«Οταν οι φτωχοί δίνουν στους πλούσιους, ο διάβολος γελάει».
Με αυτή τη φράση να λειτουργεί σαν ειρωνικό μότο, το «Θα σε Σκοτώσουν» ανοίγει την αυλαία του με μια υπόσχεση σχεδόν σαρκαστική, σαν να προαναγγέλλει όχι μόνο το αιματοκύλισμα που θα ακολουθήσει, αλλά και το κοινωνικό σχόλιο που φιλοδοξεί να ενσωματώσει.
Και όμως, πίσω από αυτή την ενδιαφέρουσα εκκίνηση, κρύβεται μια δημιουργική πρόθεση που μοιάζει να παλεύει με τον ίδιο της τον εαυτό. καθώς δείχνει να έχει περισσότερο μια ηδονιστικά απολαυστική σχέση με το gore, παρά την ιστορία που θέλει να πει.
Η πλοκή δεν χρειάζεται τίποτα παραπάνω από δυο σειρές για δώσει στην ταινία εκείνο το έναυσμα που χρειάζεται για να ξεκινήσει η αιματοχυσία, και τίποτα παραπάνω. Mια νεαρή γυναίκα πρέπει να επιβιώσει τη νύχτα στο Βέρτζιλ, τη μυστηριώδη και διεστραμμένη φωλιά θανάτου μιας δαιμονικής αίρεσης, προτού γίνει η επόμενη προσφορά τους.
Ο Κίριλ Σοκόλοφ, ένας δημιουργός που έγινε γνωστός για την εκρηκτική, υπερβολική και βαθιά στιλιζαρισμένη προσέγγισή του στη βία με το, καλτ πλέον ντεμπούτο του «Why Don't You Just Die!», επιστρέφει με μια αγγλόφωνη παραγωγή που επιχειρεί να μεταφέρει το προσωπικό του στίγμα σε πιο ευρύ κοινό. Οι επιρροές του είναι εμφανείς και εδώ. Το grindhouse σινεμά, οι exploitation ταινίες της δεκαετίας του εβδομήντα και μια σχεδόν φετιχιστική αγάπη για το gore διαπερνούν κάθε σκηνή, από το στήσιμο μέχρι το μοντάζ.
Σκηνοθετικά, ο Σοκόλοφ αποδεικνύει ξανά ότι διαθέτει ένστικτο για ρυθμό και εικόνα. Η κάμερα κινείται με αυτοπεποίθηση, οι σκηνές βίας στήνονται με ακρίβεια και η υπερβολή δεν είναι ατύχημα αλλά συνειδητή επιλογή. Υπάρχουν στιγμές που το φιλμ μοιάζει να αγκαλιάζει πλήρως τη λογική του exploitation σινεμά, προσφέροντας ωμές, σχεδόν κωμικές εκρήξεις αίματος που λειτουργούν περισσότερο ως αισθητική δήλωση παρά ως αφηγηματική ανάγκη. Ωστόσο, αυτή η εμμονή στην υπερβολή καταλήγει να λειτουργεί εις βάρος της συνοχής. Οσο εντυπωσιακές κι αν είναι οι μεμονωμένες σκηνές, η ταινία δεν αποκτά ποτέ το βάρος που θα τις στήριζε ουσιαστικά.
Σεναριακά επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα στο τρόμο, τη μαύρη κωμωδία και μια υπόγεια κοινωνική αλληγορία γύρω από την εξουσία και την εκμετάλλευση. Η ιδέα μιας κλειστής κοινότητας που κρύβει κάτι σατανικό έχει δυναμική, όμως η ανάπτυξη παραμένει επιφανειακή, καθώε οι θεματικές υποψίες υπάρχουν, αλλά δεν εμβαθύνονται, αφήνοντας την αίσθηση ότι η ταινία αρκείται στο να τις υπαινιχθεί αντί να τις εξερευνήσει.
Οι ερμηνείες κινούνται σε παρόμοιο μήκος κύματος. Το καστ δείχνει διάθεση και ενέργεια, με μια Ζάζι Μπιτς η οποία προβάρει τη δική της εκδοχή της Νύφης από το «Kill Bill» του Ταραντίνο, προσαρμόζαντάς το στο ιδιαίτερο ύφος της ταινίας, αλλά γενικά οι χαρακτήρες δεν ξεφεύγουν ποτέ από τη λειτουργική τους διάσταση, καθώς παραμένουν περισσότερο ως φορείς της δράσης παρά ως πλήρως ανεπτυγμένες προσωπικότητες, κάτι που περιορίζει τη συναισθηματική εμπλοκή.
Το «Θα σε Σκοτώσουν» μοιάζει με μια ταινία που ξέρει πολύ καλά τι θέλει να δείξει, αλλά όχι ακριβώς τι θέλει να πει. Είναι ένα έργο που σε κερδίζει στιγμιαία με την ενέργεια και το στιλ του, μόνο και μόνο για να σε αφήσει με την αίσθηση ότι κάτι ουσιαστικό έμεινε ανεκπλήρωτο. Είναι σίγουρα μια άλλη καλτ επιτυχία για τον Σοκόλοφ, η οποία θα παίζεται σε διάφορες μεταμεσονύχτιες προβολές στο μέλλον, αλλά, ω, τι ειρωνεία, σε έναν κόσμο όπου ο διάβολος γελάει τελευταίος, η υπερβολή της δεν αρκεί για να καλύψει το κενό της ουσίας.

