Φεστιβάλ / Βραβεία

Το #TIFF63 με το βλέμμα του Flix | Ημέρα 10η | Προς το μέλλον

στα 10

Η επόμενη μέρα για την κοινωνία εκεί έξω και αυτή του σινεμά, λίγο πριν το μεγάλο φινάλε του 63ου Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.

Το #TIFF63 με το βλέμμα του Flix | Ημέρα 10η | Προς το μέλλον

Το Σάββατο - λίγο πριν τη λήξη του Φεστιβάλ - πέρασε με έντονη χειμωνιάτικη ατμόσφαιρα, αλλά με τις αίθουσες γεμάτες και τις δράσεις της διοργάνωσης να μην σταματούν ούτε λεπτό. Μια συζήτηση και τα πρόσωπα του μέλλοντος, στέλνουν τα διαπιστευτήρια για την επόμενη μέρα.

To 63o Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης διεξάγεται φέτος από τις 3 μέχρι και τις 13 Νοεμβρίου. Το Flix θα βρίσκεται εκεί για να σας μεταφέρει όλα όσα θα συμβούν μέσα κι έξω από τις σκοτεινές αίθουσες. Δείτε εδώ συγκεντρωμένα όλα τα άρθρα του Flix για το Φεστιβάλ.

tiff63

tiff63

tiff63

Η αναπαράσταση της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας στον ελληνικό κινηματογράφο και την τηλεόραση

Ο καθηγητής Ιστορίας και Θεατρολογίας Κωνσταντίνος Κυριακός κι ο σκηνοθέτης, σεναριογράφος και ηθοποιός (και πρέσβης της Αγοράς) Γιώργος Καπουτζίδης συζήτησαν για το πώς τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα αποτυπωνόντουσαν μέσα στις δεκαετίες στην μικρή και την μεγάλη οθόνη. Διαβάστε μερικά από τα highlights της συζήτησης.

Κωνσταντίνος Κυριακός:

«Για χρόνια οι γκέι ήταν ή αόρατοι (δεν υπήρχαν γκέι άνθρωποι) ή καρικατούρες (παλιάτσοι) ή σατανικοί (άνθρωποι που συμβόλιζαν το κακό). Σταδιακά αυτό άλλαξε με επιρροές από το γαλλικό σινεμά και ψήγματα της ευρωπαϊκής κουλτούρας κλπ. Και πάλι όμως στην επανάσταση που έγινε σε επίπεδο ορατότητας με ταινίες όπως ο «Αγγελος» του Γιώργου Κατακουζηνοοου, τα Λοατκι άτομα έπρεπε να υποφέρουν, να βασανίζονται, να πεθαίνουν.»

Εχει γίνει πρόοδος κύριε Κυριακό;

«Δύσκολη ερώτηση. Μία τεθλασμένη γραμμή είναι η όποια πρόοδος, δυστυχώς. Δυο βήματα μπροστά κι ένα πίσω.»

Γιώργος Καπουτζίδης

«Εχετε παρατηρήσει έναν παχουλό φίλο στην παρέα. Θα είναι ο πρώτος που θα κάτσει μαζί σας και θα αρχίσει να κάνει πλάκα για τα κιλά του. Ισως αν αυτός προλάβει, δε θα το κάνετε εσείς. Κι αν το κάνει με αυτοσαρκασμό, θα τον συμπαθήσετε. Οπότε και οι πρώτοι γκέι δημιουργοί που μπορεί να έγραφαν πιο καρικατουρίστικους ρόλους καλή πρόθεση είχαν: ήθελαν να μας συμπαθήσετε. Πώς θα γινόταν αυτό; Αν ο γκέι ήταν γελοτωποιός. ή αν έτρωγε ξύλο.»

«Εγώ αποφάσισα ότι δε θέλω πια να κουραστώ για να με συμπαθήσετε. Θέλω να γράψω γκέι ήρωες που είναι άνθρωποι. Γιατί δεν ξυπνάμε το πρωί και το μόνο που μάς απασχολεί είναι ότι είμαστε γκέι. Εχουμε προβλήματα όπως όλοι, γονείς που μεγαλώνουν κι ανησυχούμε για αυτούς, δάνεια που δεν μπορούμε να πληρώσουμε. Κι επίσης έχουμε και... χαρά! Οχι όλοι κατακαημένοι γκέι που ακόμα κι όταν ερωτεύονται είναι κατηφείς. Με έχετε δει ερωτευμένο; Είμαι μέσα στην καλή χαρά!»

«Χρειαζόμαστε θετικά πρότυπα. Αν ένας γκέι σε μια σειρά ήταν ο χειρούργος που έσωζε τον ήρωα - πάλι δεν θα μας συμπαθούσατε; Αν ήταν ο Εισαγγελέας που εξιχνίαζε ένα έγκλημα; Η μητέρα μου όταν βγήκε ο Γιατρομανωλάκης Υφυπουργός με πήρε τηλέφωνο και πανηγύριζε - λες και τον έβγαλε αυτή (γέλια)»

Πολλοί μιλούν για πολιτική ορθότητα που θα σκοτώσει την κωμωδία. Στην Αμερική το ερώτημα απαντήθηκε από τον Τζαντ Απαταου και τον Μάρκ Μάρον: αν πιστεύετε ότι δεν είστε αστείοι αν παράλληλα δεν είστε ομοφοβικοί ή σεξιστές, λυπούμαστε δεν έχετε ταλέντο. Εσείς τι λέτε κύριε Καπουτζίδη;

«Συμφωνώ απόλυτα. Δεν έχω κανένα πρόβλημα με την πολιτική ορθότητα. Εμένα δεν με έκανε λιγότερο αστείο να μην χρειάζεται να πληγώνω συνανθρώπους μου. Αντιθέτως, όταν γράφω για ένα τρανς άτομο, έναν γκέι, μία γυναίκα σκέφτομαι πρώτα από όλα πώς θα έπαιρνε αυτό το αστείο αυτός/αυτή. Ναι, όσοι καταφεύγουν σε χοντράδες για να κάνουν το κοινό να γελάσει δεν έχουν ταλέντο. Πάλιωσε πια αυτό το αστείο. Ας προσέχουμε τι γράφουμε.»

Κύριε Καπουτζίδη συμφωνείτε με την αντίδραση της τρανς κοινότητας για την επιλογή του ρόλου της «Στρέλλας» στην Εθνική Λυρική Σκηνή;

«Κοιτάξτε, μην παρεξηγηθώ: θαρραλέο βήμα της Λυρικής να ανεβάσει ένα έργο σαν την «Στρέλλα», έτσι κι αλλιώς. Ομως συμπαραστέκομαι στην τρανς κοινότητα. Οι τρανς συνάδελφοί μου δεν μπορούν να βρουν ένα ρόλο ως γυναίκες - είναι αποκλεισμένες. Ε, να αποκλείονται και από ρόλους τρανς; Θεωρώ ότι έπρεπε πρώτα να βρεθεί η τρανς πρωταγωνίστρια και μετά να ξεκινήσει η διαδικασία της μεταφοράς του έργου. Αυτή θα ήταν για μένα η σωστή διαδρομή.»


tiff63

Meet the Future

Στο πλαίσιο του αφιερώματος «Time to Act» του φετινού Φεστιβάλ, εντάσσεται και το Meet the Future, η δράση του Φεστιβάλ που συνδέει το Ελληνικό Τμήμα με την Αγορά και έχει ως στόχο να αναδεικνύει κάθε χρόνο έναν διαφορετικό κλάδο των επαγγελματιών του ελληνικού κινηματογράφου, προωθώντας τη δουλειά τους και παρέχοντας πολύτιμα εφόδια για την προβολή και δικτύωσή τους στο διεθνές κινηματογραφικό στερέωμα. Φέτος, την τιμητική τους έχουν νέοι και ανερχόμενοι ηθοποιοί, που έχουν ήδη πραγματοποιήσει τα πρώτα τους βήματα στο ελληνικό σινεμά και αναμένεται να μας απασχολήσουν τα προσεχή χρόνια.

Οι συμμετέχουσες και συμμετέχοντες στο τμήμα Meet the Future παρουσάισαν τη δουλειά τους με self-tapes στους έλληνες και ξένους επαγγελματίες της Αγοράς την Τετάρτη 9 Νοεμβρίου, συμμετείχαν σε τριήμερο εργαστήριο υποκριτικής, Το σεμινάριο υποκριτικής του Meet the Future διοργανώνει η Αουλόνα Λούπα, απόφοιτος της Δραματικής Σχολής του Ωδείου Αθηνών και ιδρύτρια του Acting on Camera Seminar, του πρώτου εντατικού και ολοκληρωμένου σεμιναρίου υποκριτικής στην κάμερα στην Ελλάδα.

Οι ηθοποιοί που πήραν φέτος μέρος στη δράση Meet the Future είναι οι Κλέλια Ανδριολάτου («18» του Βασίλη Δούβλη, «Maestro» του Χριστόφορου Παπακαλιάτη - τηλεόραση), Ιωσήφ Γαβριελάτος («18» του Βασίλη Δούβλη), Κωνσταντίνος Γεωργόπουλος («Milky Way» του Βασίλη Κεκάτου - τηλεόραση, «Νάρκη» του Δημήτρη Τσαλαπάτη, «Party Animal» του Γιώργου Ζώη, «Xenia» του Πάνου Χ. Κούτρα), Βαγγέλης Ευαγγελινός («Beauty» του Θάνου Λυμπερόπουλου, «Souls all Unaccompanied» του Γιώργου Τελτζίδη, «Πρόστιμο» του Φωκίωνα Μπόγρη, «Chechov's Gun» του Χρήστου Αργυρού), Αμπιγκέιλ Λόμα («Αγία Εμυ» της Αρασέλης Λαιμού), Ευθαλία Παπακώστα («Ακουσέ με» της Μαρίας Ντούζα, «My Name is Anti», «Γιάμα» του Ανδρέα Βακαλιού, «Μικρά Όμορφα Αλογα» του Μιχάλη Κωνσταντάτου, «Pari» του Σιαμάκ Ετεμάντι, «Μίλα» του Ανδρέα Βακαλιού, «Astrometal» του Ευθύμη Kosemund-Σανίδη). Νίκη Παπανδρέου («Η Πόλη και η Πόλη» των Χρήστου Πασσαλή και Σύλλα Τζουμέρκα).


i have electric dreams

To Flix βλέπει και γράφει για όλες τις ταινίες που διεκδικούν τον Χρυσό Αλέξανδρο!

Οι προβολές των ταινιών του επίσημου διαγωνιστικού τμήματος του 63ου Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης συνεχίζονται. Συνολικά 11 ταινίες συμμετέχουν στο φετινό Διεθνές Διαγωνιστικό Πρόγραμμα του Φεστιβάλ, ανάμεσά τους και δύο ελληνικές. Εδώ θα διαβάζετε καθημερινά τις κριτικές του Flix και τις προβλέψεις μας για τα μεγάλα βραβεία του Φεστιβάλ.


μπάσταρδα

It's (always) Greek to us!

Οι προβολές των ελληνικών ταινιών του 63ου Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης συνεχίζονται. Φέτος θα προβληθούν 15 ταινίες στο τμήμα Επίσημη Πρώτη (ανάμεσά τους και από 2 στο Διεθνές Διαγωνιστικό Τμήμα του Φεστιβάλ, στο Διαγωνιστικό Τμήμα Meet the Neighbours και στο Διαγωνιστικό του Film Forward), 4 στο τμήμα Ξεπερνώντας τα Σύνορα και 3 στο τμήμα Δεύτερη Ματιά. Το Flix βλέπει και γράφει εδώ για όλες τις ελληνικές ταινίες.


Είδαμε ακόμη:

wolf and dog

Λύκοι και Σκυλιά (Lobo e Cão) της Κλαούντια Βαρεζάου

Σαν ο Ροσελίνι να συνάντησε τον Φελίνι το 2030. Ετσι μοιάζει αυτή, η πρώτη ταινία «μυθοπλασίας» της Πορτογαλέζας Κλάουντια Βαρεζάου, η ιστορία της μικρής Ανα που μεγαλώνει στο μικροσκοπικό νησάκι της στις Αζόρες, δίπλα στην τροπική βλάστηση και στη φιλόξενη θάλασσα (το ίδιο για γυμνά έφηβα κορμιά όσο και για πακεταρισμένη κόκα), όπου όλα μοιάζουν σαν να τα βλέπεις μέσα από τον καθρέφτη.

Η κεντρική ηρωίδα είναι ένα κορίτσι, στην αιχμή μεταξύ του εύθραυστου και του σιδερένιου υλικού. Λεπτή, με πορσελάνινο δέρμα, με εκρηκτικά μαύρα σγουρά μαλλιά, η Ανα με τα σχιστά μάτια κοιτάζει γύρω της και προσπαθεί να δει το μέλλον της. Η ίδια κι ο κολλητός της φίλος, ο Λουίς, είναι δυο queer παιδιά σε μια κοινότητα συνυφασμένη με την καθολική θρησκοληψία. Κι όμως, όσο ο Λουίς και η παρέα τους συχνάζει στο τοπικό gay bar, ντυμένοι με φανταχτερά φορέματα, με πανδαισία χρωμάτων στο μακιγιάζ τους, με τιρκουάζ και φούξια φτερά στα βλέφαρά τους, η τοπική κοινότητα, οι ανεμοδαρμένες από τη ζωή μαμάδες τους, ο παπάς της ενορίας με το λευκό καρέ, τα παιδιά αυτά αγκαλιάζουν, αυτά αγαπούν κι επιτίθενται σε όποιον τα στοχοποιεί.

Αλλόκοτο, μέσα στο στερεότυπο της συντηρητικής μικρής πόλης; Καθόλου, μια και στο «Wolf and Dog» τόσο η θρησκεία, με το θεατρικό τελετουργικό της, τις σωματικές απαιτήσεις ενός περιπατητικού προσκυνήματος, όσο και η φύση, οι καρποί που παράγει, η αγέρωχη διάστασή της, παρουσιάζονται στην πιο αρχέγονη μορφή της, εκείνη που δημιουργεί και αποδέχεται κάθε πλάσμα του Θεού, έστω και με φωσφοριζέ γυαλιά στο κλάμπινγκ, με τενεκέδες γεμάτους ναρκωτικά, με ομόφυλους έρωτες, με χοροπηδητά και δάκρυα.

Με ως τώρα θητεία στο ντοκιμαντέρ, η Βαρεζάου ακολουθεί την ίδια μέθοδο, αυτή της παρατήρησης. Τα πλάνα της, σ' ένα περιορισμένο, σαν το νησάκι, τετράγωνο κάδρο, είναι όμως ανοιχτά, με τους ήρωες, ο καθένας κι ένα ουρί του παραδείσου, να γίνονται μέρος ζωντανό του τοπίου, φύση και άνθρωπος ένα. Σκηνές όπως ένα νυχτερινό αυθόρμητο πάρτι στη θάλασσα με κοκκορομαχίες και Μπαχ παίρνουν θέση στις ομορφότερες κινηματογραφικές εμπειρίες των τελευταίων χρόνων. Ομως αυτή, η «αμέτοχη» κάμερα και η αποσπασματική δομή της ταινίας που παρουσιάζει, διαδοχικά, σύντομες και ήσυχες, «ασχολίαστες» στιγμές ζωής, αφήνοντας προθέσεις, κίνητρα και καταγραφή συναισθημάτων απ' έξω, δίνει στην ταινία μια αίσθηση έλλειψης προσανατολισμού και καθυστέρησης, σ' ένα φιλμ μιάμισης ώρας, τοποθετημένο στην πιο μικρή πιθανή κοιτίδα πολιτισμού οργανωμένης κοινωνίας. Εστω κι έτσι, με τη σπάνια ομορφιά εξωτικού λουλουδιού, με την ευαισθησία ενός νεανικού βλέμματος, με την καταγραφή ενός κόσμου που νιώθεις επιταγή ν' ανακαλύψεις, η ταινία της Βαρεζάου έχει και μήνυμα και γοητεία, ανάμεσα στον πιστό σκύλο και τον αδάμαστο πρόγονό του, τον λύκο.

Λήδα Γαλανού

πίσω από τις θημωνιές

Πίσω από τις Θημωνιές της Ασημίνας Προέδρου

Μια παρέα μικρών παιδιών παίζουν κοντά σε μια λίμνη. Η κάμερα τα παρακολουθεί από κοντά. Οι κινηματογραφικοί κώδικες, το νιώθεις, ότι σε προετοιμάζουν για κάτι κακό, ένα ατύχημα, μια στιγμή που θα σκοτεινιάσει την υπέροχη ανοιξιάτικη ημέρα, ένα τραγικό γεγονός που θα αλλάξει για πάντα τις ζωές μιας ολόκληρης κοινότητας, μιας ολόκληρης κοινωνίας.

Το κακό όμως δεν θα συμβεί. Για έχει ήδη συμβεί. Και έχει ήδη σκεπαστεί με επιμέλεια κάτω από τόνους ψεμάτων, ανθρώπινης υποκρισίας, κάτω από άλλα μικρά και μεγάλα εγκλήματα που με τη σειρά τους κρατούν ολοζώντανο έναν κύκλο που δεν τελειώνει ποτέ, κρυμμένα κι αυτά στον βυθό της λίμνης, πίσω από τις θημωνιές. Αν ξεβραστούν, θα επιπλεύσουν για να (και αν) διαταράξουν την τακτοποιημένη ζωή όλων όσων υπήρξαν συνένοχοι στο έγκλημα. Και τότε ίσως κάτι αλλάξει…

Η Ασημίνα Προέδρου, στην πρώτη της ταινία μεγάλου μήκους, έρχεται μια δεκαετία μετά το σοκ του μικρού μήκους «Red Hulk» για να επιβεβαιώσει πως δεν υπήρξε τυχαία η θαρραλέα, ανήσυχη δημιουργός που αποτύπωσε με ανατριχιαστικό timing, περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη tην γέννηση και γιγάντωση του φιδιού της Χρυσής Αυγής. Στο «Πίσω από τις Θημωνιές» που διαδραματίζεται το 2015, η Χρυσή Αυγή βρίσκεται ως κραταιό τρίτο κόμμα στη Βουλή, η Ελλάδα ζει το μεγαλύτερο μεταναστευτικό κύμα της ιστορίας της και το βλέμμα της στρέφεται στον μικρόκοσμο μιας οικογένειας κοντά στα βόρεια σύνορα της Ελλάδας.

Ο πατέρας δουλεύει στα κτήματα και περιστασιακά ως ψαράς για διανομές στην γειτονική (ακόμη τότε) Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας, χρωστάει στην εφορία από μια «μαύρη» δουλειά που έκανε στο παρελθόν και θα ενδώσει στην πρόταση του προύχοντα κουνιάδου του να περνάει παράνομα μετανάστες από τα σύνορα. Η μητέρα έχει (κυριολεκτικά) τα κλειδιά της εκκλησίας της ενορίας, που αρνείται να φιλοξενήσει τους μετανάστες που ζουν έξω στον χιονιά, μια γυναίκα χωρίς θέση και άποψη που τακτοποιεί και «καθαρίζει» συνεχώς τις βρωμιές των άλλων. Η κόρη είναι ένα κορίτσι που δεν μπορεί να ελέγξει την «ενηλικίωση» της, παιδί για τον πατέρα της, γυναίκα για τον άντρα που αγαπάει, σταρ στα μουλωχτά στο μπουζουξίδικο που θα οργανώσει την επανάστασή της.

Αυτοί οι τρεις άνθρωποι αποτελούν τα τρία κεφάλαια της ταινίας της Ασημίνας Προέδρου σε ένα παιχνίδι με το χρόνο και τις οπτικές γωνιές που χρησιμοποιεί το τέχνασμα, όχι για να εντυπωσιάσει αλλά για να σκάψει ακόμη βαθύτερα μέσα στις επιθυμίες, τις αγωνίες, τις αντιδράσεις, τις μικρές ανεπαίσθητες στιγμές που ορίζουν ολόκληρες ζωές και εκείνες τις άλλες - τις στιγμές που θα μπορούσαν να ιδωθούν αλλιώς. Το μεγάλο ερώτημα είναι «πώς αλλιώς;», όταν, όπως συμβαίνει νομοτελειακά στις (ελληνικές) τραγωδίες, το παιχνίδι μοιάζει πάντα στημένο, οι μικροί άνθρωποι συνθλίβονται από όσους κρατούν την εξουσία και το τρίπτυχο «πατρίς-θρησκεία-οικογένεια» συνεχίζει να τρέφει γενιές και γενιές ανθρώπων που νιώθουν πάνω στο πετσί τους την υποκρισία αλλά συνεχίζουν να είναι ρατσιστές, να κοινωνούν κάθε Κυριακή με λερωμένα από το έγκλημα χέρια και να φτιάχνουν οικογένειες γιάφκες για περίθαλψη εγκληματιών;

Iσως ο τρόπος να «το δεις αλλιώς» είναι με το βλέμμα της Ασημίνας Προέδρου.

Που αγαπάει τους ήρωες της, αλλά δεν τους μετακινεί από την γκρίζα γραμμή στην οποία βρίσκονται, θύματα και θύτες οι ίδιοι μιας εξωτερικής και μιας ολότελα δική τους μοίρας. Που τολμά να ανοίξει την εικόνα του μικρόκοσμου που περιγράφει σε ακόμη περισσότερες ελληνικές παθογένειες (από την κρατική αναλγησία μέχρι την πατριαρχία και από τον ρατσισμό μέχρι την εκκλησία) ακόμη κι όταν δεν νιώθει πολύ σίγουρη να διαχειριστεί τη μεγάλη ταινία που αυτό προμηνύει. Που «φωτογραφίζει» (με το διάτρητο βλέμμα με τη σειρά του, του Σίμου Σαρκετζή) τα σύνορα σαν να επρόκειτο για το πιο όμορφο και ταυτόχρονα το πιο τρομακτικό μέρος στον κόσμο. Που δίνει (ίσως περισσότερο απ’ όσο χρειάζεται) χρόνο στους ηθοποιούς της για να αφηγηθούν τις ιστορίες τους - εδώ τον Στάθη Σταμουλακάτο στην καλύτερη πιο ολοκληρωμένη ερμηνεία της καριέρας του).

Που στέκεται κι αυτή ακίνητη μπροστά στην Ιστορία, προσπαθώντας να την δει «αλλιώς». Με ένα βλέμμα αυστηρό, που κρύβει κατανόηση. Ενα βλέμμα κινηματογραφικό που κρύβει αλήθεια. Ενα βλέμμα που περισσότερο ή λιγότερο διαυγές, παραμένει διαρκώς άγρυπνο και επείγον.

Μανώλης Κρανάκης

narcoss

Νάρκωση (Narcosis) του Μαρτάιν ντε Γιόνγκ

Το τελευταίο πράγμα που θα θυμούνται η γυναίκα και τα παιδιά του από τον Τζον πριν χαθεί για πάντα στον ωκεανό της Νοτίου Αφρικής είναι ένας θάλαμος από ένα καρτοτηλέφωνο που θα εγκαταταστήσει στην αυλή τους και το πάθος του για τις καταδύσεις. Ενα χρόνο μετά ο θάνατος του δεν μπορεί να… αποδειχθεί, αλλά η Μέρελ, ο μικρός Μπόρις και η μικρότερη Ρόνια θα πρέπει να βρουν τρόπους να διαπραγματευτούν την απώλεια.

Ο Μπόρις θα συνεχίσει να εξασκείται στη λίμνη κοντά στο σπίτι δοκιμάζοντας υποβρύχιες αναπνοές όπως του είχε μάθει ο πατέρας του. Η μικρή Ρόνια θα πιστέψει ότι στη νεκρή γραμμή του καρτοτηλεφώνου βρίσκεται πάντα διαθέσιμος να της μιλήσει ο πατέρας της τον οποίο κρατάει ζωντανό στις συζητήσεις με τις φίλες της. Και η Μέρελ θα αλλάξει δουλειά, θα βγει από το σπίτι και θα δουλέψει υποδοχή σε ένα ινστιτούτο αισθητικής.

Για χρόνια, όσο ζούσε και ο Τζον πρόσφερε τις υπηρεσίες της ως μέντιουμ φέρνοντας απελπισμένους ανθρώπους σε επαφή με τους νεκρούς της. Αντίθετα όμως από ότι πιστεύουν όλοι, αν αναζητήσει τον Τζον, θα καταφέρει να μάθει τι ακριβώς συνέβη στη κατάδυση, που βρίσκεται η σορός του και έτσι να πάρει τα χρήματα της ασφαλιστικής που τώρα βρίσκονται υπό αμφισβήτης. Η Μέρελ όμως φοβάται. Αν τον «συναντήσει» σημαίνει ότι πρέπει να παραδεχτεί κι αυτή με τη σειρά της ότι πέθανε.

Η «Νάρκωση» είναι μια ταινία για το θρήνο, την απώλεια, τη μοναξιά και τους άδειους χώρους που αφήνει πίσω του ένας θάνατος. Αλλά δεν είναι μια ταινία σκοτεινή, θλιμμένη, εξόχως δραματική ή κλινική. Τοποθετώντας σε δημιουργικό διάλογο το ρεαλισμό με τη… μεταφυσική, αλλά με το βλέμμα στραμμένο μονίμως στα κενά που πρέπει να γεμίσουν κάθε φορά που φεύγει κάποιος, ο πρωτοεμφανιζόμενος Μαρτάιν ντε Γιονγκ ενορχηστρώνει την ταινία του σαν μια σουίτα δωματίου, που απλώνεται στην γεωγραφία του χώρου και την άλλη την ανθρώπινη για να εξερευνήσει την απώλεια με όρους ποίησης.

Βαθιά συγκινητική (ειδικά σε ένα φινάλε που μοιάζει χολιγουντιανό με όρους art cinema, φέρνοντας δάκρυα στα μάτια) και με οικονομία που δεν προεξοφλεί η κατασκευή της, η «Νάρκωση» στέκεται ως ένα δείγμα μιας άλλης οπτικής πάνω στο ίδιο θέμα, μια νέα υπογραφή που μοιάζει να ήρθε για να μείνει από έναν σκηνοθέτη που μπορεί σε στιγμές να παρασύρεται από τον ίδιο τον λυρισμό και μια λογική «ιλουστρασιόν» τέχνης, αλλά που μπορεί να μιλάει βιωματικά και κινηματογραφικά χωρίς να προδίδει ούτε την προσωπική του (καλλιτεχνική) αγωνία, αλλά ούτε την «επαφή» του με τον θεατή.

Μανώλης Κρανάκης

To 63o Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης διεξάγεται φέτος από τις 3 μέχρι και τις 13 Νοεμβρίου. Το Flix θα βρίσκεται εκεί για να σας μεταφέρει όλα όσα θα συμβούν μέσα κι έξω από τις σκοτεινές αίθουσες. Δείτε εδώ συγκεντρωμένα όλα τα άρθρα του Flix για το Φεστιβάλ.

tiff63