Η 30χρονη Ιβι διανύει μία σκληρή περίοδο στη ζωή της. Εχει επιστρέψει στο πατρικό της σπίτι και περιποιείται την κατάκοιτη μητέρα της, η οποία έχει πλέον πέσει σε κωματώδη κατάσταση, χωρίς επαφή με το περιβάλλον. Ο σύντροφός της είναι μακριά, απών από τις δυσκολίες - την παίρνει κάτι περιστασιακά τηλεφωνήματα. Ομως όσα θέλει να του πει, δεν λέγονται από το τηλέφωνο. Οπως ότι την έχει ρουφήξει η μοναξιά, την έχει καταρρακώσει η αρρώστια, την πνίγει αυτό το σπίτι. Κι, επίσης, είναι έγκυος.
Μέσα στις ατελείωτες ώρες της αϋπνίας της, μόνη της απόδραση είναι η επικοινωνία της με τον Τζάστιν - ένα φίλο της που πλέον κατοικεί στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού και μαζί υλοποίησαν μια ιδέα: μία σειρά podcasts (με τίτλο «Undertone»), τα οποία εξρευνούν περίεργα, μεταφυσικά φαινόμενα. Εκείνος, ιντριγκάρεται και τα πιστεύει. Εκείνη, γελάει και τα απαξιώνει. Μαζί, μοιάζουν με τον Μόλντερ και την Σκάλι των μιλένιαλς.
Στην αρχή ενός νέου επεισοδίου, ο Τζάστιν της αποκαλύπτει μία σειρά από mp3 που κάποιος έστειλε στο μέιλ του, κι ισχυρίζεται ότι αποκαλύπτουν τον αόρατο τρόμο που βίωσε ένα παντρεμένο ζευγάρι. Ο άντρας ήθελα να αποδείξει στη γυναίκα του ότι μιλάει στον ύπνο της. Αν όμως κάποιος ακούσει προσεκτικά αυτές τις νυχτερινές ηχογραφήσεις, θα αφουγκραστεί κάτι πολύ σκοτεινό. Το κάλεσμα σ' έναν δαίμονα που παραμονεύει σε λέξεις, ήχους, νότες, νανουρίσματα ή ακόμα και τα ηχητικά παράσιτα. Η σκεπτικίστρια Ιβι και πάλι απορρίπτει τις δοξασίες του Τζάστιν. Ταυτόχρονα όμως έχει κολλήσει: κάθε βράδυ παίζει κι ένα αρχείο, όπου, σταδιακά, ένα τρομακτικό μυστικό τής αποκαλύπτεται.
Ο Ιαν Τουάσον είχε την ιδέα, το σπίτι και budget 500 χιλιάδων δολαρίων. Και με αυτά έκανε το σκηνοθετικό του ντεμπούτο, πράγμα από μόνο του αξιέπαινο. Το σπίτι της ταινίας είναι όντως το πατρικό του: εκεί όπου επέστρεψε για να φροντίσει τους γονείς του στα τελευταία τους. Η ψυχική πίεση εκείνης της περιόδου, μαζί με τους ανεξήγητους θορύβους των παλιών διπλοκατοικιών, αλλά και το αναμφισβήτητο αξίωμα ότι το σινεμά τρόμου δεν θα είχε την ίδια ένταση χωρίς ήχο, τον οδήγησαν στο concept: ένα ψυχολογικό θρίλερ που δεν βασίζεται σε αυτά που βλέπεις, αλλά σε όσα ακούς. Πόσο πιο ταιριαστό για την εποχή των podcasts.
Το sound design είναι πράγματι δουλεμένο, όπως και και κάποια πλάνα του έχουν άποψη για το τι μένει εκτός κάδρου - ώστε «η απουσία» να τσιτώνει τον θεατή για «τυχόν παρουσίες» στις αφώτιστες γωνιές. Ομως, αυτό είναι ένα μόνο εύρημα. Κι εξαντλείται πολύ γρήγορα.
Το σενάριο είναι μέτριο, με αφελείς εξηγήσεις, βεβιασμένες ανατροπές, κι εμφανείς αναφορές στο σινεμά είδους (από τον «Εξορκιστή» και το «Hereditary» μέχρι το «The Blair Witch Project» κι από το «Paranormal Activity», μέχρι το «Session 9» και το «The Ring»). Ομως δεν έχει στ' αλήθεια κάτι καινούργιο να προσθέσει σεναριακά - παραθέτει παλιακές θεωρίες (τα παιδικά νανουρίσματα είναι σκοτεινά), χιλιοειπωμένους θρησκευτικούς και παγανιστικούς μύθους (αν παίξει κανείς ανάποδα τους στίχους τους καλούν τον Σατανά), και φροϋδικές αναλύσεις του ποδαριού (για την μητρότητα, την αγάπη, αλλά και το βάρος των οικογενειακών δεσμών).
Παράλληλα, ο Τουάσον επιμένει να κρατά τους ρυθμούς χαμηλότονους, πιστεύοντας ότι όταν θα αυξήσει την ένταση στο μεγάλο φινάλε αυτό θα κάνει τη διαφορά. Ομως δεν μπορείς να κρατήσεις σασπένς με υποτονικό, ξεκούρδιστο βήμα. Ο θεατής έχει βαρεθεί στη μισή ώρα.
Παρόλο που κέρδισε ένα φεστιβαλικό μπαζ για τη χειροποίητη υφή του και μετά διαφημίστηκε ως μία από τις πιο τρομακτικές ταινίες της τελευταίας δεκαετίας, δεν την ακούσαμε. Καθόλου.

