Η Λιλιάν Στάινερ, Αμερικανίδα ψυχίατρος που ζει και εργάζεται εδώ και χρόνια στο Παρίσι, θεωρείται καταξιωμένη επαγγελματίας, με σταθερή και πιστή πελατεία. Η ισορροπία της κλονίζεται όμως, όταν πληροφορείται ότι ο λόγος που η Πόλα —μια μεσήλικη ασθενής της— δεν εμφανίστηκε στις τελευταίες συνεδρίες τους είναι επειδή… αυτοκτόνησε. Πώς της ξέφυγε; Πώς δεν το προέβλεψε; Τι πήγε λάθος;
Την ίδια στιγμή, ένας ακόμη ασθενής την κατηγορεί πως, ύστερα από χρόνια θεραπείας, δεν του πρόσφερε απολύτως τίποτα — ότι απλώς έχασε χρόνο και χρήμα. Η Λιλιάν αρχίζει να αμφισβητεί τα πάντα: είναι καλή στη δουλειά της; Είναι καλή μητέρα; Είναι, τελικά, καλή σε οτιδήποτε;
Αποφασίζει να παραστεί στην κηδεία της Πόλα και, γνωρίζοντας τον χήρο σύζυγό της, αρχίζει να υποψιάζεται πως ο θάνατος ίσως δεν ήταν αυτοχειρία. Ξεκινά μια προσωπική έρευνα, επιστρέφοντας στις ηχογραφημένες συνεδρίες τους, αναζητώντας τα σημάδια που ίσως δεν είδε ποτέ. Σε αυτό το ιδιότυπο παιχνίδι παρακολούθησης εμπλέκει και τον πρώην σύζυγό της, ο οποίος την αγαπά ακόμα, την ακολουθεί στις εμμονές της, προσπαθεί να την καταλάβει. Οπως και η Λίλιαν, τελικά, προσπαθεί να καταλάβει τον εαυτό της. Καθώς η έρευνα προχωρά, βυθίζεται όλο και περισσότερο σε μια βαθιά ενδοσκόπηση γύρω από την ευθύνη, την ενοχή και τα όρια ανάμεσα στην επαγγελματική και την προσωπική ζωή.
Η Ρεμπέκα Ζλοτόφσκι («Τα Παιδιά των Αλλων», «Grand Central») που συνυπογράφει το σενάριο με την Αν Μπερέστ, ξεκινά με την υπόσχεση ενός old-school ψυχολογικού, αστυνομικού θρίλερ, αλλά σύντομα ο τόνος αλλάζει και η αφήγηση ξεφεύγει σε σουρεαλιστικά ιντερλούδια, σοβαρές οικογενειακές αντιπαραθέσεις, αλλά αλλά και screwball κωμικά μπλεξίματα. Κι ίσως αυτά να χαρίζουν και τις πιο χαριτωμένες στιγμές στην ταινία (βασισμένα στη χημεία μεταξύ Φόστερ και Οτέιγ), γιατί το στόρι του μυστήριου μπάζει νερά, ενώ η ψυχιατρική Λακανική ανάλυση της ηρωίδας παραμένει σε μία κλισέ, αδούλευτη επιδερμίδα. Μόλις η ταινία πάει να πει κάτι ενδιαφέρον, το προσπερνά και το ξεχνάει.
Το αποτέλεσμα είναι ένα χαμένο στοίχημα. Ούτε θρίλερ, ούτε camp comedy. Λίγο Χίτσκοκ, λίγο περιπέτεια, λίγο off-beat χιούμορ και η Τζόντι να μιλάει άπταιστα γαλλικά. Αυτή κουβαλά την ταινία, αυτήν χαζεύεις.
Δεν αρκεί, ωστόσο, για να αντισταθμίσει ένα σενάριο που μοιάζει ελλιπώς επεξεργασμένο και έναν κινηματογραφικό προορισμό που δεν βρίσκει ποτέ σταθερό προσανατολισμό.

