H αφετηρία του νέου ντοκιμαντέρ του Ραούλ Πεκ μοιάζει λογική.

Μια ευθεία γραμμή που θα ξεκινήσει από το βιογραφικό σημείωμα του Τζορτζ Οργουελ, τη φιλοσοφία του πως η τέχνη είναι πρωτίστως πολιτική πράξη και διασχίζοντας το χρόνο με μοναδικό όχημα τα δικά του λόγια (μέσα από τα ημερολόγια, τις επιστολές και τα βιβλία του) φτάνει μέχρι τον πόλεμο στην Ουκρανία, τον Πούτιν, τον Ορμπαν, τη Γάζα και τις επιχειρήσεις εθνικής κάθαρσης και τις πολλαπλές «ειρηνευτικές επεμβάσεις» από τους ισχυρούς του πλανήτη μέχρι την τεχνητή νοημοσύνη και τα fake news.

Είναι άλλωστε η ίδια η φύση του συγγραφέα του «1984» και της «Φάρμας των Ζώων» που επιβάλλει μια (όχι και τόσο) αυθαίρετη σύνδεση όσων ο Οργουελ θα προοικονομούσε με το έργο του και, διαχρονικά και αδιάλειπτα, συνεχίζουν να ζωντανεύουν εκτός οθόνης και σίγουρα εκτός επιστημονικής φαντασίας σε μια πραγματικότητα πιο τρομακτική και από την πιο αχαλίνωτη φαντασία.

Αυτό που είναι τελείως «παράλογο» και υπενθυμίζει εδώ τη σπουδαιότητα του Ραούλ Πεκ ως «στρατευμένου» ντοκιμαντερίστα είναι το χαρακτηριστικό του στιλ που και εδώ επιβάλλεται πάνω στην αφήγηση για να γίνει και το ίδιο μια ακόμη στρώση «ανακάλυψης της αλήθειας» - σαν αυτή που ο Οργουελ χαρακτηριστικά θεωρούσε ότι είναι ένας από τους λόγους κάποιος να γράψει ένα βιβλίο ή να δημιουργήσει κάτι.

Σε μια νοητή συνέχεια της δομής και της σύνθεσης του αριστουργηματικού «I Am Not Your Negro», το ντοκιμαντέρ του για τον Στίβεν Μπόλντγουιν, ο Ραουλ Πεκ χρησιμοποιεί εδώ αρχειακό υλικό, κινηματογραφικές ταινίες (τις σχετικές με τον Οργουελ αλλά και άλλες), ντοκιμαντέρ, επίκαιρα, σκηνές που έχουν γυριστεί αποκλειστικά για το ντοκιμαντέρ, εικόνες φτιαγμένες με τεχνητή νοημοσύνη (!) και κάθε άλλη πιθανή οπτική πηγή σε ένα παλίμψηστο που έρχεται να εικονογραφήσει τους μονολόγους του Τζορτζ Οργουελ, έτσι όπως τους αφηγείται ο Ντέιμιαν Λιούις. Και παρά το μάλλον αδύνατον της αρχικής φιλοδοξίας, μπλέκει την ιστορία ζωής του Τζορτζ Όργουελ, από τη γέννηση του στην Ινδία μέχρι τη μάχη του με την φυματίωση σε ένα κύκλο ζωής που εκτείνεται σε μια εικόνα ενός κόσμου που ζει, υπομένει, ανέχεται, δημιουργεί την ίδια τη δυστοπία μέσα στην οποία γεννήθηκε.

Καθώς τα επίπεδα της εικονογράφησης πληθαίνουν, ο Πεκ «τοποθετεί» λόγια του Οργουελ γραμμένα με άλλες αναφορές πάνω σε άλλες εικόνες. Αναπτύσσει τους ελεύθερους συνειρμούς του με θάρρος - ενώνοντας το βομβαρδισμένο Βερολίνο με το Κιέβο και τη διάσημη εισβολή στο Κογκρέσο με τη σφαγή των Ροχίνγκια στην Μιανμάρ, σε ένα επίμονο, επαναληπτικό σε κάθε περίπτωση και σχετικά προφανές πορτρέτο των απολυταρχικών καθεστώτων και της χειραγώγησης που οδηγεί σε αυτά που, όπως αναφέρει ως σημαντική υπενθύμιση δεν βρίσκονται μόνο σε συνθήκες απολυταρχίας.

Ψύχραιμος, αλλά και εφευρετικός, με μια ώριμη μελαγχολία ειδικά στα κομμάτια της ιστορίας του Oργουελ που είναι και τα πιο ενδιαφέροντα, ο Πεκ δεν λέει κάτι καινούριο. Και το ξέρει. Κάνει όμως μια σπουδή πάνω στη στράτευση που ειδικά επειδή προέρχεται από αυτόν αποκτά ιδιαίτερο νόημα, καθώς η ευθεία γραμμή της αφήγησης αλλάζει διαρκώς για να κατευθυνθεί σε αυτό που αναφέρει ο τίτλος του ντοκιμαντέρ. Η διάσημη σκηνή από το «1984» όπου εν είδει βασανιστηρίου ο βασανιστής προσπαθεί να πείσει τον βασανισμένο ότι 2 + 2 δεν κάνουν πάντα 4, είναι η αρχή, η μέση και το τέλος μιας «σκέψης» που θέλει τη χειραγώγηση και καταπίεση πάνω στον άνθρωπο να ολοκληρώνεται όταν χαθεί κάθε αίσθηση της πραγματικότητας.

Γεμάτο από σκηνές άγριας πραγματικότητας, το «Oργουελ 2+2=5» δεν προχωρά τη συζήτηση πέρα από τη διαπίστωση, επιβεβαιώνει τη διαχρονικότητα του έργου του Βρετανού συγγραφέα, ολοκληρώνει το πορτρέτο ενός κόσμου που χάνει κάθε ιστό από την όποια δίκαιη, βασισμένη στη λογική, δημοκρατική, αληθινή, ανθρώπινη βάση του και κλείνει με αυτό το αίσθημα πως αυτή η συζήτηση θα μπορούσε να συνεχίζεται στο διηνεκές. Οσες φορές και να το δεις, όσες φορές και να στο πουν, με τον ίδιο τρόπο που κάθε φορά που διαβάζεις το «1984», αυτό θα παραμένει πάντα αποκαλυπτικό και τρομακτικά επίκαιρο.