Σε ηλικία 87 ετών έφυγε από τη ζωή η Ελένη Προκοπίου, μία από τις χαρακτηριστικές παρουσίες του παλιού ελληνικού κινηματογράφου, που ένωσε την υποκριτική με τον χορό και πρωταγωνίστησε σε μερικές από τις δημοφιλέστερες ταινίες της δεκαετίας του ’60. Η είδηση του θανάτου της έγινε γνωστή το βράδυ της Κυριακής 27 Σεπτεμβρίου από τη συνάδελφό της Μέλπω Κωστή.
Η Προκοπίου δεν υπήρξε ποτέ απλώς μια ηθοποιός που μπορούσε να χορεύει. Ο χορός ήταν η αφετηρία και ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της παρουσίας της στη σκηνή και την οθόνη. Από τα έξι της χρόνια σπούδαζε χορό στη σχολή της Λουκίας Σακελλαρίου-Κωτσοπούλου, μαζί με τη Μάρθα Καραγιάννη. Οι δυο τους, ακόμη παιδιά, συμμετείχαν σε παραστάσεις της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, πριν αποφοιτήσουν στα τέλη της δεκαετίας του ’50.
Στο θέατρο εμφανίστηκε ήδη από την εφηβεία της, ως χορεύτρια στο θέατρο Ολύμπια Πειραιώς, έχοντας για παρτενέρ τον Δημήτρη Ιβανόφ. Λίγο αργότερα θα δημιουργούσε με τον Βαγγέλη Σειληνό ένα από τα γνωστά χορευτικά δίδυμα της εποχής. Οι δυο τους συνεργάστηκαν από το 1960 έως το 1965 σε επιθεωρήσεις και παραστάσεις, τόσο στο θέατρο όσο και στον κινηματογράφο. Ανάμεσα στις σημαντικότερες κοινές τους στιγμές ήταν η «Ομορφη Πόλη» του Μιχάλη Κακογιάννη, με τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη.
Μικρές Αφροδίτες
Από τον χορό στον κινηματογράφο
Η κινηματογραφική της διαδρομή ξεκίνησε το 1960 με το «Ραντεβού της Κυριακής», ενώ ακολούθησαν οι ταινίες «Η Αθήνα τη Νύχτα» και «Προδομένη Αγάπη», όπου εμφανίστηκε αρχικά αποκλειστικά ως χορεύτρια. Το 1963 ήρθε η στροφή προς την υποκριτική, με τις «Μικρές Αφροδίτες» του Νίκου Κούνδουρου, ταινία που γνώρισε διεθνή αναγνώριση.
Ακολούθησε το «Ο Εμίρης και ο Κακομοίρης» του Ορέστη Λάσκου, όπου υποδύθηκε τη Γκιουλινάρ, μια ανατολίτισσα πριγκίπισσα, ενώ το 1965 εμφανίστηκε στο «Πρόσωπο της Ημέρας» και στο «Ραντεβού στον Αέρα». Εκεί ήταν πλέον ξεκάθαρο πως η Προκοπίου μπορούσε να κινηθεί με την ίδια άνεση ανάμεσα στην κωμωδία, το μιούζικαλ και το δράμα.
Το 1966 ήταν μία από τις πιο παραγωγικές χρονιές της. Πρωταγωνίστησε σε πέντε ταινίες, ανάμεσά τους οι «Παράνομοι Πόθοι», «Το Συρτάκι της Αμαρτίας», «Πέντε Χιλιάδες Ψέματα», «Οι Κυρίες της Αυλής» και «Αγάπη που δεν Σβήνει ο Χρόνος». Στις «Κυρίες της Αυλής», μάλιστα, η σκηνή με τον Κώστα Πρέκα και τη χαλασμένη βρύση έμελλε να γίνει μία από τις χαρακτηριστικές στιγμές της φιλμογραφίας της.
Συνολικά, από το 1960 μέχρι το 1972 συμμετείχε σε 23 ταινίες, αρκετές από τις οποίες της έδωσαν πρωταγωνιστικούς ρόλους. Παράλληλα, η παρουσία της στον κινηματογράφο διασταυρώθηκε επανειλημμένα με εκείνη του Γιώργου Πάντζα, με τον οποίο αποτέλεσαν κινηματογραφικό ζευγάρι σε πέντε ταινίες.
Μια πρωταγωνίστρια που διάλεξε να φύγει
Κι ενώ η καριέρα της βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη, η Ελένη Προκοπίου αποφάσισε να απομακρυνθεί από τα καλλιτεχνικά δρώμενα. Στις αρχές της δεκαετίας του ’70 παντρεύτηκε τον επιχειρηματία Αντώνη Συρίγο, τον οποίο είχε γνωρίσει στα γυρίσματα ταινιών, και απέκτησε μαζί του μία κόρη, την Ειρήνη.
Η τελευταία κινηματογραφική της εμφάνιση ήταν στο «Κοροϊδάκι της Πριγκιπέσσας» το 1972. Μετά από αυτήν, αποχώρησε οριστικά από τον κινηματογράφο και αφοσιώθηκε στην οικογένειά της, επιλέγοντας μια ζωή μακριά από τη δημοσιότητα. Η θεατρική της διαδρομή είχε επίσης ολοκληρωθεί λίγο νωρίτερα, με την παράσταση «Το Κοροϊδάκι της Πριγκιπέσσας» στο θέατρο Μετροπόλιταν, το καλοκαίρι του 1971.
Η απόσταση από τα φώτα έκανε την επιστροφή της μέσα από τις παλιές ταινίες ακόμη πιο ιδιαίτερη. Ενώ η εικόνα της παρέμενε ζωντανή μέσα από τις τηλεοπτικές επαναλήψεις και τις προβολές του παλιού ελληνικού κινηματογράφου, η ίδια είχε επιλέξει να αφήσει πίσω της τη δημοσιότητα.
Η Ελένη Προκοπίου ανήκε σε μια γενιά καλλιτεχνών για τους οποίους ο κινηματογράφος, το θέατρο, το τραγούδι και ο χορός αποτελούσαν κομμάτια της ίδιας σκηνικής γλώσσας. Σε μια εποχή που το ελληνικό σινεμά αναζητούσε τις δικές του σταρ, εκείνη ξεχώρισε όχι μόνο για την παρουσία της στην οθόνη, αλλά και για την κίνηση, το ταμπεραμέντο και τη φυσική της σχέση με τον χορό.
Και παρότι η κινηματογραφική της διαδρομή κράτησε μόλις δώδεκα χρόνια, οι 23 ταινίες της αρκούν για να διατηρήσουν ζωντανή την εικόνα μιας πρωταγωνίστριας που, σε αντίθεση με πολλούς από τους συναδέλφους της, επέλεξε να φύγει από το προσκήνιο ενώ αυτό παρέμενε ακόμη ανοιχτό μπροστά της.
