[προσοχή: Το παρακάτω κείμενο δεν αποκαλύπτει σημαντικά τμήματα της πλοκής που έχουν νόημα για την αφήγηση της ταινίας, ωστόσο για τις ανάγκες της κριτικής ενδέχεται να χαλάσει εκπλήξεις για όποιον θεατή θέλει να δει την ταινία χωρίς να γνωρίζει τίποτα]
Ενα αμερικάνικο βιολογικό όπλο αφανίζει αυτοστιγμεί 500.000 κατοίκους στην ακτή της Τασμανίας. Άνθρωποι από την ενδοχώρα φτάνουν, προκειμένου να γίνουν ομάδες και να αρχίσουν να συλλέγουν τους νεκρούς για να τους θάψουν. Χρειάζεται προσοχή, καθώς υπάρχουν νεκροί που δεν έχουν φύγει ακόμη εντελώς. Και σε περίπτωση που εντοπιστούν, αναλαμβάνει ο στρατός.
Η Εϊβα φτάνει για να βοηθήσει, με απώτερο σκοπό να φτάσει σε μια περιοχή πιο απομακρυσμένη, εκεί όπου βρισκόταν ο σύζυγος της σε επαγγελματικό ταξίδι. Θα ενώσει δυνάμεις με τον Κλέι, ο οποίος μοιάζει κι αυτός να αναζητά κάτι μεγαλύτερο. Και μαζί θα διασχίσουν έναν κόσμο που βρίσκεται στο τέλος του προκειμένου να βρουν την αλήθεια.
Το κομμάτι της «Αποκάλυψης» λίγο ενδιαφέρει τον Ζακ Χίλιντιτς (η προηγούμενη ταινία του βρίσκεται στο Netflix με τον τίτλο «Rattlesnake», ενώ το συγγενικό «These Final Hours» συμμετείχε στο Δεκαπενθήμερο των Σκηνοθετών στις Κάννες το 2014). Οι πληροφορίες που φτάνουν για τη συμπεριφορά των νεκροζωντανών είναι επίσης «τεχνικές» - δεν επιτίθενται στους ζωντανούς, τουλάχιστον αρχικά, αλλά σύμφωνα με μια θεωρία όσο πιο πολύ μένουν «ζωντανοί» αποκτούν επιθετικές τάσεις.
Η πραγματική αποκάλυψη θα έρθει κάπου στη μέση της ταινίας, όταν ένας στρατιώτης θα απαγάγει την Εϊβα, αλλά με την υπόσχεση ότι θα τη βοηθήσει να βρουν το σύζυγό της. Και σε μια αλληλουχία σκηνών που υποβάλλουν περισσότερο με το ρυθμό, την υπόκωφη ένταση και τον τρόμο που προκαλεί πάντα η «ανθρώπινη κατάσταση», ολοκληρώνουν τη φιλοσοφία πίσω από ένα φαινομενικό mixtape δυστοπικού θρίλερ, ταινίας τρόμου και περιπέτειας επιβίωσης.
Αυτό που πραγματικά αναζητά να θάψει η Εϊβα δεν είναι το σώμα του συζύγου της, αλλά το ανοιχτό τραύμα της σχέσης τους που επανέρχεται σε μορφή flash backs για να αφηγηθεί την ιστορία τους που θα μείνει μισοτελειωμένη από την καταστροφή. Επιστρέφουν όσοι έχουν ανοιχτούς λογαριασμούς, θα ειπωθεί κάποια στιγμή σε μια «στροφή» που κάνει την ανατροπή στο είδος του zombie movie, αφού όχι μόνο δίνει στους νεκρούς που επιστρέφουν ένα νόημα, αλλά βοηθάει και τους ζωντανούς να τους αντιμετωπίσουν ως «ανθρώπινα όντα».
Περισσσότερο τρομακτικό στις ήσυχες στιγμές του (εδώ θυμίζει αρκετά το «Last of Us») με οδηγό μια πολύ εσωτερική ερμηνεία από την Ντέιζι Ρίντλεϊ η οποία καταφέρνει να μην χάνει καθόλου τον τόνο της περιπέτειας ακόμη και στις πιο απαιτητικά δραματικές σκηνές, το «Θάβουμε τους Νεκρούς» πατάει πάνω σε μια λεπτή γραμμή. Μοιράζει αναποφάσιστα το δράμα με τον τρόμο, αφήνοντας ωστόσο κενά στη διαδρομή του θεατή, ο οποίος συμπληρώνει μόνος του το συναισθηματικό roller coaster που θα οδηγήσει στο φινάλε.
Εκεί, καθώς η συγκίνηση παίρνει κεφάλι και το θέμα της ταινίας γίνεται η «απώλεια» σε κάθε πιθανή μορφή της, ο Χίλντιτς αποπειράται μια νέα ανάγνωση πάνω στο πένθος, παραμερίζοντας την υφή ενός genre που υπήρξε πάντα αλληγορικό και συνεχίζει - έστω και με άνισες προσπάθειες - να εμπλουτίζει το σύγχρονο σινεμά.

