Με συνεργασίες που ενώνουν τον Ρόμπερτ Σιόντμακ με τον Μπίλι Γουάιλντερ και τον Ντίνο Ρίζι με τον Τζον Φρανκενχάιμερ και τον Φόλκερ Σλέντορφ, δεν είναι υπερβολή να χαρακτηρίσει κανείς τον Μάριο Αντορφ ως έναν ζωντανό θρύλο.
Περισσότερο και από τη διάρκεια της καριέρας του που ξεκίνησε στα 50s και δεν σταμάτησε έξι δεκαετίες μετά, τοποθετώντας τον σε μια ελίτ των μακροβιότερων «σταρ» που γνώρισε ποτέ το ευρωπαϊκό σινεμά.
Σε μια μυθιστορηματική αυλαία που θα διατηρούσε τη δραματικότητα της μέχρι και το τέλος της ζωής του, ο Μάριο Αντορφ γεννήθηκε στις 8 Σεπτεμβρίου 1930 στη Ζυρίχη της Ελβετίας. Ηταν νόθος γιος ενός Ιταλού από την Καλαβρία. Μητέρα του ήταν η Αλίτσε Αντορφ, βοηθός πυρηνική φυσικός από το Αϊφελ της Γερμανίας. Ο νεαρός Μάριο μεγάλωσε κοντά στην μητέρα του, πήγε σχολείο και σπούδασε Φιλοσοφία, ψυχολογία, εγκληματολογία, φιλολογία, μουσική και θέατρο. Μετακόμισε στη Ζυρίχη για να συνεχίσει τις σπουδές του. Δούλεψε το θέατρο ως κομπάρσος, και τελικά εγκατέλειψε τις σπουδές για να προσηλωθεί στο θέατρο.
Το Βράδυ που Ηρθε ο Διάβολος, Ρόμπερτ Σιόντμακ, 1954
Αρχισε να δουλεύει ως ηθοποιός το 1954, παίζοντας ένα μικρό ρόλο στο «Ο Φαντάρος 08/15», πρώτο μέρος μιας γερμανικής αντιπολεμικής τριλογίας που τον οδήγησε στο να κερδίσει το ρόλο ενός serial killer στο φιλμ του Ρόμπερτ Σιόντμακ «Το Βράδυ που ήρθε ο Διάβολος» και μαζί το βραβείο της Γερμανικής Ακαδημίας για νεαρό ηθοποιό το 1958. Για όλη τη δεκαετία του '60 - λόγω του ιδιαίτερα μεσογειακού παρουσιαστικού του - μεσουράνησε, ως κακός, σε ευρωπαϊκά γουέστερν, πριν επιστρέψει στα 70s για να αρχίσει να μετράει δύσκολους ρόλους και συνεργασίες που θα τον τοποθετούσαν στην αφρόκρεμα του ευρωπαϊκού σινεμά.
Φεύγοντας από την Ιταλία όπου είχε μετακομίσει, θα επέστρεφε στη Γερμανία για να συνεργαστεί με τον Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ στη «Λολα» και τον Φόλκερ Σλέντορφ στη «Χαμένη Τιμή της Καταρίνα Μπλουμ», αλλά και στο «Ταμπούρλο» που θα κέρδιζε το Χρυσό Φοίνικα και το Οσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας εκτινάσσοντας και την καριέρα του Αντορφ που θα συνεργαζόταν μέχρι και με τον Σαμ Πέκινπα στο «Major Dundee» σε ένα ρόλο που κόπηκε τελείως στο μοντάζ, αλλά και παραλίγο στην «Αγρια Συμμορία» σε ένα ρόλο που ο Αντορφ αρνήθηκε (και αργότερα μετάνιωσε γι' αυτό) λόγω της υπερβολικής βίας που τον φόβισε.
Anyone Can Play, Λουίτζι Ζάμπα, 1967
Λόλα, Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ, 1981
Το Ταμπούρλο, Φόλκερ Σλέντορφ, 1979
Λίγα χρόνια πριν την επιτυχία που είχε το «Ταμπούρλο», το 1976, ο Μάριο Αντορφ θα πρωταγωνιστούσε στην πρωτη ταινία του Νίκου Περάκη, το γερμανικό «Bomber &. Paganiniι», στο ρόλο του τυφλού Μπόμπα, ενός από τα δύο μέρη ενός διδύμου αξιολάτρευτων μικροκακοποιών που προσπαθούν να πετύχουν το τέλειο κόλπο.
Με τον Νίκο Περάκη στα γυρίσματα της ταινίας
Ο Μάριο Αντορφ με τον Τίλο Προύκνερ στα γυρίσματα του «Bomber & Paganini»
Ενεργός μέχρι και τα τελευταία χρόνια, στην ένατη δεκαετία της ζωής του, ο Αντορφ έπαιζε στην τηλεόραση, έχοντας διανύσει σχεδόν μισό αιώνα κινηματογραφικής και θεατρικής καριέρας. Αλλά και από το ρόλο του συγγραφέα (έγραψε πέντε μυθιστορήματα και μια αυτοβιογραφία), πριν αποχαιρετήσει τον κόσμο στις 8 Απριλίου 2026, σε ηλικία 95 ετών στο σπίτι του στο Παρίσι.
«Υπήρξα τυχερός. Η καριέρα μου ήταν άνετη με αυτήν την έννοια. Δεν χρειάστηκε να παλέψω για την αναγνώριση», θα δήλωνε πλέον συνειδητοποιημένος, έχοντας μετανίωσει για τους ρόλους που απέρριψε (έναν στο «Νονό» του Φράνσις Φορντ Κόπολα και έναν στο «One, Two, Three» του Μπίλι Γουάιλντερ, με τον οποιό ωστόσο συνεργάστηκε στο «Fedora»), αλλά και περήφανος που δεν χρειάστηκε ποτέ να θυσιάσει τίποτα από τη ζωή του όπως επέλεξε να τη ζήσει, από την αρχή μέχρι το τέλος.
Δείτε εδώ μερικές σκηνές από το «Bomber & Paganini»:
