«Μια ταινία του Λοράν Κάντε, σκηνοθετημένη από τον Ρομπέν Καμπιγιό».

Οι τίτλοι αρχής είναι σαφείς αφού το «Enzo» είναι η ταινία που ετοίμαζε ο Λοράν Καντέ με τον Ρομπέν Καμπιγιό στο σενάριο (η μεγάλη τους συνεργασία στο «Ανάμεσα στους Τοίχους» είχε χαρίσει στον Καντέ τον Χρυσό Φοίνικα των Καννών) πριν ο πρώτος πεθάνει μέσα στο 2025, δίνοντας τη συναίνεσή του να μην μείνει αυτή η ταινία στο συρτάρι.

Το ανήσυχο κοινωνικά (και πολιτικά) αποτύπωμα του Καντέ είναι εμφανές στην ιστορία ενός 16χρονου νεαρού, γιου μιας αστικής οικογένειας στη Νότιο Γαλλία που αντιδρά στην ταξική του ανέλιξη και θέλει να γίνει οικοδόμος. Οσο εμφανές είναι και το αποτύπωμα του Καμπιγιό («Eastern Boys», «120 Χτύποι το Λεπτό») που καταγράφει με ευαισθησία και αφοπλιστική ειλικρίνεια τη σχέση που θα αναπτύξει ο μικρός Ενζο με έναν Ουκρανό οικοδόμο, τον Βλαντ, και η οποία θα εξελιχθεί σε μια απελευθερωτική αλλά και επώδυνη διαδικασία ενηλικίωσης.

Λίγα πράγματα εξηγούνται σε όλη τη διάρκεια μιας ταινίας που βρίσκει τον 16χρονο Ενζο να παθαίνει εμμονή με τον Βλαντ, αλλά χωρίς να μπορεί να εκφράσει αν αυτό που του συμβαίνει είναι (μόνο) μια ερωτική έλξη ή μια γενικότερη ανάγκη του να ανήκει σε μια κοινότητα στην οποία νιώθει πιο άνετα. Ο Καμπιγιό τον κινηματογραφεί να ανιχνεύει - χωρίς προστατευτικό - τα βήματα του σε ένα αχαρτογράφητο τόπο, με τις έννοιες του ανδρισμού, της ικανότητας, της ισχύος και του ερωτισμού να μπαίνουν όλες σε επαναδιαπραγμάτευση - όχι μόνο για το θεατή.

Η (ασυνείδητη ή συνειδητή δεν έχει σημασία) επανάσταση του Ενζο είναι καταλυτική, τόσο για τον ίδιο όσο και για την οικογένεια του, αλλά επίσης και για τον ίδιο τον Βλαντ που, σε μια ξένη χώρα έρχεται αντιμέτωπος με κάτι που θα ενεργοποιήσει τη συναισθηματική του νοημοσύνη περισσότερο από αυτή της επιβίωσης. Με σκηνές που προκαλούν γέλιο, αμηχανία, φλερτάρουν με την τραγωδία ή και το ίδιο το μελόδραμα, αλλά και άλλες που δεν αποφεύγουν τα κλισέ που φαντάζεσαι ότι θα συναντήσεις σε μια ταινία που είναι ταυτόχρονα ένα coming of age και cοming out φιλμ, ο Καμπιγιό κρατάει μικρές τις διαστάσεις της ταινίας του.

Αν σαγηνεύει με εύρος μεγαλύτερων διαστάσεων είναι γιατί με το φως του καλοκαιριού φωτίζει τις πιο σκοτεινές αλλά και τρυφερές πτυχές του «πολέμου» που διαδραματίζεται στα χαρακώματα της εφηβείας, ολοκληρώνοντας τελικά το πορτρέτο ενός αγοριού, ατελές, κι όμως σχεδόν αρχετυπικό.