Στη σύγχρονη Ταϊλάνδη αιωρείται σκόνη - κονιορτός από τα γκρεμισμένα σπίτια, μνημεία, τα ξεριζωμένα δράντρα, τις παράνομες παράνομες απαλλοτριώσεις γης. Ολα για χάρη της «ανάπτυξης» - ή έτσι ονομάζεται η υπερκοστολογημένη ανάπλαση. Για να αναρτηθούν εμπορικά κέντρα, gentrified διαμερίσματα, resorts - οτιδήποτε θεωρείται κερδοφόρο. Αυτή τη σκόνη εισπνέουν όμως οι κάτοικοι, μολύνουν τα πνευμόνια τους και πεθαίνουν. Ο queer πρωταγωνιστής μας (ο ίδιος αυτοαποκαλείται «academic ladyboy») αγοράζει μία ηλεκτρική σκούπα για να αντιμετωπίσει την σκόνη που εισβάλει στο διαμέρισμά του, όμως τον περιμένει μία έκπληξη: το βράδυ ξυπνά από τον βήχα του φαντάσματος που την εχει στοιχειώσει. Ο σέξι τεχνικός που εμφανίζεται στην πόρτα του το άλλο πρωί για να την επισκευάσει, του αγηφείται μια ιστορία - τον αστικό μύθο του εργάτη στη φάμπρικα της αδίστακτης Σουμάν, ο οποίος πέθανε βήχοντας τη βιομηχανική σκόνη και οργισμένος επέστρεψε να εκδικηθεί την επιχείρηση. Και δεν είναι ο μόνος: όσοι πεθαίνουν από την αδίστακτη επέλαση του νεοκαπιταλισμού, μοιάζει να έρχονται πίσω για να βασανίσουν όσους ευθύνονται για τη διαφθορά.
Υπάρχει όμως κι ένα φάντασμα το οποίο δεν είναι θυμωμένο - αν και θα έπρεπε. Θύμα της σκόνης έχει πέσει και η Νατ, η νύφη της Σουμάν, η -έτσι κι αλλιώς ανεπιθύμητη από το σόι- γυναίκα του γιου της Μαρτς. Ο θάνατός της τον άφησε απαρηγόρητο, αλλά η επιστροφή της ως μία κομψή, ερωτική κόκκινη ηλεκτρική σκούπα του ξαναδίνει ζωή και τον βγάζει από την κατάθλιψη. Η Νατ δεν ενδιαφέρεται για εκδίκηση, είναι στοργική και δοτική - θέλει απλώς να είναι μαζί με τον άντρα της. Ψυχίατροι, ιερείς, εξορκισμοί, ηλεκτροσόκ - τα πάντα θα εξαπολύσει η Σουμάν για να κάνει τον Μαρτς να ξεχάσει τη Νατ. Για να μην ερωτοτροπεί ο γιος της με μια σκούπα. Και τίποτα δεν πετυχαίνει. Τότε η οικογένεια, αλλά κι ένας πολιτικά ισχυρός άντρας που ευεργετήθηκε από την φροντίδα της νεκρής κοπέλας, έχουν μία ιδέα. Ισως η καλοσύνη της να είναι για αυτούς εργαλείο. Αν την πείσουν ότι αυτό είναι για το καλό όλων, μπορούν να την χρησιμοποιήσουν: να εντοπίζει τα κακά, εκδικητικά πνεύματα και να τα εξοντώνει. Από ανεπιθύμητο, να αποδειχθεί ένα χρήσιμο φάντασμα.
Ιστορίες φαντασμάτων που ξεπερνούν τα όρια του genre των θρίλερ (από το «A Ghost Story» του Ντέιβιντ Λόρι, μέχρι το «Ο Θείος Μπούνμι Θυμάται τις Προηγούμενες Ζωές του» του Απιτσατπόνγκ Βιρασετάκουν), όπως και συμβολικές παραβολές για τη σαρωτική επιβολή της κεφαλαιοκρατίας («Παράσιτα», «Black Dog») δεν είναι σπάνιες θεματικές του σύγχρονου σινεμά. Οπως και η χρήση άψυχων ηρωίδων για να ενσαρκώσουν ένα ζωτικής σημασίας μήνυμα (από το μέχρι το «Ο Λαρς και η Κούκλα του», μέχρι το «Titane») Ομως, το εκκεντρικό, τολμηρά πρωτότυπο ντεμπούτο του Ρατσαπούμ Μπουνμπουντσατσόκε διεκδικεί μία θέση στην κορυφή της μοναδικότητας, ενώνοντας με χαριτωμένη θρασύτητα πολλά είδη σε ένα: και sci-fi θρίλερ και κατάμαυρη κωμωδία, και μελαγχολική ερωτική ιστορία και λοξή ιλαροτραγική αλληγορία που αναπάντεχα κλιμακώνεται σε αιματοβαμμένο σπλάτερ. Ή πώς αλλιώς να περιγράψεις ότι ως θεατής ταυτίζεσαι με ηλεκτρικές συσκευές σε αποστολή αποκατάστασης της δικαιοσύνης;
Με ένα σενάριο πλημμυρισμένο από τη σκόνη εκατοντάδων σουρεαλιστικών ιδεών που ενώνουν το χιουμοριστικό με το μακάβριο (ο Ευθύμης Φιλίππου θα ήταν φαν) ο Μπουνμπουντσατσόκε υφαίνει ένα μεταφυσικό παραμύθι για την ιστορική μνήμη και μία σαρκαστική πολιτική καταγγελία για όσους κονιορτοποιήσε κι εξαφάνισε ο μηχανισμός της άκρατης ανάπτυξης, όμως εκείνοι αντιστέκονται επαναστατικά: επιστρέφουν ως φαντάσματα - γιατί οι δικοί τους άνθρωποι τους θυμούνται και τους αγαπούν.
Οσο τα σεναριακά ευρήματα είναι φρέσκα και η σκηνοθεσία παραμένει υπαινικτική, το αποτέλεσμα λειτουργεί ανατρεπτικά, δυναμικά, ευφάνταστα. Μετά από λίγο όμως, κάθε επανάληψη του μηνύματος αρχίζει να βαραίνει ως διδακτική υπογράμμιση και μέσα στη σεναριακή αυτή φλυαρία οι ισορροπίες χάνονται.
Παρόλα αυτά όμως, η αυτοπεποίθηση του Μπουνμπουντσατσόκε να χαράξει μία δική του αφηγηματική γλώσσα και να θολώσει τα όρια ανάμεσα στο σινεμά κοινωνικής ευαισθησίας και αυτό του ανίερου absurdism σε κερδίζει.

