Πριν γίνει ο άνθρωπος πίσω από μια παγκόσμια αυτοκρατορία media, ο Ρούπερτ Μέρντοχ ήταν ένας νεαρός Αυστραλός εκδότης που έφτασε στη Βρετανία και, το 1969, αγόρασε την παραπαίουσα ταμπλόιντ εφημερίδα «The Sun». Εκεί βρίσκεται η αφετηρία του «Ink», της νέας ταινίας του Ντάνι Μπόιλ που ανοίγει το 83ο Φεστιβάλ Βενετίας, μεταφέροντας στο σινεμά το ομώνυμο θεατρικό έργο του Τζέιμς Γκρέιαμ.
Με τον Γκάι Πιρς στον ρόλο του Μέρντοχ, τον Τζακ Ο’Κόνελ ως Λάρι Λαμπ, τον άνθρωπο που ανέλαβε την αρχισυνταξία της «The Sun», και την Κλερ Φόι ως Τζουλς Ντέιβις, έναν σύνθετο χαρακτήρα βασισμένο σε γυναίκες στελέχη που εργάστηκαν στην εφημερίδα, ο Μπόιλ επιστρέφει στις απαρχές ενός μοντέλου δημοσιογραφίας που θα άλλαζε όχι μόνο τον βρετανικό Τύπο αλλά και, τελικά, τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν τα media σε ολόκληρο τον κόσμο.
Και μπορεί το όνομα του Μέρντοχ να είναι αυτό που δεσπόζει στην αφίσα, όμως ο ίδιος ο Μπόιλ υποστηρίζει πως η πραγματική του είσοδος στην ιστορία ήταν ο Λάρι Λαμπ.
«Η λάμψη της φιγούρας του Μέρντοχ είναι τεράστια, αλλά για μένα η ταινία αφορά τον Λάρι Λαμπ», εξήγησε στη συνέντευξη Τύπου στη Βενετία. Η κινηματογραφική μεταφορά, άλλωστε, του έδωσε τη δυνατότητα να απομακρυνθεί από τη θεατρική εκδοχή και να δημιουργήσει ένα διαφορετικό κινηματογραφικό σύμπαν, με μια ιστορία που προσφέρει «μια αρκετά συναρπαστική παλέτα για έναν σκηνοθέτη».
Ο Λαμπ είναι εκείνος που θα μετατρέψει τη «The Sun» σε ένα νέο είδος ταμπλόιντ, συνδυάζοντας επιθετική πολιτική αρθρογραφία, λαϊκισμό και έναν ολοένα πιο προκλητικό τρόπο παρουσίασης της επικαιρότητας. Οι μέθοδοι που θα δοκιμαστούν τότε στη βρετανική εφημερίδα θα αποτελέσουν, χρόνια αργότερα, μέρος της ευρύτερης αυτοκρατορίας του Μέρντοχ, από τη «New York Post» μέχρι το Fox News.
Ο Μέρντοχ δεν είναι ο «κακός» της ιστορίας
Ο Μπόιλ, ωστόσο, δεν θέλησε να δημιουργήσει μια εύκολη βιογραφία ενός ανθρώπου που σήμερα αποτελεί συνώνυμο της ισχύος των media. Αντίθετα, ήταν σημαντικό για τον ίδιο να μην παρουσιάσει τον Μέρντοχ ως ένα μονοδιάστατο τέρας.
«Δεν θέλαμε να τερατοποιήσουμε τον Ρούπερτ Μέρντοχ», είπε, εξηγώντας ότι όταν εμφανίστηκε στη βρετανική κοινωνία της δεκαετίας του ’60 αντιπροσώπευε, με έναν τρόπο, «μια ανάσα φρέσκου αέρα» απέναντι σε μια εξαιρετικά άκαμπτη κοινωνική και εκδοτική τάξη.
Η ιστορία ξεκινά, επομένως, σχεδόν σαν κάτι απελευθερωτικό: μια νέα φωνή αμφισβητεί ένα παλιό σύστημα. Αυτό ακριβώς είναι που ενδιαφέρει τον Μπόιλ. Γιατί η δύναμη μιας τέτοιας αλλαγής δεν είναι απαραίτητα καλή ή κακή από την πρώτη στιγμή — εξαρτάται από το τι θα γίνει με αυτήν.
«Ηταν σημαντικό για εμάς το κοινό να αισθανθεί συνένοχο», σημείωσε ο σκηνοθέτης. Και αυτή η «συνενοχή» φαίνεται να αποτελεί μία από τις βασικές ιδέες του «Ink»: η ταινία δεν θέλει απλώς να δείξει πώς κατασκευάζεται μια εφημερίδα, αλλά να αναρωτηθεί γιατί το κοινό αγκαλιάζει ένα τέτοιο είδος ενημέρωσης και πώς η επιθυμία για κάτι πιο διασκεδαστικό, πιο άμεσο και πιο προκλητικό μπορεί να μετατραπεί σε πραγματική πολιτική δύναμη.
Η σκοτεινή πλευρά της ιστορίας, σύμφωνα με τον Μπόιλ, είναι μάλιστα πολύ πιο έντονη στην κινηματογραφική εκδοχή. Στο θεατρικό έργο μεγάλο μέρος της βίας και της σκοτεινότητας παραμένει εκτός σκηνής. Στο σινεμά, όμως, ο σκηνοθέτης γνώριζε ότι θα έπρεπε να τη δείξει.
Και εκεί έρχεται ο Τζακ Ο’Κόνελ.
«Χρειάζεσαι έναν ηθοποιό που μπορεί να σε πάει εκεί», είπε ο Μπόιλ, συγκρίνοντας την ικανότητα του Ο’Κόνελ να οδηγεί τον θεατή σε πιο σκοτεινά σημεία με εκείνη του Αλ Πατσίνο στον «Νονό 2». Μια σύγκριση που έκανε τον Ο’Κόνελ να αντιδράσει εμφανώς αμήχανα, με τον Μπόιλ να σπεύδει να προσθέσει γελώντας: «Θα με μισήσει που το λέω αυτό».
«Ο μπαμπάς είναι πολύ χαρούμενος»
Μέσα σε όλα αυτά, υπάρχει φυσικά και η πιο παράδοξη λεπτομέρεια της συνέντευξης Τύπου: ο ίδιος ο Ρούπερτ Μέρντοχ φαίνεται να είναι απολύτως ικανοποιημένος με το casting.
Ο Γκάι Πιρς αποκάλυψε ότι δεν έχει επικοινωνήσει προσωπικά με τον Μέρντοχ, αλλά είχε ανταλλάξει μηνύματα με την κόρη του, Ελίζαμπεθ. «Μου είπε: “Ο μπαμπάς είναι πολύ χαρούμενος που σε υποδύεσαι”», αποκάλυψε ο ηθοποιός. Υπάρχει, ωστόσο, μια μικρή λεπτομέρεια: ο Μέρντοχ δεν είχε ακόμη δει την ταινία.
Ο Τζέιμς Γκρέιαμ, ο οποίος έγραψε τόσο το θεατρικό όσο και το σενάριο της ταινίας, έχει πάντως ήδη συναντήσει τον Μέρντοχ. Ο μεγιστάνας είχε παρακολουθήσει το θεατρικό δύο φορές, τόσο στο West End όσο και στο Broadway, χωρίς να αποκαλύψει ιδιαίτερα τις σκέψεις του για την ιστορία.
«Ηταν πολύ καλός στο να μη δίνει τίποτα μακριά», θυμήθηκε ο Γκρέιαμ, προσθέτοντας πως θυμάται τον Μέρντοχ να απολαμβάνει ιδιαίτερα μια σκηνή με το τυπογραφείο, όπου η ταινία και το έργο αποτυπώνουν «τη βρωμιά, τον ατμό και τη λάσπη» που συνόδευαν κάποτε την καθημερινή παραγωγή μιας εφημερίδας.
Μια ταινία για το σήμερα
Παρότι το «Ink» τοποθετείται χρονικά στα τέλη της δεκαετίας του ’60, ο Μπόιλ δεν ενδιαφέρθηκε να κάνει απλώς μια ταινία εποχής. Αντίθετα, βλέπει στην ιστορία της «The Sun» τις απαρχές πολλών από τις τάσεις που συνεχίζουν να καθορίζουν τα σύγχρονα media.
Και αυτό κάνει την ταινία ιδιαίτερα επίκαιρη: η ιστορία ενός ανθρώπου που κάποτε εμφανίστηκε ως ανατρεπτική, φρέσκια φωνή και στη συνέχεια εξελίχθηκε σε μία από τις ισχυρότερες δυνάμεις των παγκόσμιων media λειτουργεί ταυτόχρονα ως ιστορία προέλευσης και ως προειδοποίηση.
Για τον Μπόιλ, η πρόκληση ήταν ακόμη μεγαλύτερη επειδή το «Ink» δεν είναι μια ταινία με τεράστιο budget ή αυτονόητη εμπορική απήχηση. «Κάνεις μια ταινία σαν κι αυτή με όχι πολλά χρήματα», είπε, εξηγώντας πως υπήρχαν στιγμές που η σκέψη ήταν ότι ίσως κανείς δεν θα την παρακολουθήσει. Ακόμη και ο τίτλος μπορούσε να οδηγήσει σε λάθος συμπεράσματα: «Λες στους ανθρώπους ότι κάνεις μια ταινία που λέγεται “Ink” και νομίζουν ότι θα είναι για τατουάζ».
Η πρεμιέρα στη Βενετία, επομένως, αποκτά για τον ίδιο ιδιαίτερη σημασία. «Είναι απόλυτη τιμή», είπε, αναφερόμενος στην επιλογή της ταινίας ως εναρκτήριας της φετινής διοργάνωσης, υπογραμμίζοντας την τεράστια ώθηση που μπορεί να δώσει ένα μεγάλο φεστιβάλ σε μια ταινία που διαφορετικά θα ξεκινούσε την πορεία της με πολύ πιο αβέβαιους όρους.
Ο Ντάνι Μπόιλ, άλλωστε, επιστρέφει στη Βενετία σε μια διαφορετική φάση της καριέρας του, μετά το «28 Years Later», έχοντας πίσω του ταινίες όπως το «Trainspotting», το «127 Hours», το «Steve Jobs» και το «Slumdog Millionaire», που του χάρισε το Οσκαρ σκηνοθεσίας.
Το «Ink» όμως τον οδηγεί πίσω σε μια άλλη μορφή κινηματογραφικής αφήγησης: εκείνη που δεν ενδιαφέρεται μόνο για το ποιος κατέχει τη δύναμη, αλλά για το πώς αυτή αποκτάται. Γιατί, τελικά, η ιστορία του Μέρντοχ και της «The Sun» δεν αφορά μόνο έναν μεγιστάνα και μια εφημερίδα. Αφορά τη στιγμή που η ενημέρωση κατάλαβε ότι μπορεί να γίνει θέαμα και το κοινό ότι θέλει να παρακολουθεί.
Το 83ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας διεξάγεται φέτος από τις 2 μέχρι τις 12 Σεπτεμβρίου. Το Flix βρίσκεται εκεί για να σας μεταφέρει, ζωντανά, όλα όσα συμβαίνουν μέσα και έξω από τις αίθουσες. Συντονιστείτε στο ειδικό stream του Flix που ανανεώνεται συνεχώς.
