνητικό) να μιλά αγγλικά με ελληνική προφορά χωρίς λόγο (παρά, ίσως, την πρόσβαση της ταινίας στο εξωτερικό;), μπορεί στη διάρκειά της να νιώθει κανείς μια αμηχανία για τη σημασία της, αλλά όταν ο κάδρο ανοίγει, πολύ, σαρωτικά, η ματιά του σκηνοθέτη γίνεται αυτομάτως καθηλωτικά κυνική και η συγκίνηση του θεατή διαπεραστική. Διαβάστε εδώ περισσότερα για το «W» του Στέλιου Κουπετώρη.

Ρουζ

Ρουζ του Κωστή Θεοδοσόπουλου

Η Δανάη, η Ιλόνα και η Τούφα είναι κολλητές και συγκάτοικοι. Ενα περιστατικό παρενόχλησης από έναν τύπο σ' ένα κλαμπ θα προκαλέσει διαφορετικές αντιδράσεις από την καθεμιά και θα τσιτώσει τη φιλία τους. Στην πρώτη του ταινία, ο Κωστής Θεοδοσόπουλος θα κατορθώσει κάτι μαγικό: ν' αποτυπώσει, με αφοπλιστική απλότητα, με συγκινητική τρυφερότητα κι ένα φευγαλέο χιούμορ, την ενέργεια, την πίστη, το αδιέξοδο και τη δύναμη της ψυχοσύνθεσης των «κοριτσιών». Σ' αυτό φέρνει ως όπλα του τρεις (Σοφία Κόκκαλη, Ρομάνα Λόμπατς, Σίσσυ Τουμάση) από τις αληθινά σπουδαιότερες γυναίκες ηθοποιούς των ημερών μας, τρεις διαρκείς λόγους που σε κάνουν να θες να δεις όποια ταινία. Η σκηνή-κλειδί του φιλμ, η σεκάνς που είναι προορισμένη για να ξαφνιάσει ή να σοκάρει, είναι η πιο αδύναμη στιγμή της, σεναριακά. Ομως το «Ρουζ», από έναν εκπληκτικό διάλογο της Σοφίας Κόκκαλη με τη μαμά Μαρία Κεχαγιόγλου, μέχρι την ενστικτώδη φυσικότητα και σωματικότητα τριών κοριτσιών που σκορπάνε τα ζόρια τους, είναι η ταινία που θα θέλαμε να δούμε να μεγαλώνει, ή να τη ζήσουμε πριν μεγαλώσουμε. Διαβάστε εδώ περισσότερα για το «Ρουζ» του Κωστή Θεοδοσόπουλου.

Sad Girl Weekend 607

Sad Girl Weekend των Δημήτρη Τσακαλέα και Λήδα Βαρτζιώτη

Με μια μελαγχολία που χύνεται σε κάθε πλάνο και μοιάζει έτοιμη να πλημμυρίσει κάθε γωνιά του πανέμορφου τετράγωνου κάδρου, το δίδυμο των Δημήτρη Τσακαλέα και Λήδας Βαρτζιώτη που ξεχώρισαν δίκαια πέρσι με το νεανικό «Yawth», μεγαλώνουν και είναι έτοιμοι κι αυτοί με τη σειρά τους, όπως και οι τρεις ηρωίδες τους, να αποχαιρετήσουν τον έφηβο που αφήνουν πίσω τους με την ιστορία τριών φιλενάδων που περνούν το τελευταίο Σαββατοκύριακο μαζί στο σπίτι στο χωριό, αφού οι δρόμοι τους θα χωρίσουν τώρα, για πρώτη φορά. Ποπ, παστέλ, κοριτσίστικο, με τρεις υπέροχες ερμηνείες (οι - «δεν μπορώ να σε χορτάσω» - Ελσα Λεκάκου, Τζωρτζίνα Λιώση, Νατάσα Εξηνταβελώνη), που δίνουν βάθος στην ελαφρότητα των στιγμιότυπων από τα οποία αποτελείται, το «Sad Girl Weekend» αφήνει έντονη τη γεύση της θλίψης για όλα όσα τελειώνουν και μαζί ενός απόλυτα σημερινού σινεμά που θες γρήγορα να δεις τι θα γίνει όταν «μεγαλώσει». Διαβάστε εδώ περισσότερα για το «Sad Girl Weekend» των Δημήτρη Τσακαλέα και Λήδα Βαρτζιώτη.

pathologies 607

Pathologies of Everyday Life του Αλέξανδρου Παπαθανασόπουλου

Ο Σεμπάστιαν κι ο Ρόμπιν αισθάνονται μια ζωή παρίες: ήδη απ' όταν, στο σχολείο, ο κύριος Μπραντ τους ανέθετε μόνο τον Ρόζενκραντς και τον Γκίλντενστερν, ποτέ έναν Αμλετ. Τώρα, καθισμένοι σ' ένα αυτοκίνητο στη μέση του σκοτεινού πουθενά, συζητούν για το αν ήρθε η ώρα ν' ανατρέψουν την ταυτότητα που τους έχει δοθεί από την «κοινωνία» - κι αν ναι, ποιος από τους δυο τους θα πάρει την ευθύνη. Η 11λεπτη ταινία του Αλέξανδρου Παπαθανασόπουλου περνά σαν αστραπή, σαρώνοντας στο πέρασμά της τον παλιό Ταραντίνο, τον παλιό Φρίαρς, τη νέα μελαγχολία μιας ζωής χωρίς αντίκρυσμα. Δυο ορμητικές ερμηνείες, διάλογος γεμάτος κυνικό χιούμορ κι οξυδέρκεια, μια κατάμαυρη ανατροπή στο φινάλε, ένα συνοπτικό δείγμα δουλειάς ενός μελλοντικού... πρωταγωνιστή. Διαβάστε εδώ περισσότερα για το «Pathologies of Everyday Life» του Αλέξανδρου Παπαθανασόπουλου.

mila

Μίλα του Ανδρέα Βακαλιού

Η Μίλα, στην αιχμή του ευάλωτου και του σκληρού, πάει με το σκέιτ της (είναι longboard!) στο νοσοκομείο. Εχει να δει τον πατέρα της πέντε χρόνια, ίσως τώρα που νοσηλεύεται να είναι η σωστή στιγμή. Ο Γιώργος Πυρπασόπουλος θυμίζει με κάθε καλή ταινία όπου παίζει ότι είναι σπουδαίος ηθοποιός. Η Ευθαλία Παπακώστα έχει τη διάφανη φωτογένεια που λατρεύει η οθόνη. Μια σύντομη ματιά σε μια γνώριμη σχέση αποτυπώνεται με τη μελαγχολία μιας άνοιξης και την αδεξιότητα της εφηβείας (ακόμα και των ενήλικων ανθρώπων). Μας άρεσε το «Deathcar» του Βακαλιού γιατί είχε την τόλμη ν' απογειωθεί. Στη φετινή του «προσγείωση» δείχνει τη γλυκύτητα, την αμεσότητά του. Ανυπομονούμε για την ταινία όπου θα συνδυάσει και τα δυο. Διαβάστε εδώ περισσότερα για τη «Μίλα» του Ανδρέα Βακαλιού.

κλεονίκη 607

Κλεονίκη της Αννας Αντωνοπούλου

Η Κλεονίκη ζει σε μια ορεινή περιοχή της Ευρυτανίας, σ' ένα σπίτι που μετρά πολλές δεκαετίες και πολλά βιώματα: έχει γλυκιά φωνή και μια χαριτωμένη παιδικότητα, της λείπει η παρουσία της μαμάς της, ανυπομονεί να έρθει το πανηγύρι του Σωτήρος για να τραγουδήσει και να γλεντήσει. Η Κλεονίκη είναι 101 χρόνων και ζει με τα δυο από τα οκτώ παιδιά της. Τίποτε «νοσταλγικό» ή παρελθοντολαγνικό δεν υπάρχει στην ταινία της Αννας Αντωνοπούλου, παρά μόνο μια ηρωίδα που σκορπίζει φως και γέλιο, διακριτικοί οικογενειακοί δεσμοί που βαστούν γερά, ένας βουκολικός τρόπος ζωής σ' έναν αραιοκατοικημένο, δύσκολο τόπο και μια διάθεση να κοροϊδέψει παιχνιδιάρικα τ' αναμενόμενα της ζωής. Η φωτογραφία είναι πιο κοντά στο home movie, το μοντάζ θα μπορούσε να είναι πολύ πιο σφιχτό, όμως στην αφήγησή της η Αντωνοπούλου χτίζει ακόμα και μικρές εκπλήξεις κι ανατροπές και, κυρίως, συστήνει και τιμά, χωρίς ίχνος παρέμβασης ή συγκινησιακού εκβιασμού, μια γυναίκα απολαυστική, της οποίας το σπουδαιότερο επίτευγμα είναι ότι έζησε, είδε κι έκανε με αγάπη - και φροντίζει να ταΐσει και τις κάμερες, μην μείνουν νηστικές. Διαβάστε εδώ περισσότερα για την «Κλεονίκη» της Αννας Αντωνοπούλου.

H απόσταση

Η Απόσταση Ανάμεσα στον Ουρανό κι Εμάς του Βασίλη Κεκάτου

Ενας νεαρός έχει ξεμείνει σε ένα βενζινάδικο κάπου στο πουθενά της Εθνικής Οδού. Μιλάει στο chat με ένα πιθανό one night stand που μπορεί να τον περιμένει στην Αθήνα και πλησιάζει έναν περαστικό που έχει σταματήσει για να βάλει βενζίνη για να του ζητήσει χρήματα. Του λείπουν 22.50 ευρώ για να πάρει το ΚΤΕΛ και είναι διατεθειμένος να πουλήσει το σχεδόν γεμάτο πακέτο τσιγάρα του, το λίγο χόρτο που κουβαλάει πάνω του και τα οριγκάμι lovebirds που έχει φτιάξει με τα χέρια του για να τα αποκτήσει. Σε μια ταινία που κλείνει μέσα της όλο το τυχαίο μιας γνωριμίας ανάμεσα σε δύο άγνωστους, όλη την ανάγκη για το «μαζί» που δεν έρχεται ποτέ δωρεάν, όλη την ερωτική επιθυμία που ελευθερώνεται όταν είσαι πια έτοιμος να διακινδυνεύσεις να αφεθείς στην αγκαλιά του... άλλου, ο Βασίλης Κεκάτος παραδίδει με την βραβευμένη με τον Χρυσό Φοίνικα Μικρού Μήκους Ταινίας στο 72ο Φεστιβάλ Καννών, μια ατόφια επίθεση τρυφερότητας - πολιτική δήλωση πιο ισχυρή από οποιαδήποτε άλλη σε μια εποχή σαν αυτή που ζούμε. Μέσα στα υγρά μάτια του Ιώκο Ιωάννη Κοτίδη, στο ανακουφιστικό μειδίαμα του Νικολάκη Ζεγκίνογλου, στο υπέροχα φωτογραφημένο κλειστό κάδρο που τους εγκλωβίζει με τη στοργή μιας ασπίδας προστασίας, στη στιχομυθία μεταξύ τους που ξεκινάει από το τετριμμένο για να αγγίξει την ποίηση και σε ένα από τα ωραιότερα φινάλε που έχουμε δει τα (πολλά) τελευταία χρόνια παγκοσμίως, είναι σπάνιες οι φορές που μια ταινία παραδίδεται με τόση τόλμη στο ρομαντισμό με το ταλέντο αλλά κυρίως τη σιγουριά ότι δεν υπάρχει καμιά απόσταση ανάμεσα σε μια απλή ιδέα και το σπουδαίο σινεμά. Διαβάστε εδώ περισσότερα για το «Η Απόσταση Ανάμεσα στον Ουρανό κι Εμάς» του Βασίλη Κεκάτου.

Το Flix παρουσίασε την πλειοψηφία των 60 ελληνικών ταινιών που διαγωνίζονται φέτος, συστήνοντας τους δημιουργούς και δίνοντας πληροφορίες για την κάθε συμμετέχουσα ταινία - μπορείτε να διαβάσετε αναλυτικά εδώ.


Διαβάστε ακόμη:

Το 42ο Φεστιβάλ Δράμας διήρκεσε από τις 15 μέχρι και τις 21 Σεπτεμβρίου. Το Flix βρέθηκε στη Δράμα για να παρακολουθήσει όλες τις ταινίες του ελληνικού διαγωνιστικού προγράμματος και να γράψει γι' αυτές, αλλά και για να μεταφέρει την ατμόσφαιρα του Φεστιβάλ και εκτός των κινηματογραφικών αιθουσών.

Δράμα 2019

Συνεχίζοντας την πλοήγηση σας στο flix.gr, συμφωνείτε στην εγκατάσταση cookies στον υπολογιστή σας. Μάθετε περισσότερα.