Ηταν ένα ήσυχο βράδυ στην Ουάσινγκτον όταν ο φύλακας του συγκροτήματος Watergate, Φρανκ Γουίλς, παρατήρησε μια κολλητική ταινία στην κλειδαριά μιας πόρτας που την εμπόδιζε να κλειδώσει. Την αφαίρεσε και συνέχισε την περιπολία του. Οταν επέστρεψε λίγη ώρα αργότερα και την είδε ξανά τοποθετημένη, κατάλαβε πως κάτι πάει στραβά και κάλεσε αμέσως την αστυνομία. Τρεις αξιωματικοί μιας ειδικής ομάδας δίωξης (unmarked plainclothes unit), που περιπολούσαν στην περιοχή της Τζόρτζταουν και φορούσαν πολιτικά ρούχα, έτυχε να βρίσκονται δίπλα στα κεντρικά γραφεία του Δημοκρατικού Κόμματος και έφτασαν αμέσως στον τόπο του εγκλήματος. Συνέλαβαν πέντε ανθρώπους ταμπουρωμένους πίσω από τα γραφεία των Δημοκρατικών. Τα κουστούμια τους, τα χειρουργικά τους γάντια αλλά και ο εξελιγμένος τους εξοπλισμός λειτούργησαν ως σημαντικές ενδείξεις πως δεν επρόκειτο για κοινούς διαρρήκτες. Η μεταμφίεση των αξιωματικών, που τους επέτρεψε να μπουν στο κτίριο απαρατήρητοι από τους τσιλιαδόρους, αλλά και η εγγύτητά τους στο κτιριακό συγκρότημα Watergate ήταν τα πρώτα από τα αμέτρητα πλακίδια ντόμινο που έπρεπε να πέσουν με τη σωστή σειρά για να αποκαλυφθεί το μεγαλύτερο πολιτικό σκάνδαλο στην ιστορία των ΗΠΑ: το σκάνδαλο Watergate.
Στο τεταμένο πολιτικό κλίμα της εποχής, εν μέσω του πολέμου του Βιετνάμ, ο Ρίτσαρντ Νίξον ανέπτυξε ενός είδους εμμονή με τους πολιτικούς του εχθρούς και, παρά το γεγονός ότι ήταν το απόλυτο φαβορί για τις εκλογές του 1972, δημιούργησε μια μυστική ομάδα η οποία είχε ως αποστολή να σταματά τις διαρροές και να συλλέγει πληροφορίες με παράνομες μεθόδους: τους λεγόμενους «Υδραυλικούς» (Plumbers), οι οποίοι «βούλωναν» τις διαρροές απόρρητων πληροφοριών προς τον Τύπο. Το Watergate, αν και δεν ήταν τυπικά επιχείρηση των Plumbers, αποτέλεσε συνέχεια της ίδιας κουλτούρας μυστικών και παράνομων επιχειρήσεων εναντίον των πολιτικών αντιπάλων του προέδρου. Μόνο μέσα σε αυτό το κλίμα γενικευμένης παράνοιας μπορεί να γίνει αντιληπτό το μέγεθος της θεσμικής εκτροπής που οδήγησε στην ιστορική διάρρηξη στα γραφεία των Δημοκρατικών.
Από αυτή ακριβώς τη διάρρηξη ξεκινά η ταινία του Αλαν Τζ. Πάκουλα με τίτλο «Ολοι οι Ανθρωποι του Προέδρου» και φτάνει μέχρι και την παραίτηση του προέδρου Νίξον τον Αύγουστο του 1974. Πρόκειται για μια από τις πλέον χαρακτηριστικές ταινίες μεθοδολογίας (procedural films), η οποία, αν και παίρνει ορισμένες δημιουργικές ελευθερίες, που έχουν ως κύριο στόχο να εξυπηρετήσουν τη δραματουργία, τελικά αποδίδει πιστά τα γεγονότα. Tο φιλμ είναι ουσιαστικά το τελευταίο μέρος της άτυπης «paranoia trilogy» του Πάκουλα, μετά τα «Klute» και «The Parallax View», δύο ταινίες οι οποίες επίσης διαδραματίζονται σε έναν κόσμο όπου ο άνθρωπος παρακολουθείται και χειραγωγείται από αόρατες δυνάμεις. Στον πυρήνα της βρίσκεται η ενδελεχής έρευνα δύο δημοσιογράφων της Washington Post, των Μπομπ Γούντγουορντ και Καρλ Μπέρνστiν, αλλά και η επιμονή τους να κρατήσουν το θέμα ζωντανό όσο οι υπόλοιποι το θεωρούσαν λήξαν: το ρεπορτάζ τους, το οποίο ήρθε μετά από απίστευτη αντοχή στις πιέσεις των θεσμών, ανάγκασε το Κογκρέσο και τη Δικαιοσύνη να αποδώσουν στο σκάνδαλο τις πραγματικές του διαστάσεις. Η ταινία δεν έγινε απλώς το αρχέτυπο της κινηματογραφικής δημοσιογραφικής έρευνας, αλλά συνέβαλε αποφασιστικά στη διαμόρφωση της ίδιας της pop εικόνας του ερευνητικού δημοσιογράφου. Τη μεγάλη σκιά της διακρίνουμε σε μεταγενέστερες ταινίες όπως το «Zodiac» αλλά και το «Spotlight», όπου η διαδικασία της έρευνας αντιμετωπίζεται ως συναρπαστική δράση και κινηματογραφείται ως θρίλερ συνωμοσίας.
Αυτή η ιδεαλιστική ταινία είναι καταδικασμένη σε μια υπέρμετρη αισιοδοξία, βασισμένη σε ένα σενάριο το οποίο δεν θα μπορούσε να έχει σκαρώσει ούτε το πιο ευφάνταστο μυαλό, για Αμερικανούς ήρωες που παλεύουν στο σκοτάδι με θηρία δίχως πρόσωπο και τελικά βγαίνουν νικητές.»
Οι ερμηνείες των Ρόμπερτ Ρέντφορντ και Ντάστιν Χόφμαν στους ρόλους των Γούντγουορντ και Μπέρνστιν αντίστοιχα είναι εμβληματικές: κανείς από τους δύο δεν έλαβε όμως οσκαρική υποψηφιότητα, ανάμεσα στις υπόλοιπες οκτώ της ταινίας. Αυτή η απόφαση της Ακαδημίας θεωρείται ένα από τα μεγαλύτερα snubs του θεσμού, αλλά δικαιολογείται από τον τεράστιο ανταγωνισμό της 49ης τελετής, στην οποία η ταινία βρήκε απέναντί της, μεταξύ άλλων, τον «Ρόκυ», τον «Ταξιτζή» αλλά και το «Δίκτυο», με μια σπάνια διπλή υποψηφιότητα που περιόρισε σημαντικά τις διαθέσιμες θέσεις. Αξίζει να σημειωθεί πως οι Ρέντφορντ και Χόφμαν λειτούργησαν ως ένα ενιαίο, ισοβαρές δημοσιογραφικό σώμα, και είναι πολύ πιθανό να ακύρωσαν ο ένας τον άλλον στην τελική καταμέτρηση της Ακαδημίας.
Η ταινία διακρίνεται από έναν πηχτό αμερικανισμό, τον οποίο παρατηρούμε διαρκώς. Τον βρίσκουμε σε γενικά μοτίβα όπως αυτό της ελεύθερης δημοσιογραφίας ως θεσμικού αντίβαρου στην εξουσία αλλά και στη μυθολογία του αμερικανικού newsroom, που βουίζει σαν μελίσσι με το συνεχές κροτάλισμα των γραφομηχανών, παράγοντας τη μελωδία της ελευθερίας. Τον διακρίνουμε επίσης στην εργασιομανή κουλτούρα των πρωταγωνιστών, οι οποίοι, σαν κάποιου είδους στρατιώτες, παραδίδουν την ταυτότητά τους στην είσοδο του ειδησεογραφικού οργανισμού και φορούν τον μανδύα του επαγγελματία, τον οποίο και δεν βγάζουν ποτέ. Τα αχανή αμερικανικά προάστια (Anycity, USA), σε συνδυασμό με τους ατελείωτους τηλεφωνικούς καταλόγους, προδίδουν μια κοινωνία απολύτως χαρτογραφημένη.
Τίποτα όμως δεν συμπυκνώνει καλύτερα το αμερικανικό DNA αυτής της ταινίας από τη φιγούρα του Deep Throat: ένα πορνογραφικό pop-culture reference που μετουσιώθηκε στο μυθικό όνομα μιας ανώνυμης πηγής του FBI και κατάφερε να παντρέψει τη διαφθορά του πολιτικού συστήματος με την αμερικανική trash culture. Προς το τέλος της ταινίας παρουσιάζεται σε όλο του το μεγαλείο, όταν ο αείμνηστος Ρόμπερτ Ρέντφορντ τον συναντά σε ένα υπόγειο πάρκινγκ. Ακούγονται μόνο τα βήματά του και ο θόρυβος από τη λάμπα φθορίου σε χρώμα οδοντόπαστας με γεύση μέντα. Τον περιβάλλει το απόλυτο σκοτάδι. Ποτέ το μήνυμα της ταινίας δεν πέρασε πιο άμεσα: ένας ρεπόρτερ απέναντι σε ένα αχανές δίκτυο που απλώνεται σε μια απροσδιόριστη, σκοτεινή έκταση. Αυτή η δυσαναλογία ανθρώπου και μηχανισμού επανέρχεται διαρκώς στην εικόνα του σπουδαίου διευθυντή φωτογραφίας Γκόρντον Γουίλις. Στην περίφημη εναέρια λήψη της Βιβλιοθήκης του Κογκρέσου, οι δύο δημοσιογράφοι μοιάζουν μικροσκοπικοί μέσα στον τεράστιο χώρο: δύο άνθρωποι που προσπαθούν να χαρτογραφήσουν έναν μηχανισμό εξουσίας πολύ μεγαλύτερο από τους ίδιους, παλεύοντας διαρκώς με τηλεφωνήματα και σημειώσεις, χτυπήματα σε πόρτες και ατελείωτες διασταυρώσεις ονομάτων. Το Watergate υπήρξε πράγματι ένα θαύμα της δημοσιογραφίας και μια απίθανη νίκη του ανεξάρτητου Τύπου.
Τρομερά πιεστικοί, οι Γούντγουορντ και Μπέρνστιν καταφεύγουν σε απίστευτα τρικ και ισορροπούν ανάμεσα στην επινοητικότητα και την απατεωνιά για να πάρουν αυτό που θέλουν. Επινοητική υπήρξε, άλλωστε, και η ίδια η ταινία σε ορισμένα σημεία: το περίφημο «Follow the money», που έμελλε να γίνει η πιο αναγνωρίσιμη φράση ολόκληρου του σκανδάλου, δεν ειπώθηκε ποτέ από τον Deep Throat, ούτε εμφανίζεται στο βιβλίο των Γούντγουορντ και Μπέρνστιν. Γράφτηκε για την ταινία από τον σεναριογράφο Γουίλιαμ Γκόλντμαν (ο οποίος κέρδισε ένα από τα τέσσερα όσκαρ της ταινίας για τη δραματουργική του συμπύκνωση) και έγινε τόσο διάσημο, ώστε κατέληξε να θεωρείται περίπου πραγματικό απόφθεγμα του Watergate.
Το «Ολοι οι Ανθρωποι του Προέδρου» κλείνει με ένα σχήμα κύκλου: ο Φρανκ Γουίλς, ο φύλακας με τον οποίο ξεκινά αυτή η ιστορία, εμφανίζεται στην πρώτη σκηνή παίζοντας τον εαυτό του. Τέσσερα χρόνια μετά από το μοιραίο εκείνο βράδυ του 1972 ανακαλύπτει ξανά την κολλητική ταινία που είχε βρει στην ίδια πόρτα και πυροδοτεί μια αλυσίδα κομβικών γεγονότων, αυτή τη φορά για τη μεγάλη οθόνη. Αυτή η ιδεαλιστική ταινία είναι καταδικασμένη σε μια υπέρμετρη αισιοδοξία, βασισμένη σε ένα σενάριο το οποίο δεν θα μπορούσε να έχει σκαρώσει ούτε το πιο ευφάνταστο μυαλό, για Αμερικανούς ήρωες που παλεύουν στο σκοτάδι με θηρία δίχως πρόσωπο και τελικά βγαίνουν νικητές. Οπως πάντα, ο καλύτερος σεναριογράφος είναι η ίδια η ζωή.

