Φεστιβάλ / Βραβεία

Βενετία 2026 | «Woman Unknown»: Ή γιατί η μοναδική γυναίκα στο Διαγωνιστικό αξίζει το Βραβείο Σκηνοθεσίας

of 10

Δεν είναι μία φορσέ φεμινιστική ματιά. Δεν είναι δωρεάν καταγγελτικό σινεμά. Είναι μία προσεκτική, τολμηρή μελέτη της συνενοχής - μέσα από το πορτρέτο μίας γυναίκας, αλλά και τις αμφιλεγόμενες πολιτικές μιας χώρας.

Βενετία 2026 | «Woman Unknown»: Ή γιατί η μοναδική γυναίκα στο Διαγωνιστικό αξίζει το Βραβείο Σκηνοθεσίας

Κοπεγχάγη, 1945. Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος τελείωσε κι ο κόσμος πανηγυρίζει. Κι εκδικείται - όσοι υπήρξαν συνεργάτες των Ναζί βρίσκουν τις πόρτες των σπιτιών και των γραφείων τους βαμμένες με κόκκινες σβάστικες. Ή τα κορμιά τους. Οι “feltmadrassers” («κρεβατωμένες»), οι γυναίκες που υπήρξαν ερωμένες Γερμανών Στρατιωτών έχουν πολύ χειρότερη τύχη. Αντρες της Αντίστασης της περιφέρουν εξευτελιστικά στους δρόμους με τα εσώρουχα τους, τις κουρεύουν βάρβαρα τούφα τούφα μπροστά στο αγριεμένος πλήθος, τις ξεγυμνώνουν και βάφουν το πορφυρό σύμβολο στα στήθη τους.

Η Μαρί φορά συχνά το πορφυρό ζακετάκι της, πάνω από τη στολή της καμαριέρας, όταν κρυώνει. Εργάζεται εδώ και χρόνια - από τότε που πέθανε η γυναίκα του από καρκίνο- στο σπίτι του πλούσιου εργοστασιάρχη Κρίστιαν. Εκτός από δουλειές του σπιτιού, είναι και η τρυφερή νταντά της μικρής του κόρης. Για αυτό κι ο Κρίστιαν σκοπεύει να την παντρευτεί - έχει μάλιστα παραγγείλει να μεταποιήσουν το μεταξωτό νυφικό της πρώην γυναίκας του πάνω στο κορμί της Μαρί. «Ξέρεις πόσο σημαντικό για μένα είναι αυτό το φόρεμα» της λέει με αυστηρό χαμόγελο.

Η Μαρί ξέρει - το νυφικό κρέμεται στην ανοιχτή ντουλάπα του δωματίου τους, κάθε φορά που κάνουν σεξ. Σαν να της θυμίζει ότι το σώμα της είναι δανεικό δοχείο ενός φαντάσματος. Μίας αριστοκρατικής κυρίας με την οποία δεν μπορεί να αναμετρηθεί - το σνομπ ύφος του ράφτη της επιβεβαιώνει ότι η κοινωνική μεζούρα την κρίνει απαξιωτικά.
Φαντάσου να γνώριζαν και το καλά κρυμμένο μυστικό της. Τότε πορφυρό δε θα ήταν μόνο το ζακετάκι της.

Το 83ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας διεξάγεται φέτος από τις 2 μέχρι τις 12 Σεπτεμβρίου. Το Flix βρίσκεται εκεί για να σας μεταφέρει, ζωντανά, όλα όσα συμβαίνουν μέσα και έξω από τις αίθουσες. Συντονιστείτε στο ειδικό stream του Flix που ανανεώνεται συνεχώς.

woman unknown

Η ιδέα ότι το σώμα μίας γυναίκας είναι αναλώσιμο, διαχειρίσιμο, διαθέσιμο σαν νόμισμα συναλλαγής (με αντάλλαγμα την ασφάλεια - είτε απέναντι στον εχθρό σε καιρό πολέμου, είτε ως μέσο ανέλιξης από τη φτώχεια) κυριαρχεί στην τρίτη ταινία της Δανοαιγύπτιας σκηνοθέτριας Μάι ελ-Τούχι (7 χρόνια μετά το «Queen of Hearts»). Συνυπογράφοντας το σενάριο με την Μάρεν Λουίζ Κένε, η μόνη σκηνοθέτης στο φετινό διαγωνιστικό τμήμα της Βενετίας ανοίγει έναν τολμηρό, αγκαθώδη διάλογο για το που σταματά η αυτοδιάθεση και που ξεκινά η προδοσία.

Κι αν κρίνονται όλοι με την ίδια αδέκαστη δριμύτητα: ο Κρίστιαν που έκανε επιχειρηματικές συνεργασίες με τη Γερμανία κατά τη διάρκεια της Κατοχής, δε βρέθηκε γυμνός στις πλατείες σημαδεμένος με αιματοβαμμένες σβάστικες. Μήπως τελικά η vigilante μεταπολεμική αποτίμηση των Αντιστασιακών να μην ήταν τόσο άσπρο-μαύρο αμερόληπτη; Μήπως περιορίστηκε «στις πουτάνες των Ναζί», ή ανθρώπους που βρίσκονται χαμηλότερα από τον Κρίστιαν στην κοινωνική ιεραρχία; Μήπως η ελ-Τούχι δεν συνθέτει μόνο την ψυχογραφία ενός χαρακτήρα, αλλά κι ένα καυστικό σχόλιο της εθνικής της ιστορίας; Μήπως εξετάζει τις αμφιλεγόμενες πολιτικές της δανικής κυβέρνησης κατά τη διάρκεια του πολέμου, που οι επόμενες γενιές ονομάζουν «συνενοχή»;

Η ελ-Τούχι είναι προσεκτική. Δεν εξιλεώνει την ηρωίδα της: η Μαρία δεν είναι αθώα (αντιθέτως, θα κάνει τα πάντα για να ζήσει καλύτερα). Η ερωτική της ανταλλαγή με τον Κρίστιαν μοιάζει με μία πιο κυνική ανάγνωση της Σταχτοπούτας. Ούτε έπεσε θύμα βιασμού, δεν κακοποιήθηκε, δεν κουβαλά κάποιο κλισέ τραύμα από τους Ναζί - μάλιστα σε μία σκηνή μοιάζει να λειτουργεί «αντρικά» όταν σ’ ένα μεθυσμένο παραλήρημα την πέφτει άγρια στο συνοδό της. Αυτό όμως είναι το θέμα: πόσο έχουμε συνηθίσει/αποδεχθεί αυτή να είναι μία «αντρική» συμπεριφορά εξουσίας;

woman unknown

Η σκηνοθέτης δεν προσφέρει εύκολες απαντήσεις. Κρατά την ένταση σε χαμηλή αλλά σταθερά αυξανόμενη θερμοκρασία, σφίγγοντας σταδιακά τον κλοιό γύρω από τη Μαρί. Αρχικά, η κάμερα είναι σε απόσταση και η ελ-Τούχι στήνει λοξά κάδρα αποξένωσης (παράθυρα, πόρτες, καθρέφτες) μέσα στα ζεστά, βαριά μαόνια της σκηνογραφίας για να τονίσει ότι η ηρωίδα της είναι ένα ξένο σώμα που προσπαθεί με αγωνία να αφομοιωθεί σε ένα περιβάλλον που ξεκάθαρα δεν ανήκει. Οσο το θρίλερ της αποκάλυψης προχωρά όμως, ο DP Τζάσπερ Σπάνινγκ μοιάζει να παραδίδει ένα masterclass στην ένταση: στατικά, σκοτεινά κάδρα παραχωρούν σταδιακά τη θέση τους σε ηλεκτρισμένα σφιχτά κοντινά στον πανικό της Μαρί. 



Κι αυτό τον πανικό ξέρει ακριβώς πώς να τον χειριστεί η αριστουργηματική Ματίλντ Αρσέλ - με μία νευρώδη, αξιοθαύμαστα συγκρατημένη ερμηνεία. Τα ανήσυχα μάτια της σαρώνουν διαρκώς τον χώρο γύρω της, σαν ένα μικρό ζώο που διαισθάνεται πως κάπου κοντά παραμονεύει ο θηρευτής. Κι όσα στερείται σε επεξηγηματικό διάλογο, τα προδίδει με την εκφραστικότητα της (το πρόσωπο της προδίδει τις ταχύτητες με τις οποίες τρέχει το μυαλό της - σαν να παίζει συνεχώς σκάκι) και το σώμα της (στους δημόσιους χώρους κινείται αμυνόμενο γρήγορα και νευρικά, μέσα στο σπίτι πειθαρχεί στον καθωσπρεπισμό του αφέντη).

Η Αρσέλ θα ήταν πανάξια για το βραβείο ερμηνείας, αλλά η ταινία αξίζει πολλά περισσότερα. Με τον δύσκολο, απαιτητικό χειρισμό της συνενοχής ως πεδίου διερεύνησης της έμφυλης ταυτότητας, η ελ-Τούχι αξίζει να αποχωρήσει (πανάξια, αλλά και συμβολικά) με το Βραβείο Σκηνοθεσίας.






Το 83ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας διεξάγεται φέτος από τις 2 μέχρι τις 12 Σεπτεμβρίου. Το Flix βρίσκεται εκεί για να σας μεταφέρει, ζωντανά, όλα όσα συμβαίνουν μέσα και έξω από τις αίθουσες. Συντονιστείτε στο ειδικό stream του Flix που ανανεώνεται συνεχώς.