Ο Φίλιπ ένας μεσήλικας ηθοποιός, ο οποίος κάπως βρέθηκε στο Τόκυο για να κυνηγήσει εκεί την καριέρα του, και ξέμεινε να περνά μάταια από οντισιόν για μικρορόλους, αποδέχεται μία περίεργη πρόταση. Μία ιαπωνική εταιρία προσφέρει ασυνήθιστες υπηρεσίες: προσλαμβάνει ηθοποιούς, οι οποίοι υποδύονται οικογενειακούς ρόλους σε ανγώστους που το έχουν ανάγκη. Εναν εξαφανισμένο πατέρα όταν το παιδί ζητά απεγνωσμένα από την μητέρα του να τον γνωρίσει; Τον σύζυγο μίας κόρης που θέλει να ξεφύγει από τους παραδοσιακούς γονείς της και να τους ικανοποιήσει με έναν λευκό γάμο. Εναν ξεχασμένο συγγενή που θα εμφανιστεί στην κηδεία κάποιου που δεν είχε πολλούς φίλους να τον θρηνήσουν;
Αρχικά διστακτικός, έπειτα με ειλικρινή διάθεση να απαλύνει τον πόνο των άλλων, ο Φίλιπ βυθίζεται όλο και περισσότερο στις ζωές των πελατών του. Ομως οι ρόλοι που παίζει κάποια στιγμή παύουν να αποτελούν μόνο δουλειά, αρχίζουν να κουβαλούν μία επικίνδυνη συναισθηματική εξάρτηση, οι σχέσεις αποκτούν βάθος, τα όρια ανάμεσα στην επαγγελματική ευθύνη και την πραγματική παρέμβαση θολώνουν — και ο ίδιος χάνει τη σαφή αίσθηση του ποιος είναι.
Ο άξονας της ταινίας συνδέεται με αληθινές πτυχές της ιαπωνικής κουλτούρας - μίας κοινωνίας που δίνει μεγάλη έμφαση στην εικόνα, στο να τηρηθούν κανόνες, να μη χαθεί η τιμή κι η αξιοπρέπεια δημόσια. Δεν είναι η πρώτη φορά που το σινεμά έχει ασχοληθεί με αυτή την παράδοξη ιδέα - το έχει κάνει ο Βέρνερ Χέρτζογκ στο «Οικογενειακή Ευτυχία Α.Ε.», αλλά κι ο Γιώργος Λάνθιμος στις «Αλπεις»,. Μόνο που εδώ η πρόθεση δεν είναι να στηθεί ένα στιβαρό δράμα, με φιλοσοφικές και ηθικές προεκτάσεις πάνω στην ταυτότητα, την απώλεια και τα όρια της υποκριτικής. Αντίθετα, η ταινία επιλέγει τον ασφαλή δρόμο μιας feel-good, ζαχαρένιας δραμεντί, όπου οι συγκρούσεις λειαίνονται, οι ενοχές εξαγνίζονται χωρίς μεγάλο κόστος και οι καθάρσεις έρχονται εύκολα και προβλέψιμα.
Κι είναι κρίμα. Και χαμένη ευκαιρία. Γιατί η Ιάπωνας σκηνοθέτης και συνσεναριογράφος Χικάρι (το κανονικό της όνομα είναι Μιτσούγιο Μιγιαζάκι) υπήρξε ηθοποιός πριν περάσει πίσω από την κάμερα (έχει σκηνοθετήσει και 3 επεισόδια του τηλεοπτικού «The Bear»). Οπότε θα έπρεπε να διαχειρίζεται με εμπειρία και γνώση την ουσιαστική θεματική της ιστορίας: πώς οι ηθοποιοί χάνουν τις λεπτές γραμμές ανάμεσα στην πραγματικότητα και στο ρόλο που για καιρό φορούν ως δεύτερο δέρμα, και πώς μία ερμηνεία δεν είναι μίμηση, ούτε απλώς τεχνική, αλλά μια διαρκής πάλη να αποτυπώσεις κάτι από την ανθρώπινη συνθήκη.
Δυστυχώς, όμως, η εμφανής πρόθεση να συγκινηθεί εύκολα ένα mainstream κοινό, να παρουσιαστούν τα νοήματα σε μια ευκολόπιοτη, απολύτως διαχειρίσιμη εκδοχή τους, με άλλα λόγια να κοπούν περισσότερα εισιτήρια, καταλήγει να υπονομεύει την ίδια την ταυτότητα της ταινίας. Ο τόνος καταφεύγει στο εύκολο, κλισέ μελόδραμα, η φόρμα θυμίζει αισθητική και συναισθηματικούς αυτοματισμούς σαπουνόπερας.
Κι ο Μπρένταν Φρέιζερ που μοιάζει να παλεύει μία ειλικρινή ερμηνεία ηθικών διλημμάτων και εσωτερικών αναζητήσεων, καταλήγει να κουβαλά μία συνεχώς αφελή, πονεμένη έκφραση.

