Ο Σοαίμπ και ο Τσαντάν παλεύουν να μπουν στην αστυνομία. Είναι ο μοναδικός τρόπος να εξασφαλίσουν ένα κάποιο μέλλον, να καταφέρουν να βοηθήσουν τις φτωχές οικογένειες τους, να «ανέβουν» τάξη και επιτέλους να σταματήσουν να βρίσκονται στο περιθώριο μιας κοινωνίας που συνεχίζει να τους αντιμετωπίζει ως ένα ανώνυμο πλήθος. Οι πιθανότητες να μπουν είναι ελάχιστες, αλλά και όταν το καταφέρει ο ένας από τους δύο, το κρατικό χάος θα παγώσει την πορεία των εξετάσεων και έτσι και οι δύο φίλοι θα γυρίσουν στο μηδέν. Ο Σοαίμπ θα προσπαθήσει να γίνει πωλητής σε μια εταιρία που όμως θα τον αντιμετωπίζει διαρκώς υποτιμητικά, ενώ ο Τσαντάν θα χάσει κάθε ελπίδα και την κοπέλα που αγαπάει σε μια αέναη προσπάθεια να βρει ένα νόημα σε αυτή τη ζωή.
Εμπνευσμένο από ένα άρθρο του Μπασαράτ Μιρ στους The New York Times με τίτλο «A Friendship, a Pandemic and a Death Beside the Highway», το φιλμ του Νίρατζ Γκάιγουαν είναι ακριβώς αυτό: η ιστορία μιας φιλίας ανάμεσα σε δύο νέους που παραμένουν ενωμένοι απέναντι στις δυσκολίες της ζωής, μιας πανδημίας που δεν είναι άλλη από αυτήν του Covid-19 που δίνει στην ταινία το πιο σκοτεινό της μέρος προς το φινάλε και ενός θανάτου που μεταφορικά ή κυριολεκτικά δίνει τις διαστάσεις μια ζωής που ισορροπεί ανάμεσα στην καθημερινότητα και την τραγωδία με τον πιο ρεαλιστικό τρόπο.
Ακριβώς στις χαραμάδες που δημιουργούν έννοιες όπως φιλία, ανθρωπιά, αλληλεγγύη και πίστη στον άνθρωπο - κόντρα σε έναν κόσμο απάνθρωπο, γεμάτο διακρίσεις, μίσος και κανένα έλεος για τους μη προνομιούχους, εκεί διαδραματίζεται το «Σαν Αδέρφια», η ταινία του πολλά υποσχόμενου Νίρατζ Γκάιγουαν, με μέντορα τον Μάρτιν Σκορσέζε στο τελικό σενάριο και το μοντάζ. Με το βλέμμα στραμμένο στο ρεαλισμό, αλλά με το περιτύλιγμα μιας ταινίας φωτογραφημένης σαν χολιγουντιανά δράμα και με το μελόδραμα να στροβιλίζεται γύρω από κάθε μικρή η μεγάλη στιγμή των ηρώων του, το «Σαν Αδέρφια» ξετυλίγεται με ειλικρίνεια αλλά και προβλέψιμη δραματικότητα, σε μια αλληλουχία σκηνών που ξέρεις που θα οδηγήσουν, ακόμη και όταν συγκινούν στη διαδρομή τους προς το γνώριμο φινάλε.
Παλιομοδίτικο στην υφή του, με δύο νεαρούς πρωταγωνιστές που ξεχωρίζουν όχι μόνο για τη φωτογένεια τους αλλά για την αφοπλιστική τους ενσάρκωση δύο ανθρώπων που αγωνιούν να σταθούν στα πόδια τους και να κερδίσουν μια γωνιά στο όνειρο μιας καλύτερης ζωής, το «Σαν Αδέρφια» προδίδεται από τις ίδιες αρετές που το κάνουν να ξεχωρίζει. Δίνοντας χρόνο στους ήρωες τους, ο Σοαίμπ και ο Τσαντάν γίνονται οι οδηγοί μιας περιπέτειας που παρακολουθείς με αγωνία και με μια αίσθηση τρυφερότητας, σαν η ιστορία τους να είναι ένας καθρέφτης της πολυπόθητης ανθρώπινης αλληλεγγύης. Στο τελευταίο ημίωρο, το δίλημμα ανάμεσα στην απόλυτη τραγωδία και την κινηματογραφική ευκολία δεν βγάζει νικητή, καθώς ο ένας κουβαλάει τον άλλον σε έναν άδειο κόσμο που θα μπορούσε να είναι η δική τους Γη της Επαγγελίας - εικόνα που μένει στο θυμικό του θεατή ως υπενθύμιση και ανακούφιση μαζί.
Τολμηρός στις δύσκολες σκηνές, προβλέψιμος στις πιο αφοπλιστικές, ο Γκάιγουαν επιδεικνύει ταλέντα μεγάλου αφηγητή, κλείνοντας εδώ με αυτήν την σχεδόν εμβληματική ιστορία των δύο φίλων το σχόλιο του για την πατρίδα του και τα όνειρα που χάνονται ακριβώς τη στιγμή που τα κάνεις. Το κάνει υπολογισμένα, με υποκριτική που φαίνεται αλλά και συναίσθημα που δεν χαρίζεται. Συνδυασμός ακαταμάχητος ακόμη και για το ίδιο το Bollywood.

