Ο κινηματογραφιστής και σκηνοθέτης Αλέξανδρος Παπαθανασίου ταξιδεύει στην Κρήτη και τα Λευκά Ορη και καταγράφει τη μαρτυρία του Λευτέρη Ηλιάκη, αντάρτη επί Κατοχής, μαχητή του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας στον Εμφύλιο Πόλεμο και πολιτικού κρατούμενου για σχεδόν είκοσι χρόνια. Μέσα από το πορτραίτο αυτού του λαϊκού αγωνιστή, ενός από τους τελευταίους επιζήσαντες πρωταγωνιστές του Εμφυλίου, ξυπνούν τα φαντάσματα αυτού του αμείλικτου πολέμου.
Το Σάββατο 2 και Κυριακή 3 Μαϊου στις 17.30, στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος θα προβληθεί το ντοκιμαντέρ «Λευκά Ορη» του Αλέξανδρου Παπαθανασίου, παρουσία του σκηνοθέτη.
Κατά την διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, τα Λευκά Ορη θα αποτελέσουν τον προμαχώνα της κρητικής Αντίστασης ενάντια στην Ναζιστική Κατοχή, εφαλτήριο για τους αντάρτες του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, οι οποίοι με τα σαμποτάζ τους προκαλούν ισχυρά πλήγματα στους Ναζί. Ωστόσο, το 1946, λίγους μόλις μήνες μετά την απελευθέρωση της χώρας από τους κατακτητές, ένας νέος αντάρτικος στρατός συγκροτείται από τα «υλικά» της Αντίστασης. Αυτή την φορά όμως, για έναν καταστροφικό, ολοκληρωτικό πόλεμο - μία πολεμική, κοινωνική και ταξική αναμέτρηση που όμοια της δεν έχει υπάρξει.
Το ντοκιμαντέρ «Λευκά Ορη» θέτει στο επίκεντρο του τον αντιστασιακό, μαχητή του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας, πολιτικό κρατούμενο για σχεδόν είκοσι χρόνια και συγγραφέα Λευτέρη Ηλιάκη (1924 - 2017).
Ο Αλέξανδρος Παπαθανασίου, σκηνοθέτης της ταινίας με έδρα το Λονδίνο, πηγαινοερχόταν επί σειρά ετών από την Αγγλία στην Κρήτη με στόχο να προλάβει να καταγράψει την μαρτυρία του Λευτέρη Ηλιάκη –μαρτυρία στην οποία προσέδωσε έναν έντονα βιωματικό χαρακτήρα. Η ταινία που προέκυψε, βασισμένη στη σχέση που σφυρηλατήθηκε μεταξύ των δύο αντρών, αναδεικνύει τόσο την προσωπική διάσταση της διαδρομής του αντάρτη, όσο και το ιστορικό και κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο του τότε αλλά και του σήμερα.
Τα γυρίσματα διήρκεσαν έως τον θάνατο του Ηλιάκη το 2017, ενώ η συνολική παραγωγή του ντοκιμαντέρ, μίας πολύ προσωπικής δουλειάς για τον σκηνοθέτη, απλώθηκε σε βάθος δεκαετίας, τόσο λόγω της φύσης της ταινίας όσο και για λόγους χρηματοδότησης της παραγωγής. «Η σχέση μου με τον Λευτέρη ήταν ταυτόχρονα και η επαφή μου με ένα εκρηκτικό κομμάτι της σύγχρονης ιστορίας του τόπου μας», σημειώνει ο Αλ.Παπαθανασίου. «Αποφάσισα να προσεγγίσω το θέμα μου με μια αφηγηματική γλώσσα που να με εμπνέει και ως δημιουργό και ως άνθρωπο».
«To πλήρωσα ακριβά, αλλά δεν υπήρχε άλλος δρόμος», λέει στον σκηνοθέτη ο Λευτέρης Ηλιάκης, ο οποίος μιλά συγκινητικά για τους συντρόφους του. «Επέζησα, και θεωρώ χρέος μου να μιλήσω γι’ αυτούς που δεν τα κατάφεραν». Από την Βαγγελιώ Κλάδου, αγωνίστρια στην οποία χρωστά πολλά και το γυναικείο κίνημα, που σκοτώθηκε δίπλα του, και την καπετάνισσα Γεωργία Σκευάκη, μέχρι τους «αλύγιστους αντάρτες» Γιώργη Τζομπανάκη και Σπύρο Μπλαζάκη που έζησαν επικηρυγμένοι στα βουνά της Κρήτης για 35 χρόνια. Αλλά και τον Σταμάτη Μποράκη που συμμετείχε στην Μάχη της Κρήτης, την Μαρία Μποράκη και τον καπετάν Γιωργη Κοδέλα που είχαν φρικτό τέλος, και βέβαια τον Βιγλοθοδωρή, τον Θεόδωρο Βίγλη, «τον άρχοντα του Φαραγγιού της Σαμαριάς», έναν καπετάνιο-μύθο που ενέπνευσε δημοτικά τραγούδια στην Κρήτη και δολοφονήθηκε από τους παρακρατικους Μάυδες (Μονάδες Ασφαλείας Υπαίθρου) το 1949.
Ο Ηλιάκης μάλιστα καταφέρνει παρά τη βεβαρυμένη υγεία του να ξεναγήσει τον θεατή στο πιο ξακουστό λημέρι του ΕΛΑΣ στην Κρήτη, το Μιτάτο των Βίγλιδων, αλλά και στη φυλακή Ιτζεδίν των Χανίων (σ.σ. ο Ηλιάκης φυλακίστηκε από το 1951-1963 και από το 1967-1974 στις Φυλακές Καλαμίου του Ιτζεδίν και στις φυλακές Λασιθίου, Αίγινας και Κορυδαλλού). Ενας από τους συγκρατούμενούς του στο Ιτζεδίν υπήρξε και ο Γιώργος Μωραΐτης, που επίσης μιλά στην ταινία για την άγρια αντικομμουνιστική προπαγάνδα του ’50 και μοιράζεται τις εμπειρίες τους από τη φυλακή, όπου, όπως λέει, τους έβαζαν να ακούν μαγνητοφωνημένα βασανιστήρια, ενώ οι ίδιοι έκρυβαν το τρανζιστοράκι στα πιο απίθανα μέρη. Ενδιαφέρον έχει ωστόσο το γεγονός πως η Κρήτη, λόγω φρονημάτων, «υπήρξε ένας ευαίσθητος χώρος για τους πολιτικούς κρατουμένους».
Το ντοκιμαντέρ ενσωματώνει σπάνιο αρχειακό υλικό, ενώ ο ιστορικός Γιώργος Μαργαρίτης, σκιαγραφεί γλαφυρά το ιστορικό πλαίσιο και συμπληρώνει τα κενά. «Στην Κρήτη οι κομμουνιστές από κάτοικοι χωριών γίνονται κάτοικοι σπηλαίων...», λέει. Στα βουνά οι συνθήκες είναι εξαιρετικά δύσκολες, αλλά το φρόνημα των Κρητικών ατρόμητο.
Οπως αναφέρει και ο ίδιος ο σκηνοθέτης στο Flix: «Τα "Λευκά Ορη" είναι η ιστορία ενός ανθρώπου από ένα παρελθόν ξεχασμένο. Συμβαίνει να κουβαλά στις πλάτες του ένα μεγάλο ιστορικό και κοινωνικό φορτίο. Αυτό το φορτίο μεταλαμπαδεύεται στον θεατή. Ο/η θεατής μπορεί να επιλέξει να το αγνοήσει ή να δει ουσία μέσα σε αυτό το φορτίο και να το επεξεργαστεί μέσα του/της. Αυτός είναι και ο σκοπός τη τέχνης, ο σκοπός της ψυχαγωγίας δηλαδή.»
